Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
(8η συνέχεια)
Σύνδεση με το θέμα: Στην όγδοη συνέχεια του μυθιστορήματος, η αθωότητα ενός παιδιού συναντά τον πιο σκληρό καθρέφτη της Ιστορίας: τον φόβο. Όχι τον παιδικό φόβο για το σκοτάδι ή για μια αστραπή αλλά τον φόβο που γεννά η Διχόνοια, εκείνη η παλιά, επίμονη πληγή που χωρίζει Έλληνες από Έλληνες.
Μέσα από τη ματιά ενός μικρού κοριτσιού που προσπαθεί να καταλάβει έναν κόσμο ενήλικων παραλογισμών, ξετυλίγεται μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία:το παιχνίδι στις λάσπες, η τρυφερότητα για ένα μικρό παιδί, η αναμονή για ένα πουλί που δεν έρχεται…κι έπειτα, ξαφνικά, ο τρόμος μιας νύχτας όπου ο δάσκαλος πρέπει να κρυφτεί «από τους μεν και από τους δε», που είναι πάντα “οι άλλοι”.
Και το παιδί, που προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνουν «οι άλλοι», γίνεται η πιο καθαρή φωνή απέναντι στον παραλογισμό ενός εμφυλίου.
***
Ο ΕΝΑΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΑΛΛΟ
Τα κορίτσια του Κοτρογιάννη, που μας πήρε στο σπίτι του στη Σέτα για να μας φιλοξενήσει, όλο γελούσαν. Εκείνος είχε κόκκινα μάγουλα και γελαστά μάτια.
Η γυναίκα του είχε μαύρες κοτσίδες και η φωνή της μού θύμιζε παραμύθια.
Κι επειδή είχαν ένα μεγάλο τζάκι, που έκαιγε από το πρωί ως το βράδυ και στη θράκα του έψηναν αγριοπούλια, μου άρεσε πολύ που ήμουν κοντά τους.
Μου άρεσε και το σπίτι τους, με τα δύο δωμάτια, το κατώι με το γουρουνάκι και την αυλή.
Και η γιαγιά τους, που τη φώναζαν «μαμή» και δεν ακουγόταν ποτέ.
Καθόταν ήσυχη κοντά στη φωτιά και πρόσεχε το φαγητό που έβραζε μέσα στην κατσαρόλα.
Όταν ο Βασίλης είχε νεύρα, επειδή του ξέφυγαν τα κοτσύφια από τις ξόβεργες, κατάπινε τις φωνές του μπροστά στη μαμή.
Διότι ήταν γριούλα – που πάει να πει: σεβασμός.
Κάπως έτσι του το είχε πει ο πατέρας του, ή κάπως αλλιώς.
Τι σημασία είχε τώρα η λέξη;
Ο Βασίλης το κατάλαβε. Όπως το κατάλαβαν και ο Γιάννης, και η Κούλα, και η Παρασκευή, και η Ελένη.
Γιαγιά πάει να πει «σεβασμός».
Ένα σπίτι γεμάτο με μεγάλα παιδιά; Που όλα γελούσαν ή μπορεί και να έκλαιγαν;
Που έτρωγαν όλοι μαζί, γύρω από τον ξύλινο σοφρά;
Και μιλούσαν σιγά, για να μην ξυπνήσουν τον Λευτεράκη, που αποκοιμιόταν μπροστά στο τζάκι;
Τι άλλο ήθελα πάνω στη γη; Τίποτα.
Έτρωγα τα πουλιά που μου έψηνε ο Βασίλης στη θράκα και κοίταζα το χεράκι του αποκοιμισμένου Λευτεράκη.
Τόσο μικρό;
Μου φαινόταν παράξενο και κάποια μέρα το πήρα στη χούφτα μου.
Ήταν πιο μικρό από το δικό μου.
Ο Λευτεράκης, λοιπόν, ήταν πιο μικρός από μένα;
Υπερηφάνεια μαζί με κάτι ακόμα γέμισε την καρδιά μου και ήταν κάτι που το ένιωθα για πρώτη φορά.
Κάτι, που όπως έμαθα αργότερα, το λένε «φροντίδα».
Σ’ αυτό το καινούργιο χωριό θα είχα κι εγώ κάποιον για να προσέχω.
Το αποφάσισα… και το ξέχασα, επειδή ο μικρός Λευτεράκης προπορευόταν σε όλα.
Ήταν στον τόπο του – εκεί που γεννήθηκε – και γνώριζε όλα τα σοκάκια του χωριού και τις πλαγιές με τα πουρνάρια.
Μου έδειξε τον «Μιαούλη» (ερείπια από το πατρικό του Μιαούλη, όπως έλεγαν στη Σέτα).
Μου έμαθε να σκάβω και να φτιάχνω βαθιά αυλάκια στη γη.
Μου έδειξε πώς φτιάχνουν λάσπη και πώς πλάθουν μ’ αυτήν «ψωμάκια» και τα στεγνώνουν στον ήλιο.
Όταν τα έμαθα όλα καλά, αποφασίσαμε να χτίσουμε. Κάτι σπουδαίο και μεγάλο θα χτίζαμε, και σκάψαμε βαθιές λακκούβες.
Στην αρχή βγάλαμε το χώμα από τις λακκούβες και το σωριάσαμε στην άκρη.
Ύστερα ανοίξαμε αυλάκια.
Ύστερα φέραμε νερό και το ανακατέψαμε με το χώμα. Έγινε λάσπη.
Την πατήσαμε, τη ζυμώσαμε, τη ζουλήξαμε…
Μα ήταν πολύ μεγάλη η χαρά μας και ξεχάσαμε τι θέλαμε να χτίσουμε.
– Καλά, δεν πειράζει… πάμε για φωλιές! -αποφάσισε ο Λευτεράκης.
Μα τις φωλιές για να τις βρεις, θα έπρεπε να είσαι μεγάλος σαν τον Βασίλη.
Να έχεις βγάλει το σχολείο, να σκαρφαλώνεις στις βελανιδιές και να σε στέλνουν στα χωράφια για να πας φαγητό στον πατέρα Κοτρογιάννη.
Πολύ μεγάλος αυτός ο Βασίλης και έκανε τόσο σπουδαία πράγματα!
Μας είχε δείξει και τα πουλάκια, που τα κατέβαζε από τις φωλιές.
Τα πολύ μικρά, που δεν είχαν ακόμα φτερά και κρύωναν.
Γι’ αυτό, μόνο μας τα έδειχνε και τα ξαναέβαζε στις φωλιές τους.
Πόσο ήθελα να έχω ένα δικό μου πουλάκι!
Καλύτερα όμως… μια δική μου φωλιά.
” Θα σου φτιάξω εγώ μία φωλιά και θα είναι μόνο δική σου”, μου υποσχέθηκε ο Βασίλης.
Και πράγματι, δεν ξέχασε την υπόσχεσή του! Την επόμενη μέρα στρώθηκε στη δουλειά. Πήρε ένα ανοιχτήρι από τα ράφια της κουζίνας, άνοιξε καλά μία άδεια κονσέρβα, την έστρωσε από μέσα με μπόλικο άχυρο και όλοι μαζί, εγώ, αυτός και ο Λευτεράκης, πήγαμε στα χωράφια. Πάνω στο δέντρο,που το διάλεξε χαμηλό για να το φτάνω, στερέωσε την κονσέρβα ανάμεσα σε δύο κλαδιά διχαλωτά.
” Ετσι είναι καλά. Εδώ θα έρθει ένα πουλί. Θα γεννήσει τα αυγά του και τα πουλάκια που θα βγουν θα είναι δικά σου!”, μου το βεβαίωσε.
Λοιπόν, αυτό δεν είναι φωλιά. Είναι κάτι που μου φουσκώνει την καρδιά τόσο πολύ που δεν μιλάω .
Δεν γίνεται να μιλάω, αφού μόλις ανοίξω το στόμα μου θα ξεφωνίσω και όλοι θα νομίσουν ότι κάτι έπαθα. Δεν έπαθα τίποτε! Μεγάλη χαρά έχω! Την κλείνω μέσα μου και περιμένω. Χοροπηδάω στην αυλή. Δε θέλω ούτε με τις λάσπες να παίζω.
Πηγαίνω κάθε τόσο στο χωράφι. Φτάνω με αγωνία κοντά στο δέντρο. Ανασηκώνομαι στις μύτες των παπουτσιών μου και κοιτάζω μέσα στη φωλιά μου. Τίποτα ακόμα!
Θα έρθει; Πότε θα έρθει αυτό το πουλί; Γιατί δεν έρχεται αυτό το πουλί; Οι μέρες περνάνε κι αυτό ακόμα να φανεί. Πού τριγυρίζει και δεν έρχεται στη φωλιά του. Για χάρη του την έφτιαξε ο Βασίλης- εντάξει…και για χάρη μου- αλλά γιατί δεν έρχεται; Δεν μας καταδέχεται; Που να το πάρει ο άνεμος και να το σηκώσει και να το φάνε οι γάτες! Θα έρθει; Επειδή θα το ξεπουπουλιάσω άμα δεν έρθει και θα πω στον πατέρα μου να μου φέρει το δίκαννο και θα του δείξω εγώ…θα το ψήσει ο Βασίλης στα κάρβουνα, αν μου κάνει αυτό το κακό και δεν έρθει. Γιατί πιάσανε τα κρύα και ήρθε η βροχή και ρίξαμε κούτσουρα στην φωτιά και θα χιονίσει και να μη το δω στα μάτια μου…το βρωμοπούλι…που με κορόϊδεψε…που έχει τόσο όμορφα χρώματα και κάτι ματάκια στρογγυλά και μια μυτούλα μικρή κι ένα κορμάκι που το κλείνεις στη χούφτα σου και χάνεται εκεί μέσα και το αγαπάω τόσο πολύ! Ας μην ήρθε! Καλά έκανε. Μπορεί να μην του άρεσε η κονσέρβα. Όταν ανθίσουν οι μηλιές θα του πλέξω μία φωλιά με πανάκια ζεστά και με μαλλί από τη ρόκα της μαμής.
**
Άσε τώρα, ας πάμε κοντά στο τζάκι. Η μητέρα ετοίμασε το κολατσιό του πατέρα. Θα το πάρω τυλιγμένο στην πετσέτα, δεμένο καλά και θα του το πάω στο σχολείο. Δεν είναι και τόσο εύκολη δουλειά! Να περάσω, περπατώντας όλο το χωριό, μπροστά από τα μαγαζιά που κάθονται οι άντρες. Μετά ν΄ανηφορίσω τον μεγάλο δρόμο και να φτάσω στο σχολείο!
” Δεν ήταν σχολείο”, με διορθώνει η μητέρα.
Βέβαια, έχει δίκιο! Ήταν ένα σπίτι. Ο πατέρας έκανε μάθημα στα παιδιά του χωριού και τον πλήρωναν οι γονείς. Βλέπεις, τον είχαν διώξει από την υπηρεσία, γιατί ήταν από τους “άλλους” ή δεν ήταν από τους “άλλους”; Δεν είχα καταλάβει καλά, πάντως δεν είχε πια μισθό.
Ότι κάτι δεν είχαμε, το ένιωθα χωρίς να ξέρω τί ήταν! Ό,τι κάποιος μας έδιωξε το ένιωθα, αλλά δεν ήξερα από πού. Μόνο κάτι σαν διαλυμένο σύννεφο πλανιόταν γύρω μου και δεν με άφηνε να πατάω γερά στη γη.
Ήμουν σαν ταξιδιώτης που περπατάει , προχωράει και δεν στέκεται, επειδή αυτός δεν είναι ο τόπος του.
Κι όταν το φουγάρο καπνίζει, ξέρει καλά , ότι άλλοι το άναψαν, άλλοι έκοψαν ξύλα κι άλλοι μαγείρεψαν γι΄ αυτόν
” Κόπιασε φίλε”…σαν να σου λένε. Μα εσύ κοιτάζεις την πόρτα κι από κει τον δρόμο, που ανηφορίζει στην πλαγιά και χάνεται …ψηλάαα, ψηλά. Είναι σαν κάτι να περιμένεις, αλλά δεν ξέρεις τί είναι αυτό.
Πάντως, τον τελευταίο καιρό, καθόμουν συχνά στο κατώφλι της πόρτας και κοίταζα μακριά, πολύ μακριά, όσο πιάνει το μάτι. Διότι, βλέπεις, μας το είχαν πει και το άκουσα, ότι κάποιοι μπορεί να έρθουν.
Κι έφτασε εκείνο το βράδυ με την πολύ δυνατή βροχή. Κουνιόταν η γη από τα πολλά αστροπελέκια που σου βούιζαν τ΄αυτιά…κι όμως το άκουσα:” Εκεί ψηλά στην πλαγιά, φάνηκαν το απόγευμα. Είναι ολόκληρη ομάδα. Κατηφορίζουν. Όπου νά΄ναι θα φτάσουν στο χωριό. Κι εσύ, Δάσκαλε, είναι καλύτερα να κρυφτείς. Να πάρεις τη γυναίκα σου και το παιδί σου και να φύγετε απόψε από το σπίτι”, ψιθύρισε ο Κοτρογιάννης αποφεύγοντας το βλέμμα μου.
Δεν καταλάβαινα τίποτε από αυτά που άκουγα και κανένας δεν μου εξηγούσε τί είχε γίνει και έπρεπε να κρυφτούμε. Τέλος πάντων, πήραμε κάποιες κουβέρτες αγκαλιά και φύγαμε μέσα στη νύχτα. Μας κατάπιε το σκοτάδι και η βροχή.
Ποιοί ήταν αυτοί, που φάνηκαν το απόγευμα στην πλαγιά και τώρα φοβέριζαν; Ποιός ξέρει τί να έγινε κι όλοι προστάζουν και διαφεντεύουν και κρίνουν και εξηγούν;
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ . Μόνο μέσα στο κεφάλι μου κλωθογύριζαν κάτι φωνές, που έμοιαζε σαν να έρχονταν από μακριά ή μπορεί να τις έφτιαχνε και ο φόβος μου!
– Αλτ! Τίς εί ;
-Αναστάσιος, δημοδιδάσκαλός. Έχω πατρίδα, γυναίκα και παιδί. Έχω ακόμα και το σχολείο μου και τους μαθητές μου!
– Τί μου τσαμπουνάς, δάσκαλε; Θα έρθεις μαζί μας!
Μαζί σας; Μαζί μας; Μαζί τους; Με ποιούς; Μα, πώς γέμισε ο τόπος από αφεντάδες; Με όλους να πάω; Γιατί; Ποιός κανονίζει αντί για μένα τη ζωή μου;
Όλα αυτά τα άκουγα; Τα έπλαθε το φοβισμένο κεφάλι μου; Ποτέ δεν έμαθα την αλήθεια. Μόνο αυτά που είχε πει ο Κοτρογιάννης ήταν ξεκάθαρα:
” Θα σε πάρουν, δάσκαλε… και οι μεν θα σε κυνηγήσουν και οι δε. Ή επειδή σε θεωρούν δικό τους ή διότι σε θέλουν δικό τους. Επειδή νομίζουν ότι είσαι “με τους άλλους” ή για να μην πας με “τους άλλους”.
Μα ποιός το κανονίζει, Θεέ μου, τί κάνω εγώ πάνω σ΄αυτή τη Γη;
Κρυφτήκαμε. Αφού θα έρχονταν, τί σημασία είχε ποιοί ήταν; Όλοι…θα έρχονταν. Όλοι διαφέντευαν. Από όλους θα φυλαγόμασταν. Αυτό κατάλαβα. Πάει, τελειώσαμε! Δεν γλιτώναμε. Και κανένας δεν μου εξηγούσε τί κακό είχαμε κάνει! Θα ήταν πολύ κακό, φαίνεται, αλλά…τί;
Την άλλη μέρα βγήκε ο ήλιος. Περάσαμε πάλι τον κεντρικό δρόμο με τις κουβέρτες μας αγκαλιά. Πήγαινα από κοντά στην μητέρα και κοίταζα ολόγυρα με φόβο και υποψία.
Πού να είναι “οι άλλοι;”. Δεν ήρθαν;
Κάτω από τη μουριά στεκόταν ένας στρατιώτης τυλιγμένος με μια κουρελού. Δίπλα του είδα ακουμπισμένο το όπλο του. Το κράνος του γυάλιζε. Έκανε κρύο πολύ.
” Του δώσαμε μια κουρελού τη νύχτα για να σκεπαστεί. Θα πούντιαζε ο φουκαράς”, μας πληροφόρησε η γυναίκα του Κοτρογιάννη.
Αχ, μαμή, άσε με νά΄ρθω κοντά σου.Να χωθώ στην αγκαλιά σου. Να μου πεις τί ξέρεις εσύ για να μπορέσω να καταλάβω κι εγώ: να τον φοβάμαι τον στρατιώτη ή να μη τον φοβάμαι; Το βράδυ του κρυφτήκαμε γιατί τον φοβόμασταν και τα μεσάνυχτα, που έβρεχε πολύ, του δώσαμε κουρελού για να μην κρυώνει.
Μισό, μισό, λοιπόν. Πότε τον φοβόμαστε , πότε τον λυπόμαστε. Ανάλογα με το αν είναι αυτός στη βροχή ή εμείς.
Άει στο καλό! Να φύγουν από ΄δω όλοι τους για να ησυχάσω. Και τώρα, λέει, θα φύγουν. Μόνο δυό-τρεις ήρθαν. Οι άλλοι βρίσκονταν ακόμα πάνω στο βουνό. Δεν κατέβηκαν στο χωριό επειδή φοβήθηκαν, λέει, μήπως κρύβονται στα σπίτια αντάρτες.
Δεν πάμε καλά, όχι, δεν πάμε καθόλου καλά!
Λευτεράκη, φιλαράκι μου, πού είσαι; Πάμε στου “Μιαούλη” να σκάψουμε. Να πλατσουρίσουμε στις λάσπες και να τους ξεχάσω όλους. Δεν αξίζει τον κόπο να τους παίρνουμε στα σοβαρά. Αυτοί είναι για δέσιμο με το μυαλό που κουβαλάνε. Φοβάται ο ένας τον άλλον και μόνο τον πατέρα μου βάλανε στη μέση, για να βγάλουν το άχτι τους και να ξεθυμάνουν .
Να ξεθυμάνουν;;; Δεν είναι να το γελάς. Μέσα στην τρέλα τους και στην αναμπουμπούλα μπορεί να τον σφάξουν και να μείνω ορφανό. Τα βλακόμετρα! Καλά τους λέει έτσι ο πατέρας σου, Λευτεράκη μου.
” Όχι βλακόμετρα. Βλακόμουτρα θα λες. Έτσι είναι πιο σωστό”, τον διορθώνει ο γείτονας.
Εκείνος, ντε, που το σπίτι του είναι απέναντι από το δικό σας σπίτι και φοράει μάλλινα πλεχτά τσουράπια με κόκκινες ρίγες.
Βάζει το ένα πόδι πάνω στ΄άλλο, χαϊδεύει το τσουράπι του και μου φωνάζει…” τα΄μαθες, μικρή; Τον πατέρα σου θα τον πιάσουν και θα τον πάνε στη φυλακή. Δεν θα΄χεις πατέρα. Χα,χα,χα! ”
Το στόμα του χάσκει. Τον σιχαίνομαι!
“Άσε το παιδί. Μην παίζεις μαζί του!”.
Ποιά είναι αυτή που του το λέει; Η γυναίκα του; Δεν ξέρω κι ούτε με νοιάζει να μάθω. Γελάει κι αυτή και μου δίνει καρύδια. Δεν τα θέλω τα καρύδια τους.
” Σου κακοφαίνεται, εεε;;; Αφού είναι κομμουνιστής ο πατέρας σου. Γιατί σου κακοφαίνεται;” συνεχίζει εκείνος.
Στριφογυρίζει στο κάθισμα, λες και δεν τον χωράει ο τόπος. Το μούτρο του κοκκινίζει. Ανακάθεται. Με πονάει η κοιλιά μου. Πώς με πονάει η κοιλιά μου! Εμετός μου έρχεται. Διπλώθηκα στα δύο και κοίταζα τα παπούτσια μου! Κοίτα πώς έγιναν τα παπούτσια μου…πώς γδάρθηκαν έτσι οι μύτες τους! Δεν μ΄αρέσει που γδάρθηκαν.
Κι αυτός με τα μουστάκια του θα τα βλέπει τώρα και θα με κοροϊδεύει…και συνεχίζει να γελάει…γιατί γελάει;
” Ο πατέρας σου είναι κομμουνιστής και φοράει κόκκινα…χα,χα,χααα!”.
Τα μουστάκια του χορεύουν.Ο πόνος στην κοιλιά μου δυναμώνει, δυναμώνει…ανεβαίνει και μου κλείνει τον λαιμό. Θέλω κάπου να καθίσω! Πού να καθίσω;
Εκείνος κατεβάζει τα πόδια του, τα χτυπάει στο χώμα και ξεκαρδίζεται. Τα τσουράπια του γλιστράνε πάνω στο κοκκαλιάρικο καλάμι του ποδιού του. Είναι μάλλινα με κόκκινες ρίγες, κόκκινες ρίγες, κόκκινες ρίγες…
” Κι εσύ είσαι κομμουνιστής και παράτα με!. Φοράς κόκκινα τσουράπια, κόκκινα τσουράπια, κόκκινα τσουράπιαααα!!!”
Επιτέλους βγαίνει η φωνή μου και φωνάζω με όλη μου τη δύναμη, για να σταματήσω το κλάμα.
Ανεβοκατεβαίνει από την κοιλιά μου και φτάνει ως τον λαιμό, χοροπηδάει κι εγώ το σπρώχνω με τη φωνή μου να πάει κάτω . Να μη φανεί! Να μη φανεί ποτέ μπροστά σε κάτι τέτοιους άχρηστους, ότι κλαίω.
Ακολουθήστε μας και στο Google news
