8 Απριλίου 2026
Λογοτεχνία

Συμφωνία… Νο 5

Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα

(25η συνέχεια)

Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας – (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)

***

(Για σύνδεση με το προηγούμενο: “Όταν ένα κορίτσι μεγαλώνει μετρώντας τα λεπτά σαν βόμβες έτοιμες να εκραγούν στο κεφάλι της, όταν η φωνή του πατέρα γίνεται σεισμός και η ώρα επιστροφής στο σπίτι μοιάζει με γραμμή ζωής, τότε η παιδική ηλικία δεν είναι εποχή ανεμελιάς, αλλά πεδίο μάχης.

Η Ηρώ γυρίζει σπίτι. Κουβαλάει μια βαλίτσα, μα μαζί της κουβαλάει και κάτι πιο βαρύ: το παρελθόν. Μια οικογενειακή σκηνή, που μοιάζει με έκρηξη, ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας, κι εμείς καλούμαστε να κοιτάξουμε κατάματα όλα όσα δε λέγονται! Μόνο τα νιώθεις!

Αν κι εσύ- που διαβάζεις αυτή τη συνέχεια- έχεις νιώσει ποτέ ότι μια λέξη μπορεί να σε διαλύσει ή να σε σώσει, τότε αυτό το απόσπασμα είναι για σένα”.

***

Σουρούπωνε.

«Τι ώρα είναι;», ρώτησε κάποιος συνεπιβάτης πάνω από τον ώμο της Ηρώς, που είχε γείρει το κεφάλι της στο παράθυρο και μισοκοιμόταν.

«Περασμένες οχτώ!», απάντησε ο κύριος από την απέναντι θέση του κουπέ.

«Λένε ότι θα έχουμε καθυστέρηση», πρόσθεσε ο διπλανός της.

Η Ηρώ άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε γύρω και αντιλήφθηκε πως το τρένο, με το οποίο ταξίδευε εδώ και ώρα, είχε σταματήσει.

«Είμαστε στην Οινόη!», την πληροφόρησε ο απέναντι συνταξιδιώτης και, βλέποντας το ξαφνιασμένο βλέμμα της, της χαμογέλασε.

«Κοιμήθηκες, ε; Τώρα όμως, ποιος ξέρει πόσο θα καθυστερήσουμε εδώ! Έχει διασταύρωση με την Ταχεία του εξωτερικού και πρέπει να περιμένουμε».

«Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Ελπίζω μόνο να μην ξημερώσουμε στην Οινόη!», απάντησε με ανάλαφρη διάθεση.

Όλο αυτό της φαινόταν σαν μια χαρούμενη περιπλάνηση στη ζωή. Το σταματημένο τρένο, οι άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν, οι μικροπωλητές, τα σουβλάκια… η τσίκνα τους στον αέρα να ανακατεύεται με τις ευωδιές από ανθισμένο γιασεμί και αγιόκλημα. Ένα μωρό έκλαιγε στο διπλανό κουπέ. Ο σταθμάρχης κουβέντιαζε δυνατά με κάποιους γνωστούς του.

Τι όμορφα που ένιωθε η Ηρώ μέσα σ’ αυτή την ανακατωσούρα! Λες κι είχε γίνει μια απρόσμενη έκρηξη που την πέταξε έξω από τα κλειστά παράθυρα του τρένου. Πόσο θα ήθελε να ζει καθημερινά μέσα στα παλλόμενα κύματα της ζωής, αρκεί…

«Τι θόρυβος! Δεν σε ενοχλεί αυτή η φασαρία; Φαίνεσαι τόσο ήρεμη!», διέκοψε τις σκέψεις της ο κύριος από το απέναντι κουπέ.

«Καθόλου. Αντίθετα, με διασκεδάζει», του απάντησε κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο.

«Σε διασκεδάζει αυτή η φασαρία;», απόρησε.

«Αυτό δεν είναι η ζωή; Μου αρέσει να είμαι μέσα στα δρώμενα, όπως έλεγε κάποιος καθηγητής μου. Από ’κει και πέρα μπορώ να διαλέξω τι μου αρέσει και τι όχι».

Την κοίταξε παραξενεμένος.

Τόσο νεαρό άτομο! Θα ’χει την ηλικία της κόρης μου, σκέφτηκε σαν αστραπή και της χαμογέλασε με συμπάθεια.

«Μην το πάρεις στραβά, αλλά… μιλάς σαν γερόντισσα που έχουν δει πολλά τα μάτια της. Με ξαφνιάζεις!», πρόσθεσε, ενώ σηκωνόταν από τη θέση του για να σταθεί δίπλα της, στο ανοιχτό παράθυρο.

Το μεγάλο ρολόι του σταθμού έδειχνε 8:35. Είχε νυχτώσει για τα καλά.

«Πολύ αργούμε… Πάω να ρωτήσω τι γίνεται», δυσανασχέτησε και κατέβηκε από το τρένο.

Η Ηρώ έριξε ακόμα ένα βλέμμα στο μεγάλο ρολόι: 8:45. Ένα αδιόρατο βάρος άρχισε ν’ απλώνεται στο στήθος της. Μια ύπουλη ανησυχία ξεπρόβαλε από μέσα της, διώχνοντας κάθε ίχνος της προηγούμενης καλής της διάθεσης. Στη σκέψη της σφήνωσε σαν βεντούζα το πατρικό της κι άρχισε να φορτίζεται σαν μπαταρία, από το «ρεύμα» που ήξερε καλά πως επικρατούσε εκεί: Ανησυχία! Εκνευρισμός! Φόβος! Θυμός! Πόλεμος!

Πόλεμος δίχως Ειρήνη! Έτσι, για να αντιστρέψουμε τον Τολστόι!, αστειεύτηκε από μέσα της, προσπαθώντας να διαχειριστεί την εσωτερική της αναταραχή. Στο πρόσωπό της, όμως, είχε αποτυπωθεί μόνο αταραξία.

Ο συνομιλητής της εμφανίστηκε στην πόρτα του κουπέ με σουβλάκια, ψωμάκια και γκαζόζες στα χέρια.

«Σε κερνάω!», πρόλαβε την πιθανή της άρνηση. Κι επειδή η Ηρώ είχε γίνει ατάραχη –όπως είπαμε– ο άνθρωπος μπερδεύτηκε. Νόμισε πως αυτός έφταιγε που το χαμόγελό της έσβησε και έγινε σαν κολώνα πάγου.

«Με συγχωρείς, κόρη μου. Δεν σε ρώτησα, όπως θα ’πρεπε. Πήρα το θάρρος γιατί… αργούμε, και θα πεινάσεις. Η Ταχεία του εξωτερικού καθυστέρησε στη Θεσσαλονίκη. Κατά τις 9 και κάτι θα είναι εδώ, όπως υπολογίζει ο σταθμάρχης».

Μιλώντας, της έβαζε τα σουβλάκια στο χέρι και ακούμπησε τις γκαζόζες στο τραπεζάκι του κουπέ.

«Τόση ώρα μιλάμε και δεν έχουμε συστηθεί. Κωνσταντίνος Μακρής. Καθηγητής στο Γυμνάσιο Καρύστου», είπε επίσημα και της άπλωσε το χέρι.

«Ηρώ. Είμαι από τη Χαλκίδα», απάντησε απλά.

«Τρώγε, Ηρώ. Θα φτάσεις αργά στο σπίτι. Σε περιμένουν οι δικοί σου;», τη ρώτησε μασώντας.

«Δυστυχώς… με περιμένουν», αναστέναξε, προσπαθώντας να διώξει λίγο από το βάρος που της πίεζε το στήθος, το στομάχι και την κοιλιά μαζί.

«Γιατί “δυστυχώς”, παιδί μου;», την κοίταξε με απορία.

«Γιατί ο μπαμπάς περιμένει να είμαι σπίτι από τις 8. Έτσι έχει υπολογίσει, σύμφωνα με το δρομολόγιο».

«Ναι, αλλά το τρένο έχει καθυστέρηση. Τι φταις εσύ; Και… συγγνώμη, δε μου πέφτει λόγος, αλλά, πες μου, τον φοβάσαι τόσο πολύ;»

«Όχι!», απάντησε αμήχανα.

«Είναι ολοφάνερο ότι φοβάσαι. Τι θα σου κάνει; Θα σε χτυπήσει;»

«Όχι, βέβαια», χαμογέλασε αμήχανα, «αλλά… να, δεν αισθάνομαι καλά όταν τον βλέπω να στεναχωριέται. Όταν ανησυχεί, στεναχωριέται και μετά… αρρωσταίνει. Δεν το αντέχω αυτό».

Ξέσπασε, λες και το είχε ανάγκη.

«Και προτιμάς να υποφέρεις εσύ. Έτσι δεν είναι;»

Η Ηρώ δεν απάντησε. Ήξερε καλά πως έτσι είναι.

Ο κύριος Μακρής την κοίταξε αμίλητος. Είχε γνωρίσει πολλά παιδιά της ηλικίας της. Πάνω από την έδρα, είχε διαβάσει τα μάτια τους και είχε μάθει να ξεχωρίζει τις σιωπηλές αλήθειες. Το καθαρό βλέμμα της Ηρώς ήταν από εκείνα που εκτιμούσε βαθιά.

«Ξέρει ο πατέρας σου τι καλό παιδί έχει; Τι καλή κόρη;»

Η φωνή του πρόδιδε συγκίνηση. Τη ρωτούσε; Μιλούσε στον εαυτό του; Η Ηρώ δεν κατάλαβε. Η σκέψη της είχε σταματήσει σε μία ερώτηση:

Τι με περιμένει, τόσο που άργησα;

«Χριστέ μου!», αναστέναξε κι έκανε τον σταυρό της, χωρίς να ξέρει γιατί.

«Δόξα τω Θεώ, φεύγουμε!», ακούστηκε μια φωνή απ’ τον διάδρομο. Η Ταχεία του εξωτερικού φάνηκε από μακριά, με όλα τα παράθυρά της φωτισμένα. Οι μηχανές της έβγαλαν πνιχτό ατμό.

«Μας ξεκούφανε!», διαμαρτυρήθηκε η μητέρα με το μωρό από το διπλανό κουπέ. Άνθρωποι κατέβηκαν από την Ταχεία. Άλλοι ανέβηκαν στο τρένο που περίμενε. Ο σταθμάρχης έδωσε το σύνθημα και το τρένο σφύριξε τρεις φορές. Επιτέλους, οι ρόδες του κύλησαν πάνω στις ράγες.

«Σύντομα θα είσαι στο σπίτι σου», την παρηγόρησε ο συνταξιδιώτης της.

«Δηλαδή, κατά τις 10 και τέταρτο», υπολόγισε η Ηρώ —και την έκοψε κρύος ιδρώτας.

Πού 8 και κάτι… πού 10 και τέταρτο!

***

«Στις 8 και κάτι να είσαι στο σπίτι. Κανόνισε!», την είχε διατάξει ο μπαμπάς από το τηλέφωνο. Κι εκείνη όφειλε να “κανονίσει” όλα τα δρομολόγια των τραίνων και ολόκληρη την κίνηση της ζωής, ώστε να μην υπάρξει κανένα εμπόδιο που θα τολμούσε να ανατρέψει τους κανόνες του κυρίου Ιωάννη. Γιατί, φίλε μου, αυτοί οι κανόνες στήριζαν ολόκληρο το οικοδόμημα του νευρικού του συστήματος. Σαν τις σκαλωσιές μιας οικοδομής. Άντε, βγάλε μία – και θα δεις τι θα γίνει.

«Θα θρακοσωριαστεί ολόκληρο το σύμπαν!», τον κορόιδευε η μαμά-Ευαγγελία, όταν εκείνος χτυπούσε με το δάχτυλο την επιφάνεια του ρολογιού και της εξηγούσε: «Ξέρεις τι θα πει διαφορά ώρας, κυρία Ευαγγελία; Άλλο 8:00 μ.μ. και άλλο 8:30 μ.μ.! Κι όταν λέμε ότι τρώμε στις 8:00, δεν εννοούμε… του χρόνου! Κατάλαβες;».

«Κατάλαβα ότι σου στρίψε!», απαντούσε εκείνη μέσα από τα δόντια της, γιατί το κρεσέντο της φωνής του συζύγου της καθόριζε και τη δική της συμπεριφορά. Άλλη η αντίδρασή της όταν η φωνή του έτρεμε ελαφρά, κι άλλη όταν έκανε να τρίζουν τα τζάμια.

Ε, λοιπόν, για να εξηγούμαστε: το θέμα της ακρίβειας στην ώρα ήταν από αυτά που φόρτιζαν τόσο τη φωνή του, ώστε να τρίζουν τα τζάμια. Μέχρι τις 8:00 μ.μ. είχαν δικαίωμα ζωής εκτός των συνόρων του σπιτιού˙ άντε και μέχρι τη βεράντα, να πάρουν λίγο αέρα. Ένα λεπτό αργότερα, το όριο κατέρρεε.

Η αλήθεια είναι πως ο κύριος Ιωάννης είχε καταφέρει –τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια– να επιβάλει πλήρη συμμόρφωση. Ακόμα και η “ασυμμόρφωτη”, όπως την αποκαλούσε, Ευαγγελία, είχε πειθαρχήσει. Φαντάσου, έκλεινε και τα παραθυρόφυλλα από νωρίς, «για να μη μας τρώει ο ήλιος», όπως έλεγε.

«Πώς τα θυμήθηκα όλ’ αυτά!», απορούσε η Ηρώ, κατεβαίνοντας από το ταξί μπροστά στην εξώπορτα του σπιτιού της.

Ο όγκος του, μουντός μέσα στη νύχτα, έμοιαζε έτοιμος να την πλακώσει. Η ηλεκτρική λάμπα στο στύλο της ΔΕΗ έριχνε ένα θαμπό, κιτρινωπό φως και έκανε ολόκληρη τη γειτονιά να μοιάζει με ξεθωριασμένη καρτ-ποστάλ. Κατάπιε με δυσκολία, αλλά ένιωσε και κάτι ζεστό ν’ αναδεύεται μέσα της. Σαν χαρά. Ή σαν την ελπίδα της χαράς. Σαν κάτι γνώριμο και ξεχασμένο ταυτόχρονα – μα κράτησε τόσο λίγο. Ήταν, βλέπεις, εκείνο το στομάχι της που –μόλις τώρα το κατάλαβε– την ενοχλούσε εδώ και ώρα.

Άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά της. Ναι, βέβαια – είχε δικά της κλειδιά, όπως κάθε παιδί με «προνόμια».

Ανέβηκε την εσωτερική σκάλα, κουβαλώντας τη βαλίτσα της.

Πήγε ν’ ανοίξει την εσωτερική πόρτα που οδηγούσε στο καθημερινό τους σαλόνι – στο καθιστικό, όπως λέμε – και… βρέθηκε φάτσα με φάτσα με τον μπαμπά-Ιωάννη. Ή μάλλον, με τα μάτια του. Γουρλωμένα, κατακόκκινα, τεράστια. Γεμάτα κεραυνούς από θυμό. Έτοιμα να την κατακάψουν. Να την αφανίσουν. Η βαλίτσα γλίστρησε απ’ τα χέρια της.

«Τι ώρα είναι αυτήηη;» – τραντάχτηκε το σπίτι ολόκληρο από τη φωνή του.

«Δ… δ… δέκα… η ώρα… εί… είναι δδέκα, μπαμπά!», ξεψυχούσε η Ηρώ.

Κι αυτό ήταν τόσο φανερό, που ακόμα και η μαμά-Ευαγγελία παραμέρισε κάθε άλλη σκέψη και συναίσθημα. Πετάχτηκε έντρομη από την κουζίνα.

«Ιωάννηηη!», ούρλιαξε. «Για όνομα του Θεού! Ακόμα δεν ήρθε!».

Μπήκε ανάμεσά τους με μεγάλη προσπάθεια, γιατί τα πόδια της έτρεμαν.

«Φύγε από τη μέση εσύ, που την έκανες σαν τα μούτρα σου!».

Της έδωσε ο Ιωάννης μια δυνατή σπρωξιά και την παραμέρισε, ενώ χτυπώντας με τη γροθιά του την τραπεζαρία, κρατούσε ρυθμό στα λόγια του:

«Μυα-λό δεν έ-χεις και το ξέ-ρω! Πού γύ-ρι-ζες ό-μως μέ-χρι αυ-τή την ώ-ρα;»

Διακοπή για να πάρει ανάσα. Κι έπειτα πάλι:

«Πες μου, πού γύριζες; Πού γύριζες; Πού γύριζες;»

Άλλαξε ρυθμό. Ούρλιαζε τώρα πάνω από το κεφάλι της.

Το δωμάτιο τότε τσακίστηκε σε κομμάτια. Ίσως και ολόκληρο το σπίτι – αλλά η Ηρώ έβλεπε μόνο τα κομμάτια από το δωμάτιο. Και τη φωνή του μπαμπά – κομματιασμένη κι αυτή. Σκόρπιες λέξεις στριφογύριζαν πάνω απ’ το κεφάλι της. Χώνονταν στο μυαλό της και το διέλυαν σε μικρά-μικρά κομμάτια. Λες και θα το έπαιρναν μαζί τους…

Τι τρομερό! Δεν ήθελε να πάει μαζί τους! Θα χανόταν. Και τότε, πώς θα γύριζε πίσω στο σπίτι τους;

«Δε θέλωωω!», αντιστάθηκε σθεναρά και έπιασε το κεφάλι της. Το έσφιξε ανάμεσα στα χέρια της δυνατά. «Αφήστε με στην ησυχία μου, σας λέω! Δεν μπορώ να διαλυθώ σε λέξεις! Δεν το θέλω αυτό!».

«Τι λες, βρε ανόητη;», φρίκαρε ο Ιωάννης από την ακατανόητη συμπεριφορά της.

Κοίτα τώρα να δεις! Η φωνή του μπαμπά μπορεί να τορπίλιζε το κεφάλι της, αλλά έλεγε και λέξεις με ενδιαφέρον. Όπως η λέξη ανόητη. Δηλαδή «χωρίς νόηση»… Ή μήπως είπε «χωρίς νου»;

Έπεσε σε περισυλλογή η Ηρώ. Κάπως ησύχασε. Άρχισε να βάζει τις λέξεις σε τάξη. Μέχρι που χαμογέλασε και ρώτησε δειλά:

«Μπαμπά, είπες “α-νό-ητη” ή κάτι άλλο; Γιατί… πρέπει να τις γράφω σωστά τις λέξεις… αλλιώς… κινδυνεύουμε!»

Κοίταξε πάλι γύρω της με τρόμο.

Ο πατέρας-Ιωάννης ξαφνικά βουβάθηκε. Κοίταξε τη γυναίκα του, λες και ζητούσε βοήθεια. Εκείνη πλησίασε την Ηρώ παραπατώντας, την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στον καναπέ.

«Προτού την τρελάνεις, μπορείς να της φέρεις ένα ποτήρι νερό;», είπε ψυχρά στον Ιωάννη.

Εκείνος υπάκουσε. Έφερε δύο. Το πρώτο για τον εαυτό του, γιατί είχε ταραχτεί πολύ. Το άλλο το έβαλε στο απλωμένο χέρι της γυναίκας του.

«Πάρε τηλέφωνο τον γιατρό!», τον πρόσταξε υπόκωφα η Ευαγγελία, και βοήθησε την κόρη της να ξαπλώσει.

Πόση ώρα πέρασε; Κανείς δεν ήξερε – για να μάθουμε κι εμείς. Πάντως, ο γιατρός ήρθε. Έδωσε κάτι χαπάκια – άσπρα, μικρά ήταν – για την Ηρώ, μαζί με την εντολή να παρακολουθούν τη συμπεριφορά της.

«Ανησυχώ πολύ», τόνισε.

***

24η συνέχεια <———

google news

Ακολουθήστε μας και στο Google news
Ακολουθήστε μας και στο Youtube

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!