18 Μαΐου 2026
Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

(Σύνδεση με το θέμα: Εδώ κλείνει ένας μεγάλος κύκλος ζωής! Χάσαμε πολλά! Πήραμε πολλά! Κρατάμε όσα μας στήριξαν και μας δυνάμωσαν, γιατί η ζωή δεν σταματάει να μας εκπαιδεύει και να μας βαθμολογεί! )

ΑΝΟΙΓΩ ΤΑ ΜΠΑΟΥΛΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΡΑΒΑΩ ΧΑΡΤΙ

Κυλάει ο χειμώνας. Η μαμά έγινε η νοσοκόμα του χωριού. Κάνει ενέσεις σε όποιον τις έχει ανάγκη. Όλα τα παιδιά τη φωνάζουν «θεία». Επομένως, συγγενέψαμε με τον Άγιο Αθανάσιο, κατά πώς φαίνεται!

Τι μήνα έχουμε; Σε δύο μήνες θα έχουμε πάλι θεατρική παράσταση. Έρχεται πάλι η 25η Μαρτίου. Θ’ ανεβάσουμε δράμα. Οι μυρτιές που στόλισαν την αυτοσχέδια σκηνή μας και οι δάφνες που σκέπαζαν τα δοκάρια δεν λιγόστεψαν φέτος. Κρεμάσαμε τα σημαιάκια, παρατάξαμε τους «ηθοποιούς» μέσα στην αίθουσα και ανοίξαμε την πόρτα του σχολείου. Από ‘κεί θα έβγαιναν στη σκηνή, όταν θα ερχόταν η σειρά τους.

«Αρχίζουμε με ποίημα», ενημερώνει ο πατέρας τους θεατές, που έχουν γεμίσει την αυλή αλλά και τον δρόμο.

«Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά, πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι…»

Η φωνή που απαγγέλλει δεν μοιάζει πια με παιδική.

«…το φοβισμένο φως του καντηλιού τρεμάμενο τα ονείρατα αναδεύει…»

Άκρα σιωπή στο κοινό που παρακολουθεί την παράσταση…

«…μη σκιάζεστε στα σκότη…»

Συνεχίζει την απαγγελία ο μαθητής. Ολόγυρα σιωπή. Μόνο η φωνή του ακούγεται — και σβήνει μέσα στο ατέλειωτο χειροκρότημα. Φέτος δεν ήταν ο «Κωστής» που ανέβηκε στη σκηνή. Ήταν ο καλόγηρος με το μαύρο του ράσο και το Κρυφό Σχολειό. Όταν φάνηκε ο «Τούρκος» στη σκηνή, οι θεατές ανακάθισαν ανταριασμένοι. Κι όταν ο Αθανάσιος Διάκος αποχαιρέτησε την άνοιξη, συνόδεψαν τα στερνά του λόγια οι λυγμοί. Στα πρώτα καθίσματα, η παπαδιά έκλαιγε. Το ίδιο και η κυρά-Παναγιού. Οι άνδρες έσκυβαν το κεφάλι για να κρύψουν τα δάκρυά τους. Και τον Εθνικό μας Ύμνο τον σκέπασαν τα χειροκροτήματα.

Για μια εβδομάδα άνοιξε καινούργιο θέμα στα κοντινά χωριά: «Στο σχολείο του Άη Θανάση έπαιξαν θέατρο. Ξέρεις τι καλά που ήταν!»

Από τότε έμαθα να μη μετράω τις μέρες, να μη μετράω τα χρόνια, αλλά να μετράω τις στιγμές και ν’ αυγαταίνω τη ζωή μου. Κι όταν το σχολικό μας έτος έληξε, εγώ μέτρησα τόσες στιγμές, που εξοικονόμησα μια ακόμη δεκαετία. Κάθισα στην άκρη της αίθουσας, κοίταξα τα θρανία ένα-ένα και είπα από μέσα μου όλα τα ονόματα των παιδιών.

«Μην κλαις άλλο. Θα γεράσεις γρήγορα», μου ψιθύρισε η Φώτω. «Κι ύστερα… δεν αποχωριζόμαστε. Τελείωσε μόνο το σχολείο», μου ψιθύρισε και η καρδιά μου.

«Μισεύω και τα μάτια μου δακρύζουν λυπημένα… Αχ, σχολείο μου καλό, πόσο-πόσο σ’ αγαπώ!»

Τραγουδάει η Έκτη Τάξη στην αυλή του σχολείου. Τελείωσε η σχολική μας γιορτή. Οι θεατές μας χειροκροτούν. Τώρα το σχολείο του Άη Θανάση έχει θεατρική παράσταση και στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Ποιήματα, κωμωδίες, σάτιρα. Ήρθαν κι από τα κοντινά χωριά για να μας δουν. Αυξήθηκαν οι θεατές μας.

«Θέλω να μιλήσω στους μαθητές μου!», ακούγεται η φωνή του πατέρα.

«Λόγο! Λόγο! Σιωπή! Θα μιλήσει ο δάσκαλος!», φωνάζουν οι άνδρες.

«Όχι, δεν είναι Λόγος», λέει ο δάσκαλος και προχωράει ένα βήμα μπροστά. «Είναι μια σκέψη, μια έγνοια δική μου για σας, που φέτος τελειώσατε το Δημοτικό Σχολείο. Δεν ξέρω τι σας έδωσα ως εφόδια. Δεν ξέρω πώς σας στέλνω στον κόσμο. Κι ανησυχώ. Σας μίλησα για τον Θεό. Σας μίλησα για την Πατρίδα. Σας έδωσα ένα τετράδιο “αγνώστων λέξεων”. Παιδιά μου, συγχωρέστε με, αν κάποια μέρα τα βρείτε λίγα. Σ’ αυτά πίστευα. Γι’ αυτά σας μίλησα. Δεν ξέρω ποιοι θα είναι οι δικοί σας “θεοί”, όταν μεγαλώσετε. Τώρα αρχίζει για σας η ζωή και η αναζήτηση. Τρέμω να σας στείλω στον κόσμο χωρίς “θεούς”. Κρατήστε τους δικούς μου. Θα είναι το στήριγμά σας στην αρχή. Αν θα είναι και στη συνέχεια, θα το αποφασίσετε εσείς.»

Ύστερα;

Ύστερα μαζέψαμε τα μπαούλα μας και φύγαμε απ’ το χωριό.

«Στοπ!» μου λέει η ψυχή μου. «Με το μολύβι στο χέρι δεν λέμε ψέματα. Ή μήπως ξέχασες τη συνέχεια; Τα χρόνια πέρασαν. Εσύ πήγες στο Γυμνάσιο Θηλέων Χαλκίδος. Και μια μέρα, που έκλεινες τα δεκάξι σου, πήρε ο πατέρας μετάθεση για σχολείο της Χαλκίδας. Τότε ήταν που φύγατε από το χωριό».

Ναι, τότε φύγαμε. Και μόνο τότε έκλεισε για μένα η παιδική μου ηλικία. Δεν λέω ψέματα και δεν μπερδεύω τη συνέχεια. Γυρίζω μόνο πίσω, όταν πρέπει κάτι ν’ αναγνωρίσω. Και είναι κάτι μουντό, βαρύ, που πλανιέται γύρω μου. Ανασκαλεύω τα μπαούλα μου και τραβάω ένα χαρτί. Πάνω του είναι γραμμένη η λέξη «θλίψη». Σ’ ένα άλλο χαρτί βρίσκω γραμμένη τη λέξη «χαρά». Τα πήρα όλα μαζί μου.

Ανοίγω πάλι τα μπαούλα μου και τραβάω χαρτί. Ψάχνω ακόμα για ‘κείνο που μας συνόδεψε μέχρι έξω απ’ το χωριό. Ήταν την ημέρα που φεύγαμε. Δεν μιλούσε κανείς. Δέσαμε τα μπαγκάζια μας, τα φορτώσαμε στο φορτηγό και τα στείλαμε στη Χαλκίδα. Εμείς θα φεύγαμε αργότερα. Θα παίρναμε το απογευματινό λεωφορείο από το διπλανό χωριό, τον Πάλιουρα.

Κλείσαμε πίσω μας την πόρτα του σχολείου και ξεκινήσαμε. Περάσαμε τις βρύσες. Εμείς οι τρεις μπροστά. Δίπλα μας ο παπάς και ο πρόεδρος της Κοινότητας. Γύρω μας —και πίσω— ολόκληρο το χωριό, που έκλαιγε. Κλαίγαμε κι εμείς. Περάσαμε τα πεύκα, βγήκαμε στο γεφύρι, φτάσαμε στα πρώτα σπίτια του Πάλιουρα. Όλοι μαζί.

Και τώρα ξέρω τι είναι γραμμένο στο τελευταίο χαρτί, που βρίσκω στα μπαούλα μου και το παίρνω μαζί μου για όλη μου τη ζωή: είναι το ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ.

Επίλογος

Οι “ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ”, μέσα από μία μεγάλη διαδρομή, έφτασαν στο τέλος!
Κι όταν όλα ειπωθούν, κι όταν οι λέξεις σιγήσουν, μένει εκείνο το βλέμμα της μικρής μας αφηγήτριας: καθαρό, άφοβο, γεμάτο ερωτήσεις. Δεν έψαχνε να πάρει θέση ,παρά μόνο να καταλάβει. Μέσα του χωρούσε ολόκληρη η Ελλάδα, πληγωμένη και περήφανη, μοιρασμένη και όμως μία.

Όσο για μένα- προσωπικά- έζησα, θυμήθηκα και αφηγήθηκα, για να ξορκίσω τον φόβο και τη σιωπή. Μα πιο πολύ, για να τιμήσω εκείνους που βρέθηκαν στο περιθώριο της Ιστορίας και όχι επειδή ήταν λίγοι, αλλά επειδή δεν είχαν φωνή. Γυναίκες, παιδιά, δάσκαλοι, παπάδες, ξεριζωμένοι από τα χωριά τους, χωρικοί. Όσοι δεν κρατούσαν όπλα, αλλά σήκωναν στα χέρια τους τη ζωή όπως μπορούσαν.
Αυτό το βιβλίο τους ανήκει.

Κι ακόμα…

Σ΄ εκείνα τα παιδιά που περπάτησαν στα χωράφια με τα βρεγμένα φουστάνια.

Σ΄εκείνα που έψαξαν για σαλιγκάρια στη βροχή και τραγούδησαν στην αυλή του σχολείου.

Και σε όλους εκείνους που έχασαν πολλά, μα δεν μίσησαν.

Που χτυπήθηκαν, μα δεν ξέχασαν πώς να αγαπούν.

Αν με κάποιο τρόπο, μέσα απ’ αυτές τις σελίδες, άγγιξα την καρδιά σας ή ανακίνησα μια δική σας μνήμη, τότε ίσως κάτι μικρό αλλά αληθινό καταφέραμε μαζί:να δώσουμε λίγο χώρο στο φως της ψυχής μας.

Γιατί, τελικά, αυτό είναι που μένει:

– Η αλήθεια που το παιδί μέσα μας δεν έπαψε ποτέ να αναζητά.

– Και η συγχώρεση! Όχι ως λήθη, αλλά ως βαθιά κατανόηση.

Με ευγνωμοσύνη στην ίδια τη ζωή και στους “συνοδοιπόρους μου”,

Μαίρη Μάκρα

ΤΕΛΟΣ

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!