Στις 30 Ιουλίου, η Ισπανία βρέθηκε αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη μεταναστευτική κρίση που έχει σημειωθεί στην Ευρώπη από το 2015. Τουλάχιστον 50.000 άνθρωποι από τη Βόρεια Αφρική πέρασαν μαζικά στους ισπανικούς θύλακες της Θέουτα και της Μελίλια, χωρίς να συναντήσουν κανένα ουσιαστικό εμπόδιο.
Η αδυναμία της Μαδρίτης να προστατεύσει τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με κάποιες να θέτουν πλέον ανοιχτά το ζήτημα της παραμονής της χώρας στη ζώνη Σένγκεν.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι ήταν η πρώτη που έριξε στο τραπέζι την πρόταση αποβολής της Ισπανίας από τον χώρο ελεύθερης κυκλοφορίας, προκειμένου να προστατευθούν τα ιταλικά σύνορα από ένα νέο κύμα παράνομης μετανάστευσης. «Η Ιταλία δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα χέρια», δήλωσε χαρακτηριστικά. Τη στάση της υιοθέτησαν άμεσα η Φινλανδία, η Τσεχία και η Δανία, δημιουργώντας ένα μέτωπο τεσσάρων χωρών που πιέζει για αυστηρές συνέπειες.
Την ίδια στιγμή, η Γαλλία έχει ήδη προχωρήσει στην επιβολή συνοριακών ελέγχων στα σύνορά της με την Ισπανία, σε μια κίνηση που δείχνει ότι η εμπιστοσύνη προς τη Μαδρίτη έχει κλονιστεί σοβαρά. Ο Φινλανδός υπουργός Εσωτερικών συνόψισε το κλίμα που επικρατεί σε μεγάλο μέρος της βόρειας Ευρώπης: «Η Ισπανία απέτυχε πλήρως στην υποχρέωσή της να φυλάξει τα εξωτερικά σύνορα της Σένγκεν. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Χώρες που δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους δεν μπορούν να παραμένουν μέλη της ζώνης».
Η κρίση φέρνει στην επιφάνεια ένα βαθύτερο ρήγμα στην Ευρώπη γύρω από το μεταναστευτικό, με τον Νότο να σηκώνει το βάρος των ροών και τον Βορρά να χάνει την υπομονή του. Το αν η Ισπανία θα καταφέρει να εκτονώσει την κατάσταση ή αν η Σένγκεν θα μπει σε μια άνευ προηγουμένου δοκιμασία, μένει να φανεί τις επόμενες εβδομάδες.

