Γράφει η Αγγελική Σαρικαβάζη
Υπάρχουν μανάδες που δεν έχασαν τα παιδιά τους από ατυχία ή από τη σκληρότητα της ζωής.
Τα έχασαν από επιλογή.
Τα απομάκρυναν από τη ζωή τους, μαζί και τα εγγόνια τους, για χάρη ενός άνδρα. Για μια σχέση που θεωρήθηκε σημαντικότερη από δεσμούς αίματος, από χρόνια κοινής πορείας, από την ίδια τη μητρότητα.
Την ώρα που παίρνονται τέτοιες αποφάσεις, οι δικαιολογίες είναι έτοιμες. «Έχω δικαίωμα να είμαι ευτυχισμένη», «κουράστηκα να δίνω», «ήρθε η σειρά μου».
Κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα μιας γυναίκας στην προσωπική της ζωή. Όμως πότε αυτό το δικαίωμα μετατρέπεται σε εγκατάλειψη;
Πότε η ανάγκη για συντροφικότητα γίνεται ανταλλαγή;
Ο χρόνος, όμως, δεν χαρίζεται.
Και όταν περνούν τα χρόνια, όταν οι σχέσεις φθείρονται ή τελειώνουν, όταν ο άνδρας φεύγει ή απλώς παύει να είναι το κέντρο του κόσμου, τότε έρχονται οι τύψεις.
Τότε μετριούνται οι απώλειες.
Πόσες αγκαλιές δεν δόθηκαν;
Πόσες στιγμές δεν έζησαν;
Πόσα παιδικά γέλια δεν ακούστηκαν ποτέ μέσα στο σπίτι;
Η μητρότητα δεν είναι ρόλος με ημερομηνία λήξης.
Δεν αναστέλλεται ούτε αντικαθίσταται. Είναι σχέση ευθύνης, παρουσίας και συνέπειας. Κι όταν αυτή η σχέση διακόπτεται βίαια, τα τραύματα δεν αφορούν μόνο τα παιδιά και τα εγγόνια. Αφορούν και εκείνες που έφυγαν.
Γιατί στο τέλος της διαδρομής, δεν μετριούνται οι έρωτες που πέρασαν.
Μετριούνται οι άνθρωποι που έμειναν. Και κάποιες μανάδες έμειναν μόνες, κρατώντας τύψεις εκεί όπου θα μπορούσε να υπάρχει αγάπη.
