Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα
(27η συνέχεια)
Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας – (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)
***
(Σύνδεση με το προηγούμενο: Η Ηρώ αφήνει πίσω της έναν κόσμο προδοσίας, αλλοφροσύνης και αδικίας. Με τίμημα βαρύ, την ψυχική της υγεία, προσπαθεί να βρει νέες ισορροπίες μέσα από μία “καινούργια” Ηρώ. Την αναζητά μέσα από την απλή επαφή με την ακροθαλασσιά, με τα βιβλία της και με κάποιες νέες ισορροπίες, που διαφαίνονται μέσα στο οικογενειακό σύστημα. Θα κρατήσουν για πολύ αυτές οι “ισορροπίες”; Εξαρτάται από το τί πιστεύει ως “σωστό” το κάθε μέλος της οικογένειας, από το πόσο καλά γνωρίζονται μεταξύ τους και από το πόσο καλά γνωρίζει ο καθένας-ξεχωριστά-τον εαυτό του! Δύσκολα τα πράγματα ή εύκολα; )
***
«Θάλασσα πλατιάά… σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις, θάλασσα πλατιάά!», ανάβλυζε το τραγούδι μέσα από την καρδιά της Ηρώς, μα δεν έβγαινε απ’ τα χείλη της. Λαχάνιαζε και μόνο που σκεφτόταν τα λόγια —όχι και να τα τραγουδήσει! Βλέπεις, απ’ τις εφτά το πρωί ήταν όλοι μαζί στην ακροθαλασσιά: η μαμά, η κόρη, ο νεόφερτος ήλιος από ψηλά και τα χαλίκια κάτω απ’ τα πόδια τους.
Η πρωινή αύρα δρόσιζε το πρόσωπο της Ηρώς —και της έκανε καλό. Πέρασε αρκετή ώρα μαζεύοντας μικρά κοχύλια, κι η καρδιά της, μαζί με τη σκέψη, άρχισαν σιγά-σιγά να ξεφεύγουν… ν’ απλώνονται… και δειλά-δειλά, να την ταξιδεύουν. Όχι πολύ μακριά —να, ως εκεί που ήταν ο σταθμός του τραίνου. Ίσως, αν άφηνε τη σκέψη ελεύθερη, να την πήγαινε πιο πέρα… κάπως πιο μακριά· σ’ ένα καταπράσινο προάστιο, σε κάτι πυκνά πεύκα… σε δυο μάτια, πολύ γνωστά της και τόσο ζεστά.
Αλλά όχι! Η Ηρώ δε θα άφηνε πια ούτε τη σκέψη της, ούτε την καρδιά της να ταξιδέψουν πιο μακριά. Όλα όσα βρίσκονταν «εκεί πέρα» ανήκαν σε μια ξένη επικράτεια —κι αυτή δεν τη χώραγε μέσα της.
Καλά θα ’ταν, λοιπόν, να κρατά χαμηλωμένο το βλέμμα, να κοιτά ως την ακροθαλασσιά και, μαζί με τα μικρά της κοχύλια, να μαζέψει και καμιά στρογγυλή πετρούλα. Θα την πει «θησαυρό» της. Ίσως ζωγραφίσει πάνω της λουλουδάκια. Ίσως πάλι και τίποτα. Θα την κοιτά κάθε πρωί κι εκείνη θα της μιλά: για τα αφρισμένα κύματα, για την μπουνάτσα, για τους γλάρους.
Αχ, εκείνοι οι γλάροι! Τους παρατηρούσε καθώς πετούσαν πάνω απ’ το κεφάλι της κι ένιωθε να ανεβαίνει μαζί τους ψηλάάά… να πετά ανάλαφρα, ν’ αφήνει πίσω της τη γη και να φεύγει… να φεύγει… να φεύγει μακριά…
«Ιωάννη, το βλέμμα της δεν μου αρέσει καθόλου», ψιθύρισε η μαμά τους φόβους της στον άντρα της.
«Ευαγγελία, μην ανησυχείς! Όλα θα πάνε καλά! Να, κοίτα, έφερα γαρίδες —ξέρεις… για το παιδί!»
Ο μπαμπάς ψώνιζε με ιδιαίτερη προθυμία, ό,τι έβρισκε μπροστά του καθώς πήγαινε στην αγορά. Είχε γίνει η χαρά των ψαράδων —μιας και συγκινήθηκε όταν διαπίστωσε πως η Ηρώ του έμοιαζε και σ’ αυτό: είχε αδυναμία στα ψητά ψάρια με λαδολέμονο!
«Ιωάννη, κάνε λίγο κράτει! Θα παίρνεις ή ψάρια ή κρέας. Πού ακούστηκε να έχουμε δύο-τρία κύρια φαγητά στο τραπέζι κάθε μέρα!»
Ανήκουστο για το πνεύμα οικονομίας της μαμάς-Ευαγγελίας. Με νύχια και με δόντια προσπαθούσε να βάλει φρένο στη «χαζοσπατάλη», όπως έλεγε.
Ο Ιωάννης όμως δεν έπαιρνε από λόγια, αφού ήξερε πως αυτός είχε πάντα δίκιο. Του φαινόταν απάνθρωπο ν’ απογοητεύει τους «φίλους» του: τους ψαράδες, τους κρεοπώλες, τους μανάβηδες, τους «βιοπαλαιστές της αγοράς», όπως τους αποκαλούσε τσακίζοντας με συμπόνια τη φωνή του.
Αφού κάθε πρωί τον περίμεναν με ανοιχτές αγκάλες στην πόρτα του μαγαζιού τους! Τι να κάνει; Να κάνει ότι δεν τους βλέπει;
«Κύριε Ιωάννη, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω, άνθρωπέ μου! Σου κράτησα δυο-τρία κιλά από ένα τρυφερούδι! Αρνάκι του γάλακτος! Μόνο για σένα που είσαι μερακλής και ξέρεις να τρως σωστά!», φώναζε από μακριά ο «φίλος» κρεοπώλης μόλις τον έβλεπε.
«Τι να του πω; Ότι σήμερα δεν γίνεται να τον προτιμήσω, γιατί πήρα ψάρια; Δε γίνονται αυτά τα πράγματα, Ευαγγελία! Έχουμε κι ένα πρόσωπο!»
Και χτυπούσε το μέτωπο του με την παλάμη, ενώ ακουμπούσε πάνω στο πλατύ μάρμαρο του νεροχύτη τα ψώνια της ημέρας: ψάρια, αρνάκι ή μοσχαράκι ή κιμαδάκι και φρέσκες γαρίδες… έτσι, για τον μεζέ.
«Για το παιδί, σου λέω», επαναλάμβανε —κι έγλειφε τα χείλη του στα κρυφά, σαν γάτος μπροστά σε ψαροκέφαλα.
«Άντε… έχε χάρη που δεν επιτρέπονται οι καβγάδες, όπως διέταξε ο γιατρός!», μουρμούριζε η Ευαγγελία καθαρίζοντας τον νεροχύτη, ενώ τρανταζόταν ολόκληρη απ’ τα νεύρα, λες κι ήταν πάνω σε ελατήρια.
«Τα σιχαίνομαι, τα σιχαίνομαι, τα σιχαίνομαι!», ορκιζόταν κάθε φορά και μούντζωνε με τα δύο της χέρια κατά τη μεριά της αγοράς.
«Νάάά! Αγιογδύτες! Αλλά δε φταίτε εσείς! Αυτός φταίει —που είναι χαζός, χαζός, χαζός, και του πουλάτε ό,τι θέλετε!»
Χτυπούσε με μανία το πόδι της στο πάτωμα, αδειάζοντας την αγανάκτησή της μέσα σε κάθε λέξη. Κάπως ανακουφιζόταν τότε και, ξαλαφρωμένη, συνέχιζε να ετοιμάζει το μενού.
Κοίτα όμως που η πολλή ώρα πάνω απ’ τον νεροχύτη είχε κι ένα καλό: της ξελαμπικάριζε το μυαλό —και τότε της κατέβαιναν οι φαεινές ιδέες!
«Ιωάννη, λέω να πάμε το παιδί στον Αγγελή!», του πέταξε μια μέρα, μετά το φαγητό.
«Στον Αγγελή;», ξαφνιάστηκε ο Ιωάννης.
«Ναι! Γιατί ξαφνιάζεσαι;», τον κοίταξε με απορία.
«Μα ο Αγγελής είναι βουλευτής! Τι δουλειά έχει με την υγεία της κόρης μας;», απόρησε ο άνθρωπος.
«Ως βουλευτής, κάτι θα ξέρει παραπάνω από εμάς», απάντησε ατάραχη η μαμά. «Κόσμο και κοσμάκη βλέπουν τα μάτια του. Μπορεί να μας δώσει μια πιο σωστή γνώμη… ξέρω κι εγώ; Βλέπεις, δεν κουβεντιάζεται κι αυτό το κορίτσι. Να ξέραμε τουλάχιστον τι σκέφτεται!»
Πολύ ανήσυχη φαινόταν η κυρία Ευαγγελία τον τελευταίο καιρό, κι αυτό κινητοποίησε τον κύριο Ιωάννη.
«Γυναίκα, άσ’ το πάνω μου. Θα την ψαρέψω εγώ. Θα μάθουμε τι σκέφτεται. Όλο διαβάζει, γράφει… δεν ξέρω τι γράφει… αλλά πού θα μου πάει! Θα το ανακαλύψω!»
Την κοίταξε με νόημα, της χτύπησε καθησυχαστικά τον ώμο και… άρχισε να μπαινοβγαίνει στο δωμάτιο της Ηρώς! Να της χαμογελά! Να της μιλά ευγενικά! Να ενδιαφέρεται για τα βιβλία της
Πω πω, φίλε μου, αλλαγές! Τόσα αναπάντεχα, τόσες ανατροπές, τόσες καινοτομίες! Πώς να τα βγάλει πέρα μια ταλαιπωρημένη κόρη με μια καινούρια οικογενειακή ατμόσφαιρα, που κάθε μέρα ανανεωνόταν! Εδώ, είδε κι έπαθε για να μην την καταπιεί το κενό μιας ολόλευκης κλινικής˙ άντε τώρα να προσαρμοστεί και στις επίγειες αναταράξεις, μέσα στις νεόφερτες οικογενειακές συνήθειες.
Απίστευτο και απειλητικό της φαινόταν το κάθε χαμόγελο της μαμάς. Αν πεις, δε, για τη νηνεμία από την πλευρά του μπαμπά… αντί να την καθησυχάζει, της τέντωνε τα νεύρα.
«Ποιος ξέρει πότε θα ξεσπάσει η μπόρα!», σκεφτόταν συνέχεια και δεν άφηνε τον εαυτό της ούτε να κοιμηθεί˙ για να είναι πανέτοιμη! Να προλάβει την όποια καταστροφή! Έστηνε το αυτί για να “πιάσει” στον αέρα τον κάθε ύποπτο θόρυβο που θα ερχόταν από τα διπλανά δωμάτια.
«Μα, γιατί δεν κοιμάσαι, παιδί μου;», τη ρώτησε η μαμά Ευαγγελία, ένα βράδυ, όταν τη βρήκε να γράφει κάτι σ’ ένα τετράδιο, μετά τα μεσάνυχτα.
«Δεν έχω ύπνο!», της απάντησε ξερά, χωρίς ν’ ανασηκώσει το κεφάλι της από τα γραπτά της.
«Και γιατί δεν έχεις ύπνο;», επέμενε η μαμά.
«Γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ!», το ίδιο ξερά.
«Και γιατί δεν μπορείς να κοιμηθείς;», αναψοκοκκίνισε η Ευαγγελία.
«Γιατί δεν έχω ύπνο!», το ίδιο στεγνά και ανέκφραστα.
«Ναι, αλλά γιατί δεν έχεις ύπνο, σε ρωτάω!», νευρίασε η Ευαγγελία.
«Γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ!».
Η φωνή της ακούστηκε σαν να έβγαινε από ρομπότ: μεταλλική και άχρωμη.
Η καημένη η Ευαγγελία! Ηλεκτρικό ρεύμα τη διαπέρασε. Αναμαλλιασμένη και με γουρλωμένα τα μάτια, έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα κι έπεσε πάνω στον Ιωάννη, που είχε βυθιστεί στον πρώτο του ύπνο.
«Ξύπνα, Ιωάννη! Ξύπνα! Τρελάθηκε! Το παιδί τρελάθηκε!».
«Βοήθειααα! Φωτιάαα! Φωτιάαα!», πετάχτηκε όρθιος ο Ιωάννης κι έτρεξε προς το ανοιχτό παράθυρο, έτοιμος να σκαρφαλώσει και να πηδήξει έξω για να σωθεί. Μέσα στον ύπνο του, αυτό κατάλαβε: ότι το σπίτι είχε πιάσει φωτιά.
«Ποια φωτιά, χριστιανέ μου! Το παιδί μας, σου λέω, τρελάθηκε!», κραύγαζε η μαμά Ευαγγελία και τον τράβαγε από το σακάκι της πιτζάμας του… Για να τον συνεφέρει; Για να τον εμποδίσει να πηδήξει από το παράθυρο; Ούτε κι αυτή ήξερε…
Το πρώτο αστέρι της αυγής τούς βρήκε κουκουλωμένους κάτω από μία κουβέρτα, να προσπαθούν να συνέλθουν από το ρίγος. Έτρεμαν και οι δύο.
Ευτυχώς, συνήλθαν μετά από ένα ζεστό τσάι που τους ετοίμασε η Ηρώ και τους βεβαίωσε ότι δεν έχει πάθει τίποτε. Απλώς… κάτι ενδιαφέρον έγραφε την ώρα που της μίλησε η μαμά, γι’ αυτό και η φωνή της βγήκε κάπως παράξενα.
«Όχι “παράξενα”, “ξερά” και με πέθανες! Να μη μου το ξανακάνεις αυτό!», πρόσταξε η μαμά Ευαγγελία.
«Καλά, θα προσέχω άλλη φορά», της υποσχέθηκε η Ηρώ.
Κι από εκείνο το βράδυ καθιερώθηκε ένας νέος κανόνας στο σπιτικό τους: ο ένας να προσέχει τον άλλον!
Έτσι, όταν η μαμά παραπονέθηκε εκ νέου ότι η μικρή «δεν ανοίγεται»… πώς να το πούμε… δεν τους λέει τίποτε για όσα σκέφτεται ή κάνει, ο μπαμπάς την καθησύχασε ακόμα μια φορά.
«Άσε, θα το αναλάβω εγώ!», της είπε πάλι και το έκανε με τον καλύτερο τρόπο που διέθετε.
Ψαχούλεψε στο συρτάρι της Ηρώς, βρήκε το τετράδιό της κι από ’κει και πέρα, μαζί ως γονείς, περνούσαν όμορφα Σαββατόβραδα, αφού πρώτα βεβαιώνονταν ότι η κόρη τους κοιμόταν.
Στρογγυλοκάθονταν, λοιπόν, στο μεγάλο κρεβάτι τους, κοντά-κοντά ο ένας με τον άλλο και με μαξιλάρια στις πλάτες τους, για να είναι πιο άνετα. Και τότε διάβαζαν! Διάβαζαν όλα όσα είχε γράψει η Ηρώ κατά τη διάρκεια της εβδομάδας. Τι στιχάκια, τι ποιήματα, τι ρητά και αποφθέγματα! Ακόμα και το «Κρυφό Σχολειό», μέσα εκεί ήταν.
«Του Πολέμη δεν είναι αυτό το ποίημα;» αναρωτήθηκε ο κύριος Ιωάννης το δεύτερο Σαββατόβραδο.
«Νομίζω… ναι», απάντησε αβέβαια η μαμά.
«Εξαιρετικά νοήματα περικλείονται σ’ αυτούς τους στίχους!» θαύμασε, με περίσκεψη, ο Ιωάννης.
Η Ευαγγελία απόρησε… Πόσο άγνωστος τής ήταν αυτός ο άντρας! Μα και η κόρη τους! Κοίτα με τι ασχολείται! Τι παράξενο παιδί!
«Μα γιατί τα γράφει όλ’ αυτά; Σε τι της χρησιμεύουν;» αναρωτήθηκε φωναχτά.
Δεν πήρε, όμως, απάντηση. Ο Ιωάννης είχε σκύψει πάνω από μια σελίδα που τον ξάφνιασε. Ήταν εκεί η επιγραφή που πάντα τον συγκινούσε, από τα μαθητικά του χρόνια. Την είχε συμπεριλάβει η κόρη του στην παράξενη συλλογή της και τώρα εκείνος τη διάβαζε χαμηλόφωνα, με βουρκωμένα μάτια:
«Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις
ὅτι τῇδε κείμεθα,
τοῖς κείνων ῥήμασι
πειθόμενοι.»
«Τι μεγαλείο! Τι σθένος! Τι ηρωικό στοιχείο κουβαλάει ο Έλληνας στα κύτταρά του, απ’ αυτή την κληρονομιά! Το έχεις αναλογιστεί ποτέ, καλή μου;»
Η φωνή του έσπασε. Τέτοια συγκίνηση δεν είχε νιώσει ποτέ· ούτε τότε, που ως πρώτος μαθητής είχε κρατήσει τη σημαία στην παρέλαση!
Η Ευαγγελία έμεινε άφωνη. Είχε μουδιάσει το κεφάλι της, το στόμα της και τ’ αυτιά της μαζί. Άκουσε καλά; Την είπε «καλή μου» ο Ιωάννης;
Πήγε ως την κουζίνα, ήπιε μονορούφι ένα γεμάτο ποτήρι νερό και, γυρίζοντας κοντά του, ψέλλισε ντροπαλά:
«Νομίζω… ότι η κόρη μας σού μοιάζει, Ιωάννη.»
«Το πιστεύεις; Αλήθεια, Ευαγγελία, το πιστεύεις αυτό;» Κι πριν εκείνη απαντήσει, πρόσθεσε: «Θα της αγοράσω μια μεγάλη εγκυκλοπαίδεια! Θα της αρέσει, πιστεύω! Τι λες κι εσύ;»
«Να της αγοράσεις την πιο καλή εγκυκλοπαίδεια!» συμφώνησε η μαμά.
Και μετά;
Συγγνώμη, αλλά δεν τα θυμόμαστε όλα. Έγιναν τόσες αλλαγές, που μπερδεύτηκαν και οι ίδιοι οι άνθρωποι. Φαντάσου ότι ο κύριος Ιωάννης… «έκοψε» μισθό στην κόρη του!
«Για να τρώει και να κάθεται!» συμφώνησε η κυρία Ευαγγελία, που το είχε ξεκαθαρίσει: «Το δικό μας το κορίτσι δε θα κουράζεται. Δεν είναι όποια κι όποια, για να τη βγάλουμε στη δουλειά!»
Εκείνος, όμως, μπερδεύτηκε, όπως φαίνεται. Τον πρώτο μήνα τής έδωσε με χαρά τον «μισθό», αλλά τον δεύτερο της τον πήρε πίσω!
«Γιατί το έκανες αυτό;» τον μάλωσε η γυναίκα του.
«Για να μην κακομαθαίνει!» της απάντησε.
«Α, καλά τότε! Αν είναι για το καλό της…»
«Μα όλα για το καλό της τα κάνουμε!» της υπενθύμισε και τη θυσία τους, για να μη κακοκαρδίζονται και μεταξύ τους.
***
