Γράφει ο Χαράλαμπος Κοιλιάρης
Ιστορίες και θρύλοι από την εποχή που ζούσαμε στα χωριά μας
Με ένα κομμάτι τυρί στο χέρι και μια γωνιά ψωμί ξεκίνησα πρωί πρωί για το μποστάνι του κυρ Μανόλη. Ο ποτιστής ξεχειλισμένος από το κρύο νερό της γεώτρησης, χάιδευε τις ρίζες από τις ντομάτες και τις μελιτζάνες. Προχώρησα στην άκρη του χωραφιού για να μη βουλιάξουν οι λαστιχένιες παντόφλες μου στο φρεσκοποτισμένο χώμα ενώ συνέχιζα το κολατσιό μου.
Οι κατακόκκινες ντομάτες έκαναν τις μάνες τους να λυγίζουν από το βάρος και έβρεχαν τις κοιλιές τους στο τρεχούμενο νερό .Δεν άντεξα την πρόκληση . Πάτησα μέσα στον ποτιστή με κίνδυνο να μου βάλει ο κυρ Μανόλης τις φωνές , και έκοψα την πιο όμορφη , την πιο λαχταριστή. Την βούτηξα μέσα στο νερό για να πλυθεί καλά και πορεύτηκα προς την παχιά σκιά που άπλωναν στο έδαφος οι πρίνοι στην άκρη του χωραφιού.
Την κοίταζα πολλή ώρα και δεν μου έκανε καρδιά να τη δαγκώσω. Κοίταζα τα χρώματά της . Όλη η γκάμα από το ανοιχτό πράσινο μέχρι το βαθύ κόκκινο . Έβλεπα τις καμπύλες της , σαν γυμνό κορίτσι που το σώμα της ζητά με θράσος τον έρωτα. Στο άρωμά της κρυμμένη όλη η φύση . Ήθελα πολύ να την ζωγραφίσω .Ν’ αποθανατίσω όλη αυτή την ομορφιά πριν να γίνει το υπέροχο πρωινό μου .
Σε κάποια στιγμή θεώρησα τον εαυτό μου σκέτο κανίβαλο. Δεν είναι δυνατόν λέω , να φάω έτσι αυτό το θαύμα της φύσης. Δεν ντρέπομαι του λόγου μου να στείλω στο στομάχι μου αυτό το πανέμορφο πλάσμα ; Γύρισα το κεφάλι προς το μποστάνι , αναποφάσιστος για την τύχη της μικρής ντομάτας που το παραδέχομαι ότι ήμουν ψιλοερωτευμένος μαζί της . Η λιγούρα δε μ’ άφηνε να σκεφτώ . Όμως το μάτι μου έπεσε σε μια ντοματιά λίγο παρακάτω. Τι πράγμα ήταν αυτό ; Κατάφορτη από ντομάτες και όλες η μια πιο όμορφη από τις άλλες.
Αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσε να απαλύνει τον προβληματισμό αλλά και την πείνα μου που είχε αρχίσει να γίνεται αφόρητη. Αφού αποχαιρέτησα την μέχρι τώρα ΜΙΣ ΝΤΟΜΑΤΑ 1973 , γεύτηκα με όσο πιο λεπτό τρόπο μπορούσα και το εσωτερικό της που είχε την ίδια νοστιμιά με την εμφάνισή της .Η μεταλλική της γεύση έβαζε υπογραφή για το μεράκι και τον κόπο του κυρ Μανόλη και το φυσικό κόπρισμα του χωραφιού.
Έτσι λοιπόν η Μις Ντομάτα παντρεύτηκε με το κατσικίσιο τυρί και με κουμπάρο το σταρένιο ψωμί που ζύμωσε η μάνα την προηγούμενη μέρα . Τέσσερα σύκα από την συκιά της εμπασιάς ήταν καλεσμένοι στο γάμο. Το στομάχι βάρυνε αρκετά και γλίστρησα γλυκά σε κατάσταση ύπνου με το νανούρισμα από το θρόισμα των φύλων που το πρωινό αεράκι τα έκανε να ψιθυρίζουν.
Όμως ένα κακό όνειρο ήρθε να χαλάσει την όμορφη και απολαυστική ξεκούρασή μου. Ένα όνειρο που ήταν πραγματικός εφιάλτης. Είδα λοιπόν ότι μετά από μερικά χρόνια οι ντομάτες και τα φασολάκια θα έχουν δόντια .Οι μπάμιες και οι μελιτζάνες θα έχουν αγκάθια . Το ίδιο και τα κολοκυθάκια που θα τρώνε τους ανθρώπους. Όλα αυτά γιατί οι άνθρωποι θα τα κοπρίζουν με δηλητήρια και θα τα ποτίζουν με γλυφό νερό σαν της θάλασσας .
Άνοιξα τα μάτια μου και βρέθηκα στην γλυκιά πραγματικότητα. Δεν είναι δυνατόν σκέφτηκα , αυτά μόνο στα όνειρα μπορούν να συμβούν . Πώς μπορεί ποτέ οι άνθρωποι να καταστρέψουν αυτό το θεϊκό δώρο , τη φύση , την ίδια τους την ύπαρξη. Σηκώθηκα. Στον ποτιστή συνέχιζε να τρέχει το ίδιο γάργαρο νεράκι της γεώτρησης . Πλύθηκα και συνέχισα το δρόμο μου προς τον Καράμουσα . ήθελα να γευτώ λίγα βατόμουρα πριν τα φάνε οι πούλες και τα σιουτάκια.

