Γράφει ο *Αλέξιος Ντόνας
Εγγραφή εκλογέων εκτός επικρατείας
Κάθε πολιτικό σύστημα κρίνεται όχι μόνο από τους νόμους που ψηφίζει, αλλά κυρίως από το αν φροντίζει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να εφαρμοστούν. Η έναρξη της εγγραφής στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού φέρνει ξανά στην επιφάνεια μια γνώριμη παθογένεια. Ένα δικαίωμα μπορεί να είναι απολύτως καθαρό στα χαρτιά και ταυτόχρονα ανύπαρκτο στην καθημερινότητα του πολίτη που καλείται να το ασκήσει.
Η διαδικασία προβλέπει ηλεκτρονική υποβολή αίτησης, με είσοδο στην πλατφόρμα είτε μέσω των προσωπικών κωδικών ΑΑΔΕ είτε με στοιχεία ελληνικού διαβατηρίου σε ισχύ. Για όσους δεν διαθέτουν κανένα από τα δύο, ή δεν μπορούν να ολοκληρώσουν μόνοι τους την αίτηση, ο νόμος προβλέπει και τρίτη οδό, προσέλευση στην αρμόδια προξενική αρχή, αυτοπροσώπως, με ταυτοποιητικό έγγραφο και το ΑΦΜ τους, ώστε διαπιστευμένος υπάλληλος να συμπληρώσει την αίτηση γι’ αυτούς. Η πρόβλεψη είναι θεσμικά άψογη. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να λειτουργήσει εκεί όπου πραγματικά χρειάζεται, σε χώρες με πολυάριθμη ελληνική κοινότητα και προξενικές υπηρεσίες που ήδη δυσκολεύονται να καλύψουν την τρέχουσα ζήτηση.
Το πρόβλημα οξύνθηκε μετά την παύση ισχύος των παλαιού τύπου ταυτοτήτων ως ταξιδιωτικών εγγράφων από τις 3 Αυγούστου. Η εγγραφή στους καταλόγους δεν προϋποθέτει νέα ταυτότητα, το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Όσοι δεν έχουν κωδικούς ΑΑΔΕ ούτε διαβατήριο σε ισχύ οφείλουν να στραφούν στο Προξενείο, με οποιοδήποτε ταυτοποιητικό έγγραφο διαθέτουν και το ΑΦΜ τους. Ακριβώς εκεί εμφανίζεται η πρακτική αντίφαση. Το κράτος καλεί τον απόδημο να συμμετάσχει σε μια εκλογική διαδικασία, την ίδια στιγμή που δεν διασφαλίζει ότι οι προξενικές υπηρεσίες διαθέτουν αρκετά
ραντεβού, προσωπικό και σαφείς εναλλακτικές για όσους χρειάζονται αυτή τη συνδρομή, ιδίως τώρα που τα ίδια Προξενεία είναι ήδη φορτωμένα με αιτήσεις διαβατηρίων, αφού οι παλιές ταυτότητες δεν ισχύουν πια ως ταξιδιωτικά έγγραφα και όσοι τις κατείχαν χρειάζονται πλέον διαβατήριο για να ταξιδέψουν.
Δεν πρόκειται για ζήτημα τεχνικής ευκολίας. Όταν η πρόσβαση σε μια διοικητική διαδικασία εξαρτάται από υπηρεσία χωρίς διαθέσιμα ραντεβού, η τυπική ύπαρξη του δικαιώματος δεν αρκεί. Η διοίκηση οφείλει να ελέγχει ολόκληρη την αλυσίδα, την πλατφόρμα, την ταυτοποίηση, το Προξενείο, την ενημέρωση, την προθεσμία, όχι μόνο το πρώτο βήμα που φαίνεται σε μια ανακοίνωση.
Η κατάργηση της παλαιάς ταυτότητας ως ταξιδιωτικού εγγράφου δεν ήταν απρόβλεπτη εξέλιξη. Ήταν γνωστή χρόνια πριν. Η έναρξη της εκλογικής εγγραφής έπρεπε λοιπόν να συνοδευτεί από ειδικό σχέδιο για τους Έλληνες του εξωτερικού, όχι να προστεθεί απλώς πάνω σε ένα ήδη φορτωμένο σύστημα. Και εδώ αναδύεται ένα μοτίβο που όσοι παρακολουθούν την ελληνική πολιτική σκηνή αναγνωρίζουν εύκολα. Πρώτα το πρόβλημα μεγαλώνει χωρίς παρέμβαση, ο κόσμος νιώθει εγκαταλελειμμένος, και μετά, στο παρά πέντε, έρχεται η δημόσια «λύση», μια παρέμβαση βουλευτή ή υφυπουργού που παρουσιάζεται ως κατόρθωμα. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί συνειδητή πρόθεση αποκλεισμού για να έχει αξία αυτή η παρατήρηση. Αρκεί να διαπιστωθεί ότι η διοίκηση γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, έναν απόλυτα προβλέψιμο κίνδυνο και δεν έλαβε έγκαιρα μέτρα να τον αποτρέψει.
Η λύση δεν χρειάζεται νέο νόμο. Χρειάζεται να λειτουργήσει πλήρως αυτό που ήδη προβλέπεται, και συγκεκριμένες διοικητικές αποφάσεις. Ξεχωριστά ραντεβού για την εκλογική εγγραφή, όχι μπλεγμένα με εκείνα διαβατηρίων και ταυτοτήτων. Προσωρινή ενίσχυση προσωπικού στα Προξενεία των χωρών με μεγάλη ελληνική κοινότητα. Σαφής και δημόσια ενημέρωση για τα
αποδεκτά έγγραφα ταυτοποίησης. Καταγραφή όσων δεν εξυπηρετήθηκαν λόγω έλλειψης ραντεβού. Και παράταση της προθεσμίας για όσους αποδεδειγμένα επιχείρησαν να εγγραφούν αλλά δεν τα κατάφεραν, όχι ως ευνοϊκή χειρονομία, αλλά ως αναγνώριση ότι η διοικητική αδυναμία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε απώλεια πολιτικού δικαιώματος.
Η Αθήνα έχει ακόμη τον χρόνο να αποδείξει ότι η ψηφιακή μεταρρύθμιση δεν σταματά στην έναρξη μιας πλατφόρμας. Ο πραγματικός έλεγχος είναι αν ο πολίτης μπορεί να ολοκληρώσει τη διαδικασία χωρίς να προσκρούσει σε κλειστές πόρτες και υπηρεσίες που δεν διαθέτουν τα μέσα να εφαρμόσουν όσα ο ίδιος ο νόμος υπόσχεται.
Όσο αυτό δεν συμβαίνει, η ετικέτα του «επιτελικού κράτους» παραμένει ακριβώς αυτό, μια ετικέτα. Η Ελλάδα 2.0 μπορεί να διαθέτει εντυπωσιακές πλατφόρμες και γυαλιστερές παρουσιάσεις, όμως ο απόδημος δεν ψηφίζει με banner και με σλόγκαν. Ψηφίζει με ραντεβού που δεν υπάρχει, με υπάλληλο που δεν προλαβαίνει, με πόρτα που παραμένει κλειστή όσο κι αν ο νόμος λέει πως είναι ανοιχτή. Το επιτελικό κράτος που δεν επιτελεί, είναι απλώς το παλιό κράτος με καλύτερο μάρκετινγκ.