Γράφει η *Χριστίνα Σιμοπούλου
Κανείς δεν ήξερε πότε ακριβώς είχε αρχίσει να τις μαζεύει.
Ίσως από εκείνο το απόγευμα που άκουσε τη μητέρα της να κλείνει το τηλέφωνο χωρίς να πει «μου λείπεις». Ίσως από τη μέρα που είδε έναν ηλικιωμένο άντρα να στέκεται έξω από ένα σπίτι για πολλή ώρα, να σηκώνει το χέρι για να χτυπήσει το κουδούνι και τελικά να φεύγει.
Η Άννα ήταν δώδεκα χρονών και είχε ένα παράξενο χάρισμα.
Έβλεπε τις λέξεις που οι άνθρωποι δεν τολμούσαν να πουν.
Δεν έμοιαζαν με γράμματα. Ήταν μικρές φωτεινές κουκκίδες, σαν πυγολαμπίδες. Πετούσαν για λίγο γύρω από εκείνον που τις είχε κρατήσει μέσα του και ύστερα, αν κανείς δεν τις πρόφερε, έπεφταν σιγά στο έδαφος.
Η Άννα τις μάζευε.
Τις έβαζε σε μικρά γυάλινα βαζάκια που κρατούσε στο δωμάτιό της.
Σε ένα έγραφε «συγγνώμη».
Σε άλλο «σε χρειάζομαι».
Σε ένα τρίτο «φοβάμαι».
Και υπήρχε κι ένα πολύ μικρό βαζάκι, σχεδόν άδειο, που έγραφε «σ’ αγαπώ».
Παράξενο, σκεφτόταν. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν αυτή τη λέξη συνέχεια στις ταινίες και στα τραγούδια. Στην πραγματική ζωή, όμως, συχνά την άφηναν να πέσει.
Κάθε βράδυ η Άννα καθόταν στο πάτωμα και κοίταζε τα βαζάκια της να φωτίζουν το δωμάτιο.
Μερικές λέξεις ήταν ήσυχες.
Άλλες χτυπούσαν πάνω στο γυαλί σαν να ήθελαν να φύγουν.
Μια μέρα, γυρίζοντας από το σχολείο, είδε έναν νεαρό άντρα να κάθεται μόνος σε ένα παγκάκι. Κρατούσε το κινητό του στα χέρια και κοιτούσε μια φωτογραφία.
Η Άννα πέρασε δίπλα του.
Τότε είδε κάτι να πέφτει.
Ήταν η πιο λαμπερή λέξη που είχε δει ποτέ.
Την πήρε προσεκτικά στην παλάμη της.
Έγραφε:
«Μείνε.»
Η Άννα γύρισε προς τον άντρα.
Εκείνος είχε ήδη σηκωθεί.
«Συγγνώμη!» του φώναξε.
Ο άντρας σταμάτησε.
Η Άννα δεν ήξερε πώς να του εξηγήσει τι κρατούσε. Ούτε ήξερε σε ποιον προοριζόταν η λέξη.
Έτσι του είπε μόνο:
«Μερικές φορές πρέπει να λέμε αυτό που σκεφτόμαστε πριν είναι αργά.»
Ο άντρας την κοίταξε παράξενα.
Μετά κοίταξε ξανά το κινητό του.
Και χαμογέλασε λυπημένα.
«Ναι», είπε. «Μάλλον έχεις δίκιο.»
Εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά, η Άννα δεν έβαλε τη λέξη στο βαζάκι.
Την άφησε πάνω στο περβάζι.
Και λίγο πριν κοιμηθεί, η λέξη άρχισε να τρεμοπαίζει.
Ύστερα πέταξε έξω από το ανοιχτό παράθυρο.
Η Άννα δεν έμαθε ποτέ αν έφτασε εκεί που έπρεπε.
Από τότε, όμως, άρχισε να ανοίγει κάθε βράδυ όλα τα βαζάκια της.
Και οι χαμένες λέξεις έβγαιναν μία μία στον ουρανό.
«Συγγνώμη.»
«Μου λείπεις.»
«Σε χρειάζομαι.»
«Σ’ αγαπώ.»
Ίσως να μην έβρισκαν πάντα τον σωστό άνθρωπο.
Ίσως όμως κάποια λόγια να αξίζει να τα αφήνεις ελεύθερα.
Γιατί οι λέξεις που δεν λέμε δεν χάνονται πραγματικά.
Μένουν κάπου μέσα μας και περιμένουν.
Και μερικές φορές, το μόνο που χρειάζεται είναι λίγο θάρρος για να βρουν τον δρόμο τους.

