
Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος
Γεννήθηκα μέσα σ’ ένα άγριο τριαντάφυλλο
Έξω λάμψεις, βροντές, εκρήξεις, φωνές
γλιστρούσαν σε παλιά συρτάρια,
δεν ήταν συλλαλητήρια, δεν ήταν γιορτές
ήταν οι πλανόδιοι οργανοπαίχτες
που ετοίμαζαν τις φωτιές του Διονύσου.
Δεξιά ο κήπος, χωρίς ανάσα ,νεκρός,
αριστερά η γνώση κι η πείνα,
το ψωμί που δεν φτάνει,
τα όνειρα που τα κυνηγά η αστυνομία.
Στο βάθος λαμπύριζε η θάλασσα,
οι βάρκες κουβαλούσαν πρόσφυγες,
κι η πόλη, ξαπλωμένη,
έκανε πως δεν βλέπει το αίμα.
Η δυστυχία πλημμυρίζει τους ουρανούς
στο υπόγειο χαϊδεύοντας κωφάλαλες γυναίκες
συγκεντρώνω τους στεναγμούς που ακούγονται γύρο μου
για να μην χάσω ούτε ένα ήχο.
Ο παππούς μου, τυφλός,
σε τι χρησίμευσαν οι αμαρτίες του,
μέτραγε τις ώρες στη φυλακή,
κάθε ώρα κι ένα όνειρο κλειδωμένο,
κάθε ώρα και μια χάντρα
που κυλάει σα δάκρυ στο μάγουλο.
Ο άλλος, ο παππούς ο λυράρης, δεν άκουγε
χόρευε μέσα στη φτώχεια και στη φωτιά,
με τον καπνό να σκεπάζει τη μουσική,
αναζητώντας τους άντρες με τα τύμπανα
για να κρύψουν την περηφάνια του.
Έμαθα να κουβαλώ την ανατολή στην πλάτη,
να στέκομαι όρθιος, να κουνώ το μαντίλι στον πατέρα,
που έφευγε για τις διαδηλώσεις και δεν γύριζε πάντα.
Τότε κατάλαβα πως είμαι μονός μου
Έμαθα να μετρώ τον πόνο σημαδεύοντας τον
μένα μικρό κομμάτι κιμωλία
όπως μετρούσε ο παππούς τις ώρες της φυλακής.
Να φυλάω τα λόγια μου σαν άγρια λουλούδια,
να παλεύω για μια γη χωρίς φόβο,
όπου τα παιδιά θα γελούν
έχοντας όλο το χρυσάφι για να πληρώσουν.
Δεν υπάρχει έλεος ποια
περπατάω με βήματα βαριά,
με μάτια που δεν κλείνουν,
με χέρια που δεν λυγίζουν,
με καρδιά που θυμάται
όλες τις μάχες που έχασε,
όλους τους φίλους,
και κάθε ψίθυρο που έγινε φωνή
φυλάκισα στο σκοτάδι
Όταν βραδιάζει πέφτω να κοιμηθώ,
βγάζω τα παπούτσια μου στο δρόμο
έτοιμος να γεννηθώ από ένα άγριο τριαντάφυλλο .
Μα πιο πολύ κι απ’ το άγριο τριαντάφυλλο,
κι απ’ τα σκληρά χέρια της γιαγιάς,
μένει η μυρωδιά της φορμόλης
στις αίθουσες των νεκρών,
στα σχολεία που σκοτώνουν τη σκέψη,
στους δρόμους που ποτίζουν με δακρυγόνο.
Αυτή η μυρωδιά μέσα μου έγινε φωνή,
κι η φωνή, αγώνας,
χέρια που σφίγγουν όταν όλα σπάνε,
καρδιά που δεν ξεχνά, μάτι που κοιτά,
φωνή που δεν σωπαίνει.
