Η Γερμανία κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μια μακροχρόνια «δημοσιονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης», με απρόβλεπτες συνέπειες όχι μόνο για την οικονομία της, αλλά και για την ίδια τη δημοκρατική της λειτουργία.
Το προειδοποιητικό καμπανάκι χτυπά ο Florian Schuster-Johnson, επικεφαλής του Budget Lab στον ανεξάρτητο οργανισμό σκέψης Dezernat Zukunft, ο οποίος κάνει λόγο για ένα ασφυκτικό δημοσιονομικό μέλλον.
Η παρούσα κατάσταση αποτυπώνεται με σαφήνεια: ένα ολοένα και μικρότερο κομμάτι του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού παραμένει διαθέσιμο για νέες πολιτικές πρωτοβουλίες. Αν δεν αλλάξει κάτι δραστικά, έως το 2035, σχεδόν το 97% των κρατικών δαπανών θα είναι ήδη δεσμευμένο, αφήνοντας ελάχιστο ή καθόλου περιθώριο ελιγμών στην εκάστοτε κυβέρνηση.
Από τη λιτότητα στο χρέος μέσω παραθύρων και εξαιρέσεων
Το φρένο χρέους («Schuldenbremse»), που θεσμοθετήθηκε το 2011, είχε στόχο να επιβάλει δημοσιονομική πειθαρχία. Ωστόσο, όπως τονίζει ο Schuster-Johnson, η νομική αυστηρότητα αυτού του μηχανισμού καθιστά την κρατική δράση όλο και πιο δύσκολη σε περιόδους κρίσης. Έτσι, προκειμένου να αντιμετωπιστούν επείγουσες ανάγκες, όπως η αναβάθμιση των ενόπλων δυνάμεων ή οι επενδύσεις σε υποδομές, η κυβέρνηση προσφεύγει πλέον όλο και συχνότερα σε ειδικά ταμεία και παρακάμψεις του κανονικού προϋπολογισμού.
«Αυτές οι εξαιρέσεις δεν είναι απόκλιση, αλλά κανόνας», σημειώνει με νόημα ο οικονομολόγος, τονίζοντας ότι η πολιτεία λειτουργεί όλο και περισσότερο μέσω “δημοσιονομικών παραθύρων”, χάνοντας την ενιαία εικόνα και τη διαφάνεια του προϋπολογισμού.
Το μέλλον: σταθερές δαπάνες, ασθενής πολιτική βούληση
Οι κίνδυνοι είναι πολλαπλοί. Πέρα από τις αυξανόμενες δαπάνες για τόκους, λόγω των νέων δανείων, ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός επιβαρύνεται και από την άνοδο των κοινωνικών μεταβιβάσεων. Το επίδομα του πολίτη, οι επιδοτήσεις συντάξεων και οι δαπάνες για υγεία και μακροχρόνια περίθαλψη αυξάνονται διαρκώς, καθώς ο πληθυσμός γηράσκει και οι ανάγκες διογκώνονται.
Κι όμως, αυτές οι δαπάνες είναι σε μεγάλο βαθμό νομικά δεσμευτικές. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και με πολιτική βούληση, η μείωσή τους είναι εξαιρετικά δύσκολη ή ανέφικτη. Η κατάσταση επιδεινώνεται από την άνοδο της ανεργίας, με το κράτος να καλείται να στηρίξει ακόμη περισσότερους πολίτες.
Η απειλή για τη δημοκρατία: Εκλογές χωρίς νόημα;
Όπως επισημαίνει ο Schuster-Johnson, η κατάσταση αυτή δεν είναι απλώς οικονομικό πρόβλημα: είναι θεσμική κρίση. Όταν μια κυβέρνηση δεν έχει τον απαραίτητο χώρο στον προϋπολογισμό για να εφαρμόσει την πολιτική για την οποία εξελέγη, τότε το νόημα των εκλογών τίθεται υπό αμφισβήτηση. «Οι εκλογές χάνουν τη δημοσιονομική τους σημασία», λέει χαρακτηριστικά.
Η μόνη διέξοδος για επενδύσεις και νέες πολιτικές είναι η προσφυγή στο Σύνταγμα και η συγκέντρωση πλειοψηφίας δύο τρίτων για δημιουργία νέων ειδικών ταμείων. Όμως αυτή η πλειοψηφία δεν είναι δεδομένη, ούτε για πάντα διαθέσιμη.
Η κατάσταση στη Γερμανία θυμίζει, σε κάποιο βαθμό, τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ανά τακτά διαστήματα το Κογκρέσο πρέπει να εγκρίνει την αύξηση του ορίου χρέους για να αποφευχθεί η παράλυση της κυβέρνησης. Στη Γερμανία, αυτό μεταφράζεται σε επαναλαμβανόμενες μάχες για συνταγματικές τροποποιήσεις, ώστε να δημιουργούνται νέοι χώροι δαπανών.
Αν όμως δεν υπάρχει πολιτική συμφωνία, τότε το σύστημα παγώνει. Και μαζί του η δημοκρατική δυνατότητα λήψης αποφάσεων.
Και τώρα τι; Λιγότερες δαπάνες ή βαθύτερη μεταρρύθμιση;
Η εξοικονόμηση χρημάτων θεωρείται επιβεβλημένη, αλλά τα περιθώρια είναι περιορισμένα. Οι περικοπές σε επιδόματα και συντάξεις σκοντάφτουν σε νομικά και συνταγματικά εμπόδια. Η μόνη βιώσιμη λύση, σύμφωνα με τον Schuster-Johnson, είναι η μακροπρόθεσμη διαρθρωτική αλλαγή: μεταρρυθμίσεις στη φορολογία, στον μηχανισμό ασφάλισης και στη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους.
Μέχρι τότε, η χώρα ίσως βρεθεί όλο και συχνότερα σε έναν φαύλο κύκλο δημοσιονομικών παρακάμψεων, πολιτικής αδυναμίας και απογοήτευσης των πολιτών.

