Γράφει ο Παναγιώτης Τζαννετάτος
Τα πλοία φεύγουν
Οι φίλοι φεύγουν.
Μα η θάλασσα μένει. Αύγουστος.
Φώτα στην άδεια παραλία.
Κι ένα καλοκαίρι που δεν ξεχάστηκε σε άλλη εποχή
Φτάνουμε στον τόπο αυτό πάντα λίγο αργά όταν τα καράβια έχουν γίνει λευκά πουλιά
Ο δρόμος στα κυπαρίσσια. Πέτρα. Θυμάρι. Αλάτι.
Μια πόρτα ανοιχτή σε σπίτι άδειο. Ο Μαΐστρος περνά.
Σηκώνει τις κουρτίνες. Παίρνει τη σκόνη από τα δωμάτια.
Εδώ ο ήλιος δεν φωτίζει. Επιμένει. Στον Μύρτο το νερό είναι τόσο γαλάζιο που πονάει.
Και στέκομαι. Χωρίς χάρτη.
Χωρίς αποσκευές. Χωρίς να περιμένω.
Ένα τζιτζίκι κρατά το μεσημέρι. Ένα καράβι στον ορίζοντα φεύγει.
Εγώ κοιτάζω τα νερά. Κύριε, αν είναι να φύγω, κάνε με ελαφρύ.
Αν είναι να μείνω, άφησέ με εδώ. Στην πέτρα. Στο αλάτι.
Στον Μαΐστρο. Ώσπου να έρθει ο Σεπτέμβρης.
Να χαμηλώσουν τα φώτα. Να σκοτεινιάσει η παραλία.
Να αρχίσει η βροχή. Και τότε να καταλάβω: δεν χάθηκε ο δρόμος.
Χάθηκε εκείνος που περίμενα. Και εσύ δεν ήρθες πότε στο νησί…

