Γράφει Μουρτζούκος Χρήστος
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται διαχρονικά στους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς παγκοσμίως, αποτελώντας σύμβολο ήλιου, θάλασσας, πολιτισμού και φιλοξενίας.
Ο τουρισμός συνεισφέρει περίπου το 20% στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας, απασχολεί εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους και τροφοδοτεί μια ολόκληρη αλυσίδα δραστηριοτήτων, από τις μεταφορές και την εστίαση έως τον πολιτισμό και την αγροτική παραγωγή.
Αυτή η σημαντική εξάρτηση, όμως, εγείρει εύλογα ερωτήματα:
- Πόσο βιώσιμο είναι το ελληνικό τουριστικό μοντέλο στο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης και των γεωπολιτικών εντάσεων;
- Υπάρχει σχέδιο Β για ενδεχόμενες καταρρεύσεις της τουριστικής δραστηριότητας; (θυμηθείτε την Σαντορίνη και τους σεισμούς τον περασμένο Φεβρουάριο)
- Και κυρίως, πώς μπορεί η Ελλάδα να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική της για έναν πιο ανθεκτικό και βιώσιμο τουρισμό;
Οι κλιματικές προκλήσεις
Τις τελευταίες δεκαετίες, η Ελλάδα έχει γίνει όλο και πιο ευάλωτη στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Οι παρατεταμένοι καύσωνες, οι καταστροφικές δασικές πυρκαγιές, η ξηρασία και οι πλημμύρες, δεν αποτελούν απλώς μελλοντικούς κινδύνους, αλλά παρόντα προβλήματα που ήδη επηρεάζουν την ελκυστικότητα πολλών περιοχών της χώρας.
Το καλοκαίρι του 2023, για παράδειγμα, οι φωτιές στη Ρόδο και στον Έβρο ανάγκασαν χιλιάδες τουρίστες να εγκαταλείψουν τις διακοπές τους, προκαλώντας σημαντική οικονομική ζημιά και ένα σοβαρό πλήγμα στην εικόνα της χώρας στο εξωτερικό.
Πέρα από τις πυρκαγιές, η σταδιακή άνοδος των θερμοκρασιών απειλεί την εποχικότητα του τουρισμού. Εάν το καλοκαίρι καταστεί υπερβολικά ζεστό και αφόρητο για μεγάλο μέρος των επισκεπτών,ιδίως για οικογένειες, ηλικιωμένους ή τουρίστες από χώρες με εύκρατο κλίμα, τότε η ζήτηση για τουρισμό ενδέχεται να μετατοπιστεί χρονικά (προς άνοιξη ή φθινόπωρο) ή και γεωγραφικά (σε πιο βόρειες περιοχές της Ευρώπης).
Σεισμογενής πραγματικότητα
Η Ελλάδα είναι επίσης μια από τις πλέον σεισμογενείς χώρες της Ευρώπης. Αν και οι υποδομές της είναι, σε γενικές γραμμές, ανθεκτικές, ένας μεγάλος σεισμός σε τουριστικό προορισμό κατά την αιχμή της σεζόν θα μπορούσε να προκαλέσει όχι μόνο ανθρώπινη τραγωδία αλλά και σοβαρότατη οικονομική επίπτωση. Η τουριστική βιομηχανία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις φυσικές καταστροφές, καθώς εξαρτάται από τη φήμη, την ασφάλεια και την προβλεψιμότητα.
Η πανδημία του COVID-19 απέδειξε πόσο ευάλωτη είναι η ελληνική οικονομία όταν η ροή τουριστών διακόπτεται αιφνίδια. Η σχεδόν καθολική εξάρτηση από τον τουρισμό ως βασική πηγή εσόδων ανέδειξε την ανάγκη για διαφοροποίηση της οικονομικής δραστηριότητας, ειδικά σε νησιά και περιοχές όπου ο τουρισμός μονοπωλεί την τοπική ανάπτυξη.
Αυτό που απαιτείται σήμερα δεν είναι μόνο η προώθηση περισσότερων τουριστών ή η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, αλλά η ριζική αναθεώρηση του τουριστικού μοντέλου. Ένα μοντέλο που θα σέβεται το περιβάλλον, θα ενισχύει την τοπική κοινωνία και θα βασίζεται στην ποιοτική εμπειρία, και όχι στον μαζικό, φθηνό τουρισμό που εξαντλεί φυσικούς πόρους και ανθρώπινα δυναμικά.
Ο επαναπροσδιορισμός
Η Ελλάδα οφείλει να επενδύσει στρατηγικά σε τρεις βασικούς άξονες:
1. Βιωσιμότητα και πράσινη μετάβαση
Απαιτούνται μέτρα για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και την αποτροπή φυσικών καταστροφών. Αναδασώσεις, ενεργειακή αναβάθμιση ξενοδοχειακών μονάδων, αποθάρρυνση της αυθαίρετης δόμησης και κίνητρα για φιλικά προς το περιβάλλον τουριστικά προϊόντα είναι ενέργειες που πρέπει να ενταθούν.
2. Ανάπτυξη θεματικών μορφών τουρισμού
Ο ιαματικός, ο αγροτουρισμός, ο πολιτιστικός, ο ιατρικός και ο συνεδριακός τουρισμός προσφέρουν τη δυνατότητα διεύρυνσης της τουριστικής περιόδου, προσέλκυσης επισκεπτών με υψηλότερο εισόδημα και γεωγραφική αποσυμφόρηση των δημοφιλών προορισμών. Ειδικά περιοχές όπως η Δυτική Μακεδονία, η Θεσσαλία ή η Ήπειρος, μπορούν να επωφεληθούν από την ανάπτυξη εναλλακτικού τουρισμού.
3. Ψηφιακός μετασχηματισμός και προσαρμογή στην τεχνολογία.
Η υιοθέτηση ψηφιακών πλατφορμών για κρατήσεις, η δημιουργία ψηφιακών ξεναγών και η προβολή τουριστικών εμπειριών μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά και πλατφόρμες της διασποράς, είναι εργαλεία απαραίτητα για την προσαρμογή της Ελλάδας στον ανταγωνιστικό διεθνή τουριστικό χάρτη. Παράλληλα, πρέπει να ενισχυθούν οι μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων και τα πρωτόκολλα αντιμετώπισης φυσικών φαινομένων.
Το σχέδιο Β
Η απουσία ενός εναλλακτικού σχεδίου για την περίπτωση μεγάλης πτώσης στον τουρισμό αποτελεί κενό στρατηγικής. Η Ελλάδα πρέπει να ενθαρρύνει και να επενδύσει σε άλλους τομείς της οικονομίας, όπως η αγροδιατροφή, η τεχνολογία, η ναυτιλία, η εκπαίδευση, ώστε να μειωθεί η υπερεξάρτηση από τον τουρισμό. Παράλληλα, η κατάρτιση των εργαζομένων και η διασύνδεση τουρισμού με άλλους παραγωγικούς κλάδους μπορούν να συμβάλουν στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας.
Εν κατακλείδι
Ο τουρισμός στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ένας οικονομικός τομέας, είναι ένας τρόπος ζωής, μια πολιτισμική ταυτότητα. Όμως για να συνεχίσει να αποτελεί πηγή ευημερίας, πρέπει να μετασχηματιστεί. Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η διαχείριση κινδύνων όπως οι πυρκαγιές και οι σεισμοί, και η θεσμική ενίσχυση της τουριστικής στρατηγικής είναι απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο επαναπροσδιορισμός του ελληνικού τουρισμού δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη, και μάλιστα επείγουσα.

