Μια νέα διεπιστημονική μελέτη φέρνει ανατροπές σε όσα θεωρούνταν επί δεκαετίες δεδομένα για την απαρχή του μακεδονικού βασιλείου και της δυναστείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Ο συνδυασμός κριτικής ανάλυσης αρχαίων κειμένων και συστηματικής μελέτης των ταφικών ευρημάτων από τη Βεργίνα οδηγεί τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι η ίδρυση του βασιλείου δεν τοποθετείται στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., αλλά περίπου το 575 π.Χ., δηλαδή σχεδόν 75 χρόνια αργότερα.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Karanos, υπογράφεται από τον ιστορικό William S. Greenwalt (Πανεπιστήμιο Santa Clara) και την αρχαιολόγο Βασιλική Σαριπανίδη (FNRS & Université libre de Bruxelles). Οι δύο ερευνητές επανεξετάζουν τόσο τις γραπτές πηγές όσο και την «αδιάψευστη», όπως τη χαρακτηρίζουν, μαρτυρία της αρχαιολογίας.
Για περισσότερο από έναν αιώνα, η ιστοριογραφία τοποθετούσε την ίδρυση του μακεδονικού βασιλείου γύρω στο 650 π.Χ., βασιζόμενη κυρίως στους βασιλικούς καταλόγους που παραδίδει το Χρονικό του Ευσέβιου Καισαρείας. Μετρώντας αντίστροφα από τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., οι κατάλογοι αυτοί οδηγούσαν ακόμη και στο 760 π.Χ. για τον μυθικό ιδρυτή Κάρανο.
Ωστόσο, η νέα μελέτη επισημαίνει σοβαρά προβλήματα αξιοπιστίας. Όπως τονίζεται, οι τρεις πρώτοι βασιλείς των καταλόγων (Κάρανος, Κοίνος, Τυρίμμας) θεωρούνται ευρέως μεταγενέστερες μυθολογικές προσθήκες, πιθανόν για πολιτική νομιμοποίηση κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. Ακόμη όμως και αν αφαιρεθούν, προκύπτουν χρονικά σχήματα που δεν συμβαδίζουν με τις ιστορικές πραγματικότητες της εποχής.
Ο Greenwalt και η Σαριπανίδη εστιάζουν στη διάρκεια των βασιλειών. Οι αρχαίοι ιστορικοί συμφωνούν ότι πριν από τον Αλέξανδρο Α΄ (περί το 495 π.Χ.) προηγήθηκαν έξι Αργεάδες βασιλείς. Αν η δυναστεία είχε ξεκινήσει το 650 π.Χ., οι έξι αυτοί ηγεμόνες θα έπρεπε να έχουν κυβερνήσει συνολικά για περίπου 155 χρόνια, δηλαδή σχεδόν 26 χρόνια ο καθένας, ένας μέσος όρος που χαρακτηρίζεται εξαιρετικά απίθανος για μια πρώιμη και ασταθή πολιτική οντότητα.
Η σύγκριση με την καλύτερα τεκμηριωμένη περίοδο από το 495 έως το 310 π.Χ. είναι αποκαλυπτική, σε 185 χρόνια καταγράφονται 14 έως 16 ηγεμόνες, με μέση διάρκεια βασιλείας 11,5 έως 13 χρόνια. Με βάση αυτό το δεδομένο, η απαρχή της δυναστείας μετατοπίζεται γύρω στο 573 π.Χ., χρονολογία που οι ερευνητές στρογγυλοποιούν στο 575 π.Χ.
Καθοριστικό ρόλο στην επιχειρηματολογία παίζει η αρχαιολογική έρευνα των νεκροταφείων. Η Βασιλική Σαριπανίδη, αναλύοντας τις ταφικές πρακτικές από την Εποχή του Σιδήρου έως την Αρχαϊκή περίοδο, διαπιστώνει ότι πριν από τις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. δεν υπάρχουν ενδείξεις συγκροτημένου βασιλείου. Οι ταφές του 7ου αιώνα π.Χ. δεν παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφοροποιήσεις και αποτυπώνουν μόνο περιορισμένες κοινωνικές ανισότητες.
Η εικόνα αλλάζει ριζικά γύρω στο 570 π.Χ. Σε ολόκληρη την περιοχή παρατηρείται μια απότομη μεταβολή στις ταφικές τελετουργίες, όλοι οι ενήλικες θάβονται πλέον με κτερίσματα, εμφανίζονται εξαιρετικά πλούσιοι τάφοι με εκατοντάδες αντικείμενα, ενώ ταφικά σύνολα αποκτούν σαφή ιεραρχική οργάνωση. Χρυσός, εισαγόμενα σκεύη, όπλα, πανοπλίες και σύμβολα εξουσίας κάνουν την εμφάνισή τους, αποτυπώνοντας την άνοδο μιας ισχυρής και κληρονομικής ελίτ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι πιο πολυτελείς τάφοι εντοπίζονται σε συγκεκριμένα σημεία, με τη Βεργίνα (αρχαίες Αιγές) να ξεχωρίζει. Μόνο εκεί οι ταφές της ελίτ είναι χωρικά διαχωρισμένες σε ανδρικές και γυναικείες ενότητες, στοιχείο που, σύμφωνα με τη μελέτη, παραπέμπει άμεσα στη βασιλική οικογένεια των πρώτων Τημενιδών.
Οι ερευνητές καταλήγουν ότι γύρω στο 570 π.Χ. μια ελίτ με κέντρο τη Βεργίνα εδραίωσε την κυριαρχία της σε μια ευρύτερη περιοχή, θέτοντας τα θεμέλια του μακεδονικού βασιλείου. Το κράτος αυτό δεν είχε ακόμη γραφειοκρατία ή μόνιμους θεσμούς, αλλά λειτουργούσε ως ένα «σύνθετο αρχηγικό σύστημα», όπου η εξουσία βασιζόταν στο κύρος, την καταγωγή και τη συνεχή αναδιανομή πλούτου.
Η νέα χρονολόγηση, που συμφωνεί τόσο με τα γραπτά όσο και με τα αρχαιολογικά δεδομένα, αναγκάζει την επιστημονική κοινότητα να επανεξετάσει τη γένεση της μακεδονικής ισχύος. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, το βασίλειο που αργότερα θα κυριαρχούσε στον ελληνικό κόσμο και θα αμφισβητούσε την Περσική Αυτοκρατορία δεν γεννήθηκε στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., αλλά στις κρίσιμες δεκαετίες του 6ου αιώνα π.Χ., μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο.
