Γράφει ο Μπάμπης Κοιλιάρης
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ
Το καλοκαίρι στο χωριό είχε τη δική το χάρη. Τα τζιτζίκια, το κυνηγητό στα χωράφια, οι βόλτες στην πλατεία το βραδάκι σου μένουν αξέχαστα.
Όμως ένα πράγμα μας έλλειπε περισσότερο. Το θαλασσινό μπάνιο. Τουλάχιστον εμείς που είχαμε σπίτι στη χώρα , είχαμε συνηθίσει να κολυμπάμε καθημερινά μιας και μέναμε πολύ κοντά στην θάλασσα. Έτσι τη μεγάλη μας χαρά όταν μετακομίζαμε στο χωριό το μισό καλοκαίρι, την μετρίαζε η δυσκολία για την θαλασσινή απόλαυση.
Κάθε Κυριακή στις 11.00 το πρωί φορτωμένοι με όλα τα απαραίτητα για την θάλασσα, πετσέτες, μάσκες πτερύγια κλπ. Πηγαίναμε στη στάση κοντά στην βρύση απ’ όπου θα περνούσε το λεωφορείο . Ο ήλιος, αρκετά ψηλά έψηνε τις ημίγυμνες πλάτες μας , ζωγραφίζοντας με καφετί μελάνι το σχέδιο από το τρικό ή τις τιράντες από τα φορεματάκια των κοριτσιών. Σε λίγη ώρα η στάση γέμιζε από παιδιά , μικρά και μεγάλα που έπαιζαν στο χωματόδρομο ανέμελα φορώντας τα ψάθινα καπελάκια τους. Οι μαμάδες, άπλωναν τις πετσέτες στον τοίχο κάτω από την παχιά σκιά της κουντουρουδιάς , και σε λίγο άρχιζε η συζήτηση για κάθε λογής θέματα κατά το πλείστον κοινωνικού περιεχομένου.Όσο αργούσε το λεωφορείο από τον Δαφνώνα τόσο φούντωνε η ζέστη και μαζί της το κουβεντολόι ενώ τα παιδιά από κάποια στιγμή και μετά άρχιζαν να διαμαρτύρονται για την καθυστέρηση.
Επιτέλους να το ! Φώναζε ο πιο ανυπόμονος που πάντα στεκόταν παρατηρητής και κοίταζε προς την πλευρά του Μπαρούτη. Εκεί ανάμεσα στα πυκνά δένδρα, φαινόταν πάντα το λεωφορείο που ερχόταν ή πήγαινε στο Χαλκειός . Αυτά τα τελευταία λεπτά μέχρι να φτάσει το λεωφορείο στο βρυσάκι ήταν ατελείωτα. Σκοτωμός για το ποιος θα μπει πρώτος στο λεωφορείο για να βρει θέση. Βλέπεις το δικό μας ήταν το πέμπτο χωριό που είχε σειρά να επιβιβαστεί στο παλιό χοντρομούρικο λεωφορείο. Αν είμαστε τυχεροί, βρίσκαμε καμιά δυο θέσεις. Εκεί να δεις πια τσακωμοί για το ποίος θα καθίσει πρώτος στα ελεύθερα καθίσματα. Ο μαμάδες έπαιρναν πάνω τους τα μικρά παιδιά ενώ τα μεγαλύτερα κάθιζαν τέσσερα – τέσσερα στα λιγοστά καθίσματα.
Αυτοί που δεν υπήρχε περίπτωση να βρουν θέση ήταν οι υπόλοιποι που τους παίρναμε από την πλατεία και βεβαίως, εντελώς άτυχοι αυτοί που ανέβαιναν στο <<κάτω Νιό>> και στο Συκιάρη. Στην τελική ευθεία το λεωφορείο καθόλου δεν διέφερε από ένα σαρδελοκούτι με παστές σαρδέλες που ίδρωναν και ξεϊδρωναν στριμωγμένες χωρίς να μπορούν να πάρουν ούτε μια ανάσα. Τα πολύχρωμα φορέματα των μαμάδων και των παιδιών άλλαζαν σιγά –σιγά χρώμα , λες και τους έριχνε κάποιος νερό με το ποτιστήρι που ξεκινούσε από την πλάτη, πήγαινε στη μέση, και μετά από το κάθισμα έσταζε στο πάτωμα. Ο λιγοστός αέρας που έμπαινε από τα τζάμια σταματούσε όταν τα πιτσιρίκια έβγαζαν κεφάλια και χέρια για να δροσιστούν περισσότερο. Στις στροφές εμείς οι μικρότεροι χάναμε τον προσανατολισμό μας αφού δεν μπορούσαμε να δούμε από τα τζάμια που ακριβώς βρισκόμαστε. Είχαμε συνηθίσει όμως και τις μετρούσαμε, μία αριστερά , δύο δεξιά, μία αριστερά και άλλη μία πάλι αριστερά. Και τέλος φτάσαμε στο Κοντάρι.
Άλλος πανζουρλισμός πάλι , ποιος θα βγει πρώτος να πέσει στο νεράκι για να δροσιστεί. Να χάνει η μάνα το παιδί, και το παιδί τη μάνα. Την πρώτη φορά που πήγα εκεί μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Μεγάλη παραλία και γεμάτη κόσμο. Έφταναν εκείνη την ώρα και άλλα λεωφορεία από διάφορες περιοχές με κόσμο που για δύο ώρες περίπου γέμιζε τη παραλία από άκρη ως άκρη. Ο εισπράκτορας του κάθε λεωφορείου ανακοίνωνε την ώρα αναχώρησης έτσι ώστε να είναι πάλι όλοι στην θέση τους χωρίς καθυστέρηση.
Έλα όμως που η θαλασσινή μας διασκέδαση μας έπαιρνε τα μυαλά και κανένας μας δεν γύριζε να δει το ρολόι. Ξαφνικά ανάμεσα στο παιχνίδι , και τις βουτιές βλέπω το λεωφορείο μας να κλείνει τις πόρτες και να ξεκινά. Τρέχω να πάρω γρήγορα τα πράγματα μου και σχεδόν με δάκρυα στα μάτια άρχισα να φωνάζω: ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ , ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ ΚΙ ΕΜΕΝΑ. Όμως γυρνώντας το κεφάλι μου βλέπω με έκπληξη τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού να συνεχίζουν να παίζουν αμέριμνα ενώ οι μαμάδες με κατεβασμένες τις μπρετέλες και με το μαντίλι στα μαλλιά να συνεχίζουν την περισυλλογή των ηλιακών ακτίνων. Πω! πω ! λεω, εμάς μας πήρε το παιχνίδι και τις μαμάδες ο ύπνος. Έτρεξα σε μία που ήταν ξαπλωμένη κοντά και την έσπρωξα λέγοντας της ότι χάσαμε το λεωφορείο του Δαφνώνα.
κείνη ξεσκεπάζοντας το πρόσωπό της από την πετσέτα χαμογέλασε ήρεμα και με καθησύχασε. Μη στεναχωριέσαι παιδί μου , μου λεει . Έχουμε ακόμα μία ώρα μέχρι να φύγει το λεωφορείο των Βαβύλων. Ω! τι χαρά . Άλλη μία ώρα παιχνίδι με τα κύματα . Άλλη μια ξένοιαστη ώρα σκάβοντας στην άμμο. Όμως και η ώρα αυτή πέρασε και ξεκίνησε το λεωφορείο των Βαβύλων και έφτασε στο χωριό, στην πλατεία κι από κει ποδαρόδρομο ντάλα μεσημέρι μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι μας κατάκοποι και ηλιοκαμένοι.
Πόσα περνούσαμε και δεν βάζαμε μυαλό . Την επόμενη Κυριακή πάλι στο ίδιο μέρος, παιζόταν το ίδιο έργο με τους ίδιους πρωταγωνιστές. Το ίδιο έργο που όμως είναι μόνο ένα <<καρέ>> από την ταινία μεγάλου μήκους που είναι η ζωή μας.
Οι μόνες φορές που κάναμε « ξεκούραστο» μπάνιο ήταν όταν μας πήγαινε στον Καρφά ο πατέρας μου κάποιες Κυριακές καβάλα όλη την οικογένεια πάνω στο μηχανάκι.

