Του Γιώργου Σαχίνης
Η ΑΟΖ, το Αιγαίο και το “σύνδρομο του φόβου” που γίνεται στρατηγική
Η Ελλάδα κοιτάζει τον χάρτη και πολλές φορές δεν αξιοποιεί καν αυτούς που τη δικαιώνουν, την ώρα που η Τουρκία χαράζει τετελεσμένα. Κι όμως, υπάρχει κάτι βαθύτερο από τις τουρκικές προκλήσεις, τις NAVTEX, τα θαλάσσια πάρκα, τους χάρτες νησιωτικής χωροταξίας και τους χάρτες της “Γαλάζιας Πατρίδας”. Υπάρχει η ελληνική αδράνεια απέναντι σε όλα αυτά. Και ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη επιτυχία της Άγκυρας.
Γιατί η Τουρκία δε χρειάζεται πάντοτε να κερδίζει κάτι με μια κρίση. Της αρκεί να δημιουργεί ένα νέο δεδομένο, να το επαναλαμβάνει, να το εντάσσει σταδιακά στην πολιτική της και να περιμένει την ελληνική αντίδραση. Η οποία, συνήθως, έρχεται.
Με ανακοίνωση, με διάβημα, με τη διαβεβαίωση ότι «δεν παράγει έννομα αποτελέσματα». Και μετά; Με την επόμενη τουρκική κίνηση, βλέπουμε… Αυτό είναι το πρόβλημα. Όχι μόνο τι κάνει η Άγκυρα, αλλά τι αφήνει η Αθήνα να γίνει πριν αποφασίσει να αντιδράσει.
Το Αιγαίο δεν περιμένει την Αθήνα
Η Ελλάδα έχει ένα παράδοξο πρόβλημα: διαθέτει δικαιώματα, διαθέτει νομικά επιχειρήματα, διαθέτει συμμαχίες και διαθέτει μια γεωγραφική πραγματικότητα που δεν μπορεί να αλλάξει κανένας χάρτης. Κι όμως, συχνά συμπεριφέρεται σαν να χρειάζεται πρώτα να πάρει άδεια για να τα ασκήσει.
Η συζήτηση για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι χαρακτηριστική. Εδώ και δεκαετίες γνωρίζουμε τη σημασία της. Γνωρίζουμε τη γεωπολιτική αξία της Ανατολικής Μεσογείου. Γνωρίζουμε τη σημασία του Καστελόριζου. Γνωρίζουμε ότι η Κύπρος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στον ενεργειακό και γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής. Κι όμως, η Αθήνα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την οριοθέτηση Ελλάδας-Κύπρου σαν ένα θέμα που μπορεί να περιμένει. Και εδώ αξίζει να σταθούμε σε έναν άνθρωπο που εδώ και δεκαετίες επιμένει ακριβώς στο αντίθετο.
Ο Καρυώτης προειδοποιεί από τη δεκαετία του ’80
Ο ομότιμος καθηγητής στις ΗΠΑ, Θεόδωρος Καρυώτης, είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές φωνές στην ελληνική συζήτηση για την ΑΟΖ. Μέλος της ελληνικής αντιπροσωπίας στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1982, έχει επιμείνει επί χρόνια στη στρατηγική σημασία της ελληνικής ΑΟΖ και ειδικά του συμπλέγματος του Καστελόριζου.
Ο ίδιος έχει περιγράψει την περιοχή Κρήτης-Καστελόριζου-Κύπρου ως κρίσιμο γεωπολιτικό χώρο και έχει υποστηρίξει ότι το Καστελόριζο δεν αποτελεί μια απομονωμένη κουκκίδα στον χάρτη, αλλά κρίσιμο σημείο για την επαφή των ελληνικών και κυπριακών θαλάσσιων ζωνών.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της άποψής του. Ο Καρυώτης δεν αντιμετωπίζει το Καστελόριζο απλώς ως ένα σύμβολο εθνικής κυριαρχίας. Το αντιμετωπίζει ως γεωπολιτικό κλειδί. Η θέση του είναι ότι η σημασία του συμπλέγματος βρίσκεται ακριβώς στη δυνατότητά του να λειτουργήσει ως σημείο επαφής της ελληνικής και της κυπριακής ΑΟΖ. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει και στη Στρογγύλη, την οποία θεωρεί κρίσιμο σημείο γι’ αυτή τη θαλάσσια συνέχεια. Και εδώ η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο πολιτική.
Γιατί ο καθηγητής έχει επανειλημμένα ασκήσει κριτική στις ελληνικές κυβερνήσεις για την καθυστέρηση στην οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Κύπρο.
Σε παλαιότερη δημόσια παρέμβασή του στην “ΚΡΗΤΗ TV”, και όχι μία μόνο φορά, είχε υποστηρίξει ότι η άρνηση της Αθήνας να προχωρήσει σε οριοθέτηση Ελλάδας-Κύπρου αποτελεί σοβαρό λάθος ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Με απλά λόγια: η Κύπρος έκανε βήματα. Η Ελλάδα περίμενε. Και αυτή η διαφορά στάσης δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι ολόκληρη στρατηγική.
Το Καστελόριζο δεν είναι η “άκρη” της Ελλάδας
Για χρόνια επιχειρείται να παρουσιαστεί το Καστελόριζο ως ένα γεωγραφικό πρόβλημα. Ο Καρυώτης επιμένει ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η νομική και γεωπολιτική του σημασία. Το σύμπλεγμα στο Καστελόριζο είναι κατοικημένο, με οικονομική δραστηριότητα και, σύμφωνα με την προσέγγιση που διατυπώνει, αποτελεί κρίσιμο σημείο για την οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ με την Αίγυπτο και την Κύπρο. Ακριβώς γι’ αυτό η τουρκική πλευρά επιχειρεί διαχρονικά να περιορίσει ή να αμφισβητήσει την επήρεια των ελληνικών νησιών. Και ακριβώς γι’ αυτό η ελληνική αδράνεια γίνεται ακόμη πιο δύσκολο να εξηγηθεί.
Διότι, εάν το Καστελόριζο είναι το σημείο που συνδέει γεωπολιτικά την Ελλάδα με την Κύπρο, τότε η οριοθέτηση της ΑΟΖ δεν είναι απλώς μια τεχνική διευθέτηση. Είναι στρατηγική επιλογή.
Ο ίδιος ο Καρυώτης έχει προειδοποιήσει ότι μια οριοθέτηση με την Αίγυπτο χωρίς τον υπολογισμό του Καστελόριζου θα μπορούσε, κατά την εκτίμησή του, να έχει ως συνέπεια να μη διαμορφωθεί θαλάσσια σύνδεση Ελλάδας και Κύπρου. Και κάπου εδώ βρίσκεται η καρδιά του ζητήματος. Δε μιλάμε απλώς για μερικές γραμμές πάνω σε έναν χάρτη. Μιλάμε για το εάν η Ελλάδα θα έχει στρατηγικό λόγο στον θαλάσσιο χώρο που εκτείνεται από το Αιγαίο μέχρι την Κύπρο.
Η Λευκωσία θέλει… Η Αθήνα διστάζει
Το ζήτημα της ελληνοκυπριακής ΑΟΖ δεν είναι καινούργιο. Η Λευκωσία έχει κινηθεί σε τεχνικό και νομικό επίπεδο και έχει προχωρήσει σε συμφωνίες οριοθέτησης με άλλα κράτη. Ο Καρυώτης έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα την Κύπρο ως παράδειγμα μιας χώρας που προχώρησε στην ανακήρυξη και οριοθέτηση της ΑΟΖ της, αντί να περιμένει πρώτα να συμφωνήσουν όλοι οι απέναντι.
Η Αθήνα, αντίθετα, εξακολουθεί να κινείται με τη λογική του «να μην προκαλέσουμε». Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική αντίφαση. Η Αθήνα λέει ότι η Τουρκία δημιουργεί παράνομα τετελεσμένα, αλλά τετελεσμένα.
Η ίδια όμως αποφεύγει να δημιουργήσει τα δικά της νόμιμα δεδομένα. Και η ιστορία, δυστυχώς, δεν αφήνει κενά. Όπου υπάρχει κενό πολιτικής, κάποιος άλλος θα σπεύσει να το καλύψει.
Το «και τι θέλετε; Πόλεμο;» δεν είναι στρατηγική
Κάθε φορά που η συζήτηση φτάνει σε αυτό το σημείο, εμφανίζεται το γνωστό επιχείρημα: «Και τι θέλετε; Να κάνουμε πόλεμο;».
Όχι. Κανένας λογικός άνθρωπος δε θέλει πόλεμο. Αλλά η εναλλακτική του πολέμου δεν είναι η αδράνεια. Υπάρχει η αποτροπή. Υπάρχει η διπλωματία. Υπάρχει το Διεθνές Δίκαιο. Υπάρχουν οι συμμαχίες. Υπάρχει η οικονομική και ενεργειακή ισχύς. Υπάρχει η στρατιωτική προετοιμασία. Και πάνω απ’ όλα υπάρχει η πολιτική βούληση. Το να λες ότι δε θέλεις πόλεμο είναι αυτονόητο.
Το να επιτρέπεις όμως στον φόβο του πολέμου να καθορίζει κάθε σου κίνηση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Γιατί τότε δεν αποφεύγεις τον πόλεμο. Αποφεύγεις την άσκηση των δικαιωμάτων σου.
Η Ελλάδα έχει ένα παράδοξο πρόβλημα: διαθέτει δικαιώματα, διαθέτει νομικά επιχειρήματα, διαθέτει συμμαχίες και διαθέτει μια γεωγραφική πραγματικότητα που δεν μπορεί να αλλάξει κανένας χάρτης. Κι όμως, συχνά συμπεριφέρεται σαν να χρειάζεται πρώτα να πάρει άδεια για να τα ασκήσει
Από τους χάρτες στα διατάγματα
Η “Γαλάζια Πατρίδα” ξεκίνησε ως στρατηγική και πολιτική αντίληψη της Τουρκίας. Το ζήτημα σήμερα, όπως αναδεικνύεται από τα κείμενα, είναι η προσπάθεια να αποκτήσει θεσμική υπόσταση.
Και εκεί αλλάζει η ποιότητα του προβλήματος. Γιατί άλλο ένας χάρτης που παρουσιάζεται σε μια αίθουσα και άλλο ένα κράτος που αρχίζει να μετατρέπει τις ίδιες αντιλήψεις σε διοικητικές πράξεις, αποφάσεις και κρατικές πολιτικές. Τα θαλάσσια πάρκα στο Βόρειο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο εντάσσονται, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία των κειμένων, σε αυτή τη λογική.
Δεν είναι πλέον μόνο λόγια. Είναι κινήσεις πάνω στον χάρτη. Και κάθε τέτοια κίνηση δοκιμάζει τις ελληνικές αντιδράσεις. Το τετελεσμένο δεν έρχεται πάντα με μία μεγάλη ανακοίνωση. Έρχεται κομμάτι-κομμάτι.
Η Κάσος και το προηγούμενο
Κάθε κρίση αφήνει ένα προηγούμενο. Κάθε υποχώρηση αφήνει μια μνήμη. Κάθε φορά που η μία πλευρά εμφανίζεται να ζητά ενημέρωση για το τι πρόκειται να κάνει η άλλη, ενώ η άλλη πλευρά συζητά εάν θα πρέπει να ενημερώσει, δημιουργείται μια σχέση που δεν είναι ισότιμη.
Εκεί βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης για την Κάσο. Δεν έχει σημασία μόνο τι έγινε τότε. Σημασία έχει τι κατάλαβε ο καθένας από αυτό που έγινε. Για την Άγκυρα, ένα τετελεσμένο που δεν αντιμετωπίστηκε αποφασιστικά μπορεί να λειτουργήσει ως προηγούμενο. Για την Αθήνα, μπορεί να παρουσιάζεται ως μια ακόμη κρίση που “αποφεύχθηκε”. Μόνο που η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται από το πόσες κρίσεις απέφυγες.
Κρίνεται και από το τι κέρδισες χωρίς να χρειαστεί να φτάσεις σε κρίση.
Η Τουρκία δε χρειάζεται να πυροβολήσει
Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι της τουρκικής στρατηγικής να κατανοηθεί. Η Άγκυρα δε χρειάζεται κατ’ ανάγκη να επιδιώκει έναν μεγάλο πόλεμο. Ο πόλεμος έχει κόστος. Έχει ρίσκο. Έχει απρόβλεπτες συνέπειες. Πολύ πιο χρήσιμο μπορεί να είναι ένα άλλο μοντέλο: σταδιακή πίεση, διπλωματική επιβολή, δημιουργία τετελεσμένων, στρατιωτική παρουσία, νομικοφανείς κινήσεις και συνεχής επανάληψη των ίδιων διεκδικήσεων. Έτσι, το ακραίο γίνεται σταδιακά συνηθισμένο. Αυτό που χθες προκαλούσε σοκ, αύριο γίνεται «μια τουρκική θέση». Και μεθαύριο μπορεί να αντιμετωπίζεται από τρίτους ως «μία από τις διαφορές των δύο πλευρών». Εκεί ακριβώς βρίσκεται η παγίδα. Και η Αθήνα τι κάνει;
Εδώ αρχίζει η δύσκολη κουβέντα για την ελληνική κυβέρνηση. Δεν αρκεί να λέει ότι θα υπερασπιστεί τα κυριαρχικά δικαιώματα. Πρέπει να εξηγεί και πώς. Δεν αρκεί να επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο. Πρέπει να εξηγεί πώς θα το μετατρέψει σε πολιτική πράξη.
Δεν αρκεί να λέει ότι η χώρα έχει ενισχυθεί αμυντικά. Πρέπει να αποδεικνύει ότι η στρατιωτική ισχύς υπηρετεί μια συνολική στρατηγική και όχι απλώς ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα. Και κυρίως δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ως “ακραίο” κάθε πολίτη, αναλυτή ή πολιτικό που θέτει το ερώτημα της αποτροπής. Η κριτική δεν είναι πολεμοχαρής. Η αποτροπή δεν είναι πολεμοχαρής. Η άσκηση ενός νόμιμου δικαιώματος δεν είναι πολεμοχαρής.
Η Ιστορία δεν είναι σκηνικό
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση στο υλικό που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη συζήτηση για την ΑΟΖ: η σχέση της πολιτικής με την ιστορική μνήμη. Η Ιστορία δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Δεν είναι μια σειρά επετείων, παρελάσεων και σχολικών εκδηλώσεων.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία καταλαβαίνει ποια είναι, τι υπερασπίζεται και γιατί. Δεν μπορείς να ζητάς από την κοινωνία να υπερασπιστεί τη μνήμη της όταν την αντιμετωπίζεις ως κομματικό εργαλείο. Δεν μπορείς να ζητάς εθνική συνείδηση όταν η Ιστορία γίνεται αντικείμενο εύκολης λάσπης ή εύκολης αγιοποίησης.
Και δεν μπορείς να μιλάς για εθνική κυριαρχία όταν ταυτόχρονα υποτιμάς τη σημασία της ιστορικής μνήμης. Η Ιστορία δεν είναι διακόσμηση. Είναι πυξίδα.
Η Κύπρος δεν είναι υποσημείωση
Και μέσα σε όλη αυτή τη συζήτηση υπάρχει ένα στοιχείο που επιστρέφει διαρκώς: η Κύπρος.
Η Λευκωσία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παράρτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Είναι κράτος, το δεύτερο του Ελληνισμού, αλλά κράτος, με δικά του συμφέροντα, δικές του ανάγκες και δικό του γεωπολιτικό βάρος.
Η ελληνοκυπριακή ΑΟΖ, η Ανατολική Μεσόγειος και τα ενεργειακά έργα συνδέονται μεταξύ τους σε μια περιοχή όπου η Τουρκία επιχειρεί να διαμορφώσει συσχετισμούς. Και εδώ η προειδοποίηση του Καρυώτη αποκτά ξανά βάρος: η μη οριοθέτηση Ελλάδας-Κύπρου δεν είναι απλώς μια χαμένη ευκαιρία. Στη δική του ανάλυση, αγγίζει τον πυρήνα της ελληνικής θέσης στην Ανατολική Μεσόγειο, ακριβώς επειδή το Καστελόριζο και η Στρογγύλη αποτελούν κρίσιμους κρίκους της γεωγραφικής και νομικής συνέχειας προς την Κύπρο.
Η Αθήνα, επομένως, δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει την Κύπρο ως ένα ζήτημα που θα συζητηθεί “όταν έρθει η ώρα”.
Η ώρα, όπως δείχνει και η πολυετής αρθρογραφία του Καρυώτη, έχει έρθει εδώ και δεκαετίες.
Το μεγάλο παιχνίδι δεν παίζεται μόνο στο Αιγαίο
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι πια μια διμερής ελληνοτουρκική υπόθεση. Η Κύπρος, η Αίγυπτος, το Ισραήλ, ο Λίβανος, η Συρία, τα δικαιώματα των Παλαιστινίων, η Λιβύη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη και οι ενεργειακές και γεωπολιτικές ισορροπίες της περιοχής συνθέτουν ένα πολύ μεγαλύτερο “παζλ”.
Η Τουρκία επιχειρεί να εμφανίζεται ως περιφερειακή δύναμη με δική της ατζέντα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται στον ρόλο του “προβλέψιμου συμμάχου” που απλώς περιμένει να δει τι θα αποφασίσουν οι άλλοι. Οι συμμαχίες είναι αναγκαίες.
Δεν είναι όμως υποκατάστατο εθνικής στρατηγικής. Κανένας σύμμαχος δεν πρόκειται να υπερασπιστεί με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα τα ελληνικά συμφέροντα από την ίδια την Ελλάδα. Και αυτό δεν είναι αντισυμμαχική λογική. Είναι στοιχειώδης κανόνας διεθνούς πολιτικής.
Το πραγματικό δίλημμα
Κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει η συζήτηση για το εάν η Ελλάδα “δικαιούται” να έχει στρατηγική. Φυσικά και δικαιούται.
Το ερώτημα είναι εάν έχει τη βούληση να την εφαρμόσει.
Η ΑΟΖ δεν είναι μαγικό ραβδί. Δε λύνει αυτομάτως το Αιγαίο. Δεν εξαφανίζει την τουρκική διεκδικητικότητα. Δεν καταργεί την ανάγκη για αποτροπή. Αποτελεί όμως ένα εργαλείο κρατικής πολιτικής. Και ένα εργαλείο που δε χρησιμοποιείται, όσο ισχυρό κι αν είναι, παραμένει άχρηστο.
Για δεκαετίες ο Θεόδωρος Καρυώτης επιμένει σε μια βασική θέση: η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την ΑΟΖ ως θεωρητική συζήτηση ούτε να αφήνει την Τουρκία να καθορίζει το πότε θα κινηθεί. Η δική του προσέγγιση βάζει στο επίκεντρο το Καστελόριζο, τη Στρογγύλη, την Κύπρο και την ανάγκη ενεργητικής ελληνικής πολιτικής. Και ίσως αυτό είναι το πιο πολιτικό μήνυμα ολόκληρης της συζήτησης. Η Ελλάδα δε χρειάζεται πολεμικές κραυγές. Χρειάζεται να πάψει να φοβάται ακόμη και τη σκιά της αντίδρασης της Τουρκίας. Χρειάζεται εθνική συνεννόηση.
Χρειάζεται καθαρή γραμμή. Χρειάζεται Αθήνα και Λευκωσία να μιλούν μεταξύ τους πριν μιλήσουν οι χάρτες. Και χρειάζεται, κυρίως, να καταλάβει κάτι πολύ απλό: η αποτροπή δεν αρχίζει όταν εμφανιστεί ο αντίπαλος στην πόρτα. Αρχίζει πολύ νωρίτερα.
Αρχίζει όταν ο αντίπαλος γνωρίζει ότι απέναντί του υπάρχει κράτος που έχει αποφασίσει τι θέλει, ξέρει πώς θα το υπερασπιστεί και δεν περιμένει κάθε φορά να δει ποια θα είναι η επόμενη κίνηση του άλλου. Γιατί στο τέλος το δίλημμα δεν είναι “πόλεμος ή ειρήνη”.
Το πραγματικό δίλημμα είναι πολύ πιο σκληρό, θα χαράξουμε εμείς τον δικό μας χάρτη στη βάση του δικαίου της θάλασσας και του διεθνούς δικαίου, αλλά και θα τον εμπεδώσουμε στο πεδίο με πράξεις ή θα συνεχίσουμε να διαμαρτυρόμαστε για τους χάρτες των άλλων και τα όποια παράνομα τετελεσμένα τους;
Και αυτό δεν είναι ερώτημα για τους διπλωμάτες. Είναι ερώτημα για την ίδια την πολιτική ηγεσία. Σε χρονιά μάλιστα εκλογών, καθαρές κουβέντες και όχι τα «ναι μεν, αλλά…», ούτε γενικόλογες παρόλες και υπεκφυγές.

