Λίγες ημέρες μετά τον θάνατο της Μελίνας Μερκούρη, το 1994, η Βουλή των Κοινοτήτων αποχαιρέτησε τη γυναίκα που είχε καταφέρει να μετατρέψει το ελληνικό αίτημα για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα σε παγκόσμιο πολιτιστικό ζήτημα.
Ανάμεσα στους βρετανούς βουλευτές που πήραν τον λόγο ξεχώριζε μια μορφή που θα αφιέρωνε σχεδόν ολόκληρη την πολιτική του σταδιοδρομία σε αυτήν ακριβώς την υπόθεση: ο Εντι Ο’Χάρα, βουλευτής των Εργατικών.
Ο Ο’Χάρα, απόφοιτος κλασικών σπουδών της Οξφόρδης, είχε υπηρετήσει στην Κύπρο, μιλούσε ελληνικά και έτρεφε βαθιά αγάπη για τον ελληνικό πολιτισμό. Λίγες ημέρες μετά την ομιλία του κατέθεσε το πρώτο Early Day Motion στη Βουλή ζητώντας την επανένωση των Γλυπτών. Θα ακολουθούσαν άλλες οκτώ κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες τα επόμενα χρόνια, καθιστώντας τον τον πιο συνεπή και επίμονο υποστηρικτή της ελληνικής θέσης στο Γουέστμινστερ. Αργότερα ανέλαβε και την προεδρία της Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα (BCRPM). Μια δεκαετία μετά τον θάνατό του, όσοι συνεχίζουν τον αγώνα του πιστεύουν ότι η πολιτική συγκυρία ίσως αρχίζει να τους δικαιώνει.
Το «Βήμα» αποκαλύπτει σήμερα το νέο φυλλάδιο της BCRPM, το οποίο αναμένεται να δοθεί στη δημοσιότητα στις αρχές της επόμενης εβδομάδας και αποτελεί μια σημείο προς σημείο απάντηση στο επίσημο έντυπο που διανέμει το Βρετανικό Μουσείο στους επισκέπτες της αίθουσας των Γλυπτών του Παρθενώνα. Με κόκκινα σχόλια τυπωμένα δίπλα στο κείμενο του Μουσείου, η Επιτροπή επιχειρεί να αναδείξει όσα η ίδια θεωρεί ανακρίβειες και σκόπιμες παραλείψεις γύρω από τον τρόπο που ο λόρδος Ελγιν αφαίρεσε τα Γλυπτά, αλλά και γύρω από τα επιχειρήματα που προβάλλονται για την παραμονή τους στο Λονδίνο.
«Το κοινό δικαιούται να γνωρίζει»
Η ντέιμ Τζάνετ Σούζμαν, πρόεδρος της BCRPM, μιλώντας στο «Βήμα», ξεκαθαρίζει πως στόχος της νέας έκδοσης δεν είναι η σύγκρουση με το Βρετανικό Μουσείο, αλλά η ενημέρωση των επισκεπτών με μια πληρέστερη εικόνα της πραγματικής ιστορίας. «Το κοινό έχει δικαίωμα να γνωρίζει πράγματα που το Βρετανικό Μουσείο δεν λέει. Υποστηρίζει ότι τα Γλυπτά που πήρε ο λόρδος Ελγιν αποκτήθηκαν νόμιμα. Γνωρίζουμε ότι δεν συνέβη έτσι. Δεν υπάρχει κανένα ίχνος φιρμανιού, παρά μια παράξενη ιταλική μετάφραση μιας επιστολής, η οποία επέτρεπε στον Ελγιν να ανεβαίνει σε σκαλωσιές για να σχεδιάζει τα γλυπτά, ίσως να συλλέγει κομμάτια που βρίσκονταν στο έδαφος. Δεν υπάρχει τίποτα στο φυλλάδιό μας που να μην το γνωρίζει ήδη το Βρετανικό Μουσείο. Απλώς δεν θέλει να το δημοσιεύσει», τονίζει.
Το φυλλάδιο αυτό έρχεται σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πολιτική συγκυρία. Μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Αντι Μπέρναμ, πολλοί εκτιμούν ότι το κλίμα στο Γουέστμινστερ είναι πιο ευνοϊκό από ποτέ. Η Σούζμαν, πάντως, παραμένει προσεκτική και δεν υποστηρίζει ότι επίκειται άμεση συμφωνία. Αναγνωρίζει ότι ο νέος πρωθυπουργός έχει να αντιμετωπίσει επείγουσες προκλήσεις και παραμένει αβέβαιο πότε η αισιοδοξία θα μετουσιωθεί σε συγκεκριμένη δράση.
Το «Βήμα» μίλησε επίσης με τον εγγονό του Εντι Ο’Χάρα, τον Στιούαρτ Ο’Χάρα, μέλος της BCRPM, ο οποίος περιέγραψε τη στενή σχέση του παππού του με τον νέο πρωθυπουργό. Για χρόνια, ο Μπέρναμ υπήρξε ένας από τους ελάχιστους κορυφαίους Εργατικούς που τάσσονταν ανοιχτά υπέρ της επανένωσης. Σύμφωνα με τον Στιούαρτ, ο παππούς του πάντα πίστευε ότι ο Μπέρναμ θα ηγείτο κάποτε της χώρας. «Είναι η πρώτη φορά που έχουμε έναν πρωθυπουργό ο οποίος έχει καταγραφεί να υποστηρίζει την επιστροφή των Γλυπτών πριν γίνει πρωθυπουργός… Νομίζω ότι είναι θέμα χρόνου πλέον», εκτιμά.
Η συγκρατημένη αισιοδοξία διαπερνά και τις απόψεις κορυφαίων ειδικών που μίλησαν στο «Βήμα». Η Εϊμι Σέξπιρ, ειδική σε θέματα επαναπατρισμού πολιτιστικών αγαθών, θεωρεί ότι οι πολιτικές ισορροπίες θα μπορούσαν να μεταβληθούν ουσιαστικά: «Δεδομένου ότι ο Μπέρναμ είναι ο πρώτος πρωθυπουργός που έχει υποστηρίξει με συνέπεια την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα, υπάρχει η πιθανότητα να στηρίξει και από τη νέα του θέση την επιστροφή τους». Παράλληλα, επισημαίνει μια κρίσιμη θεσμική εξέλιξη: «Ελπίζω ότι όταν πραγματοποιηθεί η αναθεώρηση του Νόμου περί Φιλανθρωπικών Οργανισμών τον Φεβρουάριο του 2027, τα εθνικά μουσεία θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να επιστρέφουν αντικείμενα για λόγους ηθικής τάξης. Αυτό θα προσφέρει την καλύτερη ευκαιρία για την επιστροφή των Γλυπτών».
Για τον Τρίστραμ Μπέστερμαν, πρώην διευθυντή του Μουσείου του Μάντσεστερ, «το αδιέξοδο θα ξεπεραστεί μόνο εάν εμπλακεί το βρετανικό Κοινοβούλιο, καθώς η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα απαιτεί νομοθετική πράξη». Ο διακεκριμένος νομικός Τζέφρι Ρόμπερτσον KC εκτιμά ότι «το Βρετανικό Μουσείο διστάζει να διαπραγματευτεί χωρίς πολιτική καθοδήγηση, την οποία ελπίζουμε ότι θα παράσχει ο Μπέρναμ». Η Τζούντιθ Χέριν, ομότιμη καθηγήτρια Ύστερης Αρχαιότητας και Βυζαντινών Σπουδών στο King’s College του Λονδίνου, εκφράζει ελπίδα «δεδομένης της προηγούμενης υποστήριξης του Μπέρναμ στην επανένωση των Γλυπτών», ενώ ο ιστορικός Μάικλ Γουντ υιοθετεί πιο συγκρατημένο τόνο, υπενθυμίζοντας ότι ο νέος πρωθυπουργός έχει να αντιμετωπίσει πολύ πιο επείγοντα ζητήματα και πως το πραγματικό κλειδί βρίσκεται στους επιτρόπους του Βρετανικού Μουσείου: «Εάν υποστηρίξουν την επανένωση, τότε αυτή θα πραγματοποιηθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο». Ο καθηγητής Αντονι Σνόντγκρας, διακεκριμένος αρχαιολόγος του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, συνιστά υπομονή «έως ότου ο Μπέρναμ διαμορφώσει την πολιτική της νέας κυβέρνησης για το συγκεκριμένο ζήτημα».
Η σύνθετη νομική πραγματικότητα
Παρά τη μεταβολή του πολιτικού κλίματος, η νομική πραγματικότητα παραμένει σημαντικά πιο περίπλοκη. Σύμφωνα με τον Αλεξάντερ Χέρμαν, διευθυντή του Institute of Art and Law, οι διαδοχικές βρετανικές κυβερνήσεις υποστηρίζουν διαχρονικά ότι το μέλλον των Γλυπτών αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των επιτρόπων του Βρετανικού Μουσείου. Ο ίδιος ωστόσο επισημαίνει ότι «η θέση αυτή ήταν πάντοτε κάπως παραπλανητική, καθώς ο Νόμος περί Βρετανικού Μουσείου του 1963 επιβάλλει γενικούς περιορισμούς στις δυνατότητες των επιτρόπων να διαχειριστούν τη συλλογή».
Ο Χέρμαν προσθέτει ότι το Κοινοβούλιο επέβαλε αυτούς τους περιορισμούς και, εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση, μπορεί και να τους τροποποιήσει: «Εάν ο πρωθυπουργός παραμείνει πιστός στις προηγούμενες θέσεις του, η επιστροφή των Γλυπτών θα μπορούσε να αποτελέσει επίσημη πολιτική της βρετανικής κυβέρνησης, οδηγώντας ενδεχομένως σε νομοθετικές αλλαγές για την υλοποίησή της». Προειδοποιεί πάντως ότι ακόμη και τότε, η νέα νομοθεσία πιθανότατα θα παρέχει στους επιτρόπους τη δυνατότητα και όχι την υποχρέωση να ενεργήσουν, καθιστώντας τις διαπραγματεύσεις τον πιθανότερο δρόμο για μια μελλοντική συμφωνία.
Το Βρετανικό Μουσείο, από την πλευρά του, επιμένει ότι ο διάλογος με την Ελλάδα βρίσκεται σε εξέλιξη. Σε δήλωσή του προς το «Βήμα», εκπρόσωπος του Μουσείου ανέφερε: «Οι συζητήσεις για μια συνεργασία για τον Παρθενώνα συνεχίζονται σε εποικοδομητικό κλίμα. Πιστεύουμε ότι μια τέτοια μακροχρόνια συνεργασία θα επιτύχει τη σωστή ισορροπία μεταξύ του να μοιραζόμαστε τα σημαντικότερα εκθέματά μας με το κοινό σε όλον τον κόσμο και του να διατηρηθεί η ακεραιότητα της εξαιρετικής συλλογής που φιλοξενούμε στο Μουσείο».
Το «Βήμα» απευθύνθηκε και στη Ντάουνινγκ Στριτ για σχόλιο, ωστόσο το Γραφείο του Πρωθυπουργού παρέπεμψε στο υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο επανέλαβε την πάγια θέση της κυβέρνησης ότι «οι αποφάσεις που αφορούν τη φροντίδα και τη διαχείριση των συλλογών του Μουσείου, συμπεριλαμβανομένου του δανεισμού αντικειμένων, αποτελούν αρμοδιότητα των επιτρόπων». Μια απάντηση που απέφυγε κάθε αναφορά στη δηλωμένη προσωπική υποστήριξη του ίδιου του Μπέρναμ προς την επανένωση των Γλυπτών.
Με πληροφορίες από το ΒΗΜΑ

