21 Μαΐου 2026
Λογοτεχνία

Κοιμάμαι και ξυπνάω

Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος

Κοιμάμαι και ξυπνάω (το πρώτο ποίημα από μια ενότητα ποιημάτων με τίτλο «Ονειρογραφήματα»)

Κάθε φορά που κοιμάμαι, ξυπνάω σε έναν κόσμο λίγο λοξό.
Τα ρολόγια με παρακολουθούν,
ο Θεός φοράει παντόφλες,
και τα όνειρα έχουν πρόσωπο.
Αυτά τα ποιήματα γράφτηκαν ανάμεσα σε ύπνους και αφυπνίσεις —
εκεί που η λογική λιώνει και το συναίσθημα φοράει μεταξωτές λέξεις.
Αν ποτέ ένιωσες πως είσαι κάπου ανάμεσα στον εαυτό σου και τη σκιά του,
τότε…
Καλώς ήρθες.)

Κοιμάμαι σε σύννεφο κατσαρό·
οι ανάσες καρφώνονται στο ταβάνι, χρυσές βελόνες,
κι ένας γιατρός-καμηλοπάρδαλη
μου ψιθυρίζει: «Μην ξεχάσεις να ονειρευτείς».
Ξυπνάω σε θάλασσα κατόπτρων,
τα βήματα δεν μου ανήκουν,
μια πόρτα φυτρώνει στο μέτωπό μου
κι εκτοξεύει τραγούδια σε μορφή μαργαρίτας.
Το στόμα μασάει λέξεις από χαρτί,
ο ήλιος χορεύει τανγκό με τη σελήνη,
και τα δάχτυλά μου λεπιδιάζουν —
ψάρια που λεηλατούν τσέπες στην άβυσσο
με τα κιτρινισμένα γράμματα.
Κοιμάμαι.
Ο ύπνος, ένα παζλ δίχως κέντρο.
Ξυπνάω.
Ο κόσμος, ένα δωμάτιο με τις πόρτες
στους τοίχους του ουρανού.
Με ντύνει ένα σύννεφο από φωνές
και μια παλιά πολυθρόνα ανασαίνει
με τα χνώτα του παππού μου.
Στους τοίχους μιλούν λατινικά οι κερασιές
και οι σκιές μου μονομαχούν
για το ποια θα με ακολουθήσει.
Οι σκέψεις κολυμπούν σε λίμνες αστέρων,
τα όνειρα επιστρέφουν από την κλειδαρότρυπα
κι εγώ γράφω σε έναν ανεμόμυλο
που επιμένει να με αποκαλεί «παράγραφο».
Ξυπνάω.
Το πάτωμα στρώνεται παρτιτούρα
κι ένα βήμα αρκεί για να ηχήσει το μακρινό παράπονο.
Κοιμάμαι.
Ένα καπέλο γεμάτο φτερά βυθίζεται στον ύπνο μου:
«Σήμερα, θα πετάξεις χωρίς σώμα».
Ο εγκέφαλος, σαλιγκάρι
που σέρνεται πάνω σε εφημερίδες,
διαβάζει αγγελίες για ανύπαρκτα επαγγέλματα:
«Ζητείται καταβροχθιστής ιδεών, αμοιβή σε φτερά παγωνιού».
Ξυπνάω.
Στόμα γεμάτο άμμο και ιαπωνικές κραυγές από γάτες.
Το δέρμα μου, φιλμ ασπρόμαυρο,
κι ένας ταχυδρόμος από πλαστελίνη
μου παραδίδει την ετυμηγορία:
«Είσαι το όνειρο κάποιου που δεν γεννήθηκε ακόμα».
Οι λέξεις γίνονται έντομα, εισβάλλουν στα μάτια.
Γελώ και βγάζω ρίζες από τη γλώσσα.
Οι σκέψεις αναρριχώνται στο ταβάνι,
πέφτουν σε τεντωμένα τύμπανα,
παιανίζουν τον ύμνο της Λήθης.
Κοιμάμαι
και γεννιέμαι από ένα αυγό φτιαγμένο από πορτοκάλια.
Ξυπνάω
και είμαι ήδη πεθαμένος —
αλλά μόνο κάθε Τρίτη, όταν τα δέντρα με θυμούνται.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!