5 Αυγούστου 2026 19:19
Άρθρα Ρεπορτάζ Ειδήσεις και Νέα Κοινωνία Κόσμος

Δε φταίει ο άνεμος… Φταίει η πολιτική που «φυσάει» τα ίδια λάθη

Του Γιώργου Σαχίνη / neakriti.gr

Κάθε καλοκαίρι στη χώρα παίζεται η ίδια κακόγουστη παράσταση: αφού καούν τα πάντα, οι “αρμόδιοι” τα ρίχνουν στην κλιματική αλλαγή και… τον “στρατηγό άνεμο”

Υπάρχει μια εικόνα που επαν βαλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά κάθε καλοκαίρι στην Ελλάδα. Οι φλόγες καταπίνουν δάση, σπίτια και καλλιέργειες. Οι πυροσβέστες δίνουν μια μάχη που πολλές φορές αγγίζει τα όρια της αυτοθυσίας. Οι κάτοικοι εγκαταλείπουν τα χωριά τους με μια βαλίτσα στο χέρι. Και όταν η φωτιά σβήσει, αρχίζει η δεύτερη παράσταση. Δηλώσεις, διαβεβαιώσεις, εξαγγελίες και η γνώριμη επωδός ότι «η κλιματική κρίση δεν αφήνει περιθώρια». Είναι η πιο βολική πολιτική αφήγηση.

Όταν όλα αποδίδονται στη φύση, κανείς δε λογοδοτεί για όσα όφειλε να έχει κάνει πριν από τη φωτιά. Όταν οι ευθύνες χάνονται μέσα στους θυελλώδεις ανέμους και στις ακραίες θερμοκρασίες, η συζήτηση μετατοπίζεται από την πολιτική στη… μετεωρολογία. Όμως οι πολίτες δεν εκλέγουν κυβερνήσεις για να περιγράφουν τον καιρό. Τις εκλέγουν για να προλαμβάνουν τις καταστροφές. Για να οργανώνουν το κράτος. Για να ακούνε τους επιστήμονες όταν προειδοποιούν ότι η καύσιμη ύλη έχει συσσωρευτεί επικίνδυνα, ότι οι Δασικές Υπηρεσίες έχουν αποδυναμωθεί, ότι η πρόληψη δεν μπορεί να εξαντλείται σε διαφημιστικές καμπάνιες και μηνύματα του 112.

Το φετινό καλοκαίρι αποκάλυψε, με τον πιο τραγικό τρόπο, ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να επενδύει περισσότερο στην επικοινωνία της διαχείρισης παρά στη διαχείριση της ίδιας της κρίσης. Η Κρήτη, με τις μεγάλες πυρκαγιές στο νότιο Ρέθυμνο, πλήρωσε βαρύ τίμημα. Μαζί της, ολόκληρη η χώρα θρήνησε πυροσβέστες που δε γύρισαν ποτέ στις οικογένειές τους. Μετά ήρθε η Αττική, η Βοιωτία, η Αργολίδα και η Κεφαλονιά και άγνωστο τι θα προστεθεί ακόμη στο τοπίο των χιλιάδων καμένων στρεμμάτων. Οι νεκροί έφτασαν στους 5 πυροσβέστες, στους δύο του Ρεθύμνου, ένας ακόμη στο Γύθειο και δύο στην Αττική, ο χειριστής και ο μεταφραστής-συντονιστής ελικοπτέρου. Η θυσία τους δεν μπορεί να μετατρέπεται σε άλλο ένα κεφάλαιο ενός γνώριμου αφηγήματος που παρουσιάζει κάθε καταστροφή ως αναπόφευκτη. Γιατί αναπόφευκτη δεν ήταν. Οι προειδοποιήσεις υπήρχαν. Τα επιστημονικά δεδομένα υπήρχαν. Οι εκθέσεις υπήρχαν. Οι ανάγκες ήταν γνωστές. Αυτό που έλειψε ήταν η πολιτική απόφαση να μετατραπεί η γνώση σε πράξη.

Κάθε κυβέρνηση δικαιούται να επικαλείται τις δυσκολίες που γεννά η κλιματική κρίση.
Καμία κυβέρνηση, όμως, δε δικαιούται να χρησιμοποιεί την κλιματική κρίση ως μόνιμο άλλοθι για τις δικές της παραλείψεις. Διότι η φωτιά είναι φυσικό φαινόμενο.

Η έκταση της καταστροφής, όμως, είναι πρωτίστως αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών.

Και όσο η χώρα θα συνεχίζει να αντιμετωπίζει τις πυρκαγιές ως ένα επικοινωνιακό πρόβλημα που λύνεται με περισσότερες κάμερες, περισσότερα δελτία Τύπου και περισσότερες δηλώσεις συμπαράστασης, τόσο η στάχτη θα επιστρέφει κάθε καλοκαίρι για να υπενθυμίζει μια δυσάρεστη αλήθεια, δεν καίγονται μόνο τα δάση.

Καίγεται σταδιακά και η αξιοπιστία ενός κράτους που εξακολουθεί να τρέχει πίσω από τις εξελίξεις, αντί να τις προλαβαίνει.

Η τραγωδία δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτική επιλογή

Υπάρχουν καλοκαίρια που αφήνουν πίσω τους στάχτες. Και υπάρχουν καλοκαίρια που αφήνουν πίσω τους ερωτήματα. Το φετινό αφήνει και τα δύο. Κυρίως όμως τα επικοινωνιακά παιχνίδια, όταν η στάχτη γίνεται άλλοθι.

Η Ελλάδα μετρά ήδη πέντε νεκρούς πυροσβέστες, εκατοντάδες χιλιάδες καμένα στρέμματα, κατεστραμμένες περιουσίες, νεκρά ζώα και ολόκληρες τοπικές κοινωνίες που βλέπουν τον κόπο μιας ζωής να γίνεται αποκαΐδι. Στην Κρήτη, το νότιο Ρέθυμνο βίωσε ακόμη μία μεγάλη περιβαλλοντική καταστροφή, ενώ δύο πυροσβέστες έχασαν τη ζωή τους την ώρα του καθήκοντος, πληρώνοντας με το ύστατο τίμημα ένα σύστημα που εδώ και χρόνια λειτουργεί στα όριά του.

Κι όμως, μέσα σε αυτό το σκηνικό, το πρώτο πολιτικό μήνυμα που εξέπεμψε η κυβέρνηση δεν ήταν η αυτοκριτική. Ήταν η δικαιολογία.
Ο πρωθυπουργός επέλεξε να αποδώσει την έκταση της καταστροφής στη δύναμη της φύσης. Στους ανέμους. Στα ακραία καιρικά φαινόμενα. Σε καταστάσεις που, όπως υποστήριξε, «ξεπερνούν κάθε ανθρώπινο σχεδιασμό και κάθε επιχειρησιακή δυνατότητα». Μόνο που αυτό το επιχείρημα γεννά ένα απλό αλλά αμείλικτο ερώτημα: αν όλα ξεπερνούν τον ανθρώπινο σχεδιασμό, τότε ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος της Πολιτείας; Γιατί οι κυβερνήσεις δεν εκλέγονται για να διαχειρίζονται τις εύκολες ημέρες. Εκλέγονται για να προετοιμάζουν τη χώρα για τις δύσκολες. Και οι δύσκολες ημέρες ήταν γνωστό ότι θα έρθουν. Δεν υπήρξε κανένας αιφνιδιασμός.

Η επιστημονική κοινότητα είχε προειδοποιήσει εγκαίρως ότι ο βροχερός χειμώνας και η υγρή άνοιξη θα δημιουργούσαν πρωτοφανή συσσώρευση καύσιμης βιομάζας. Η απαγόρευση της βόσκησης λόγω ευλογιάς αύξησε ακόμη περισσότερο τη χαμηλή βλάστηση. Οι σοβαρά υποστελεχωμένες Δασικές Υπηρεσίες αδυνατούσαν να πραγματοποιήσουν την αναγκαία διαχείριση των δασών. Όλα αυτά ήταν γνωστά. Δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά μαζί με το πρώτο μελτέμι του Αυγούστου.

Το μελτέμι δεν είναι έκτακτο γεγονός στην Ελλάδα. Είναι κομμάτι της γεωγραφίας και της ιστορίας της. Το ζήτημα δεν είναι ότι φυσάει. Το ζήτημα είναι τι έχει προηγηθεί πριν φυσήξει. Η κυβέρνηση, όμως, επιμένει να αντιμετωπίζει κάθε καταστροφή σαν να πρόκειται για ένα πρωτοφανές φυσικό γεγονός, λες και κάθε καλοκαίρι ξεκινά από μηδενική βάση. Μόνο που οι πυρκαγιές δεν αρχίζουν τον Ιούλιο. Αρχίζουν τον Νοέμβριο. Τότε κρίνεται αν θα καθαριστούν τα δάση, αν θα συντηρηθούν οι δασικοί δρόμοι, αν θα λειτουργούν οι υδροληψίες, αν θα υπάρξουν αντιπυρικές ζώνες, αν θα αξιοποιηθεί η βόσκηση ως εργαλείο πρόληψης, αν θα εφαρμοστούν διαχειριστικές μελέτες και αν οι Δασικές Υπηρεσίες θα έχουν προσωπικό. Η φωτιά απλώς αποκαλύπτει όσα δεν έγιναν. Κι εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πολιτική ευθύνη.

Γιατί επί έξι χρόνια η κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι η χώρα είναι καλύτερα προετοιμασμένη από ποτέ. Μιλούσε για περισσότερα εναέρια μέσα. Για περισσότερα drones. Για περισσότερα χρήματα. Για περισσότερη Πολιτική Προστασία.

Κι όμως, όταν ήρθε η ώρα της μεγάλης δοκιμασίας, αυτό που κατέρρευσε δεν ήταν μόνο το δάσος. Κατέρρευσε και το αφήγημα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Συντονισμού Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών προειδοποίησε πρόσφατα τα κράτη-μέλη πως η κατάσβεση από μόνη της δεν αρκεί και πως η πραγματική επένδυση πρέπει να γίνει στην πρόληψη.

Η ίδια προειδοποίηση ακούγεται εδώ και χρόνια και από το σύνολο σχεδόν της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας. Δασολόγοι, δασοπόνοι, γεωτεχνικοί, πανεπιστημιακοί, επιστημονικοί φορείς. Όλοι περιγράφουν το ίδιο πρόβλημα.

Το σημερινό μοντέλο δασοπυρόσβεσης έχει εξαντλήσει τα όριά του. Η πρόληψη υποχωρεί. Η διαχείριση των δασών παραμένει ελλιπής. Οι Δασικές Υπηρεσίες παραμένουν υποστελεχωμένες. Η καταστολή απορροφά ολοένα περισσότερους πόρους. Κι όμως, κάθε χρόνο καίγονται περισσότερα δάση.

Το σημερινό μοντέλο δασοπυρόσβεσης έχει εξαντλήσει τα όριά του. Η πρόληψη υποχωρεί. Η διαχείριση των δασών παραμένει ελλιπής. Οι Δασικές Υπηρεσίες παραμένουν υποστελεχωμένες. Η καταστολή απορροφά ολοένα περισσότερους πόρους. Κι όμως, κάθε χρόνο καίγονται περισσότερα δάση

Τα στοιχεία είναι αμείλικτα

Το κόστος των εναέριων μέσων αυξήθηκε μέσα σε μία δεκαετία περίπου κατά 1.000%, καθώς η σχετική δαπάνη εκτοξεύθηκε από περίπου 19,5 εκατομμύρια ευρώ το 2015 στα περίπου 195 εκατομμύρια ευρώ το 2025.Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν δαπανώνται χρήματα. Το ερώτημα είναι αν δαπανώνται σωστά. Γιατί, όταν οι δασικές εκτάσεις συνεχίζουν να καταστρέφονται με τον ίδιο ή και μεγαλύτερο ρυθμό, όταν οι πυροσβέστες επιχειρούν εξαντλημένοι, όταν κάθε χρόνο οι ίδιες περιοχές ξαναζούν τον ίδιο εφιάλτη, τότε η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στον αριθμό των αεροσκαφών που απογειώθηκαν. Η συζήτηση πρέπει να επιστρέψει εκεί όπου γεννιέται το πρόβλημα. Στο δάσος. Και κυρίως στην πολιτική που εφαρμόζεται μέσα σε αυτό.

Γιατί οι άνεμοι δεν ψηφίζουν. Οι πολιτικές, όμως, κρίνονται.

Το δόγμα που απέτυχε

Όταν το κράτος επενδύει στην κατάσβεση και εγκαταλείπει την πρόληψη, η αποτυχία είναι ήδη προοικονομημένη… Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα από τις συνεχείς καταστροφές των τελευταίων δεκαετιών, είναι ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να πολεμά τις πυρκαγιές με ένα μοντέλο που έχει αποδείξει στην πράξη τα όριά του. Και όμως, κανείς δε φαίνεται διατεθειμένος να αγγίξει τον πυρήνα του προβλήματος. Η δημόσια συζήτηση αναλώνεται κάθε χρόνο στα ίδια ερωτήματα. Πόσα Canadair απογειώθηκαν. Πόσα ελικόπτερα μισθώθηκαν. Πόσα drones πέταξαν. Πόσα μηνύματα 112 εστάλησαν. Ελάχιστοι όμως συζητούν αυτό που πραγματικά καθορίζει την εξέλιξη μιας πυρκαγιάς: την κατάσταση του ίδιου του δάσους πριν ανάψει η πρώτη σπίθα. Γιατί εκεί κρίνεται η μάχη. Όχι όταν σηκωθούν τα αεροπλάνα. Αλλά μήνες πριν.

Εδώ και χρόνια, η επιστημονική κοινότητα επαναλαμβάνει σχεδόν μονότονα ότι η χώρα επενδύει δυσανάλογα στην καταστολή και όχι στην πρόληψη. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ηρωισμού των πυροσβεστών. Είναι η απουσία μιας ολοκληρωμένης πολιτικής διαχείρισης του δασικού χώρου. Η μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική Υπηρεσία στο Πυροσβεστικό Σώμα, το 1998, αποτέλεσε μια βαθιά τομή στη φιλοσοφία προστασίας των ελληνικών δασών.

Έκτοτε, η πρόληψη έμεινε στα χαρτιά και η καταστολή μετατράπηκε σχεδόν αποκλειστικά σε υπόθεση επιχειρησιακής αντίδρασης.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται πλέον όχι μόνο στις επιστημονικές μελέτες, αλλά και στις ίδιες τις καμένες εκτάσεις. Οι περισσότερες από τις μεγαλύτερες και πιο καταστροφικές πυρκαγιές της σύγχρονης ιστορίας εκδηλώθηκαν μέσα σε αυτό το μοντέλο λειτουργίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο δικαστικός πραγματογνώμονας και πρώην υπαρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος Ανδριανός Γκουρμπάτσης, όσο και πλήθος επιστημονικών φορέων χαρακτηρίζουν το σημερινό σύστημα διαχειριστικά ανεπαρκές. Το ίδιο υποστηρίζουν επί σειρά ετών το ΓΕΩΤΕΕ, η ΠΟΓΕΔΥ, η ΠΕΔΔΥ, τα πανεπιστημιακά τμήματα Δασολογίας και πλήθος επιστημονικών ενώσεων. Οι φωνές αυτές δεν εμφανίστηκαν μετά τις τελευταίες φωτιές. Υπήρχαν πολύ πριν. Απλώς δεν εισακούστηκαν. Κι εδώ αρχίζει το πολιτικό ζήτημα.

Γιατί όταν επί χρόνια σχεδόν σύσσωμη η επιστημονική κοινότητα ζητά αλλαγή στρατηγικής και η Πολιτεία επιμένει στο ίδιο μοντέλο, τότε η αποτυχία δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά στην κλιματική κρίση. Είναι και αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι επένδυσε όσο ποτέ άλλοτε στην Πολιτική Προστασία. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι δαπανήθηκαν μεγάλα ποσά. Το ερώτημα όμως είναι άλλο: Απέδωσαν; Τα στοιχεία δείχνουν ότι το κόστος μίσθωσης των εναέριων μέσων εκτοξεύθηκε μέσα σε μία δεκαετία από περίπου 19,5 εκατομμύρια ευρώ σε περίπου 195 εκατομμύρια ευρώ. Δέκα φορές μεγαλύτερη δαπάνη.

Κι όμως, οι μεγάλες πυρκαγιές όχι μόνο δεν περιορίστηκαν, αλλά εξακολουθούν να αφήνουν πίσω τους τεράστιες καμένες εκτάσεις. Ακόμη και το πρόγραμμα AntiNero, μέσω του οποίου διατέθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για έργα πρόληψης, αποτέλεσε αντικείμενο σοβαρών επιφυλάξεων από τους ίδιους τους δασολόγους και τους περιβαλλοντολόγους. Η βασική τους ένσταση δεν αφορά την ανάγκη χρηματοδότησης. Αφορά την απουσία ενός ενιαίου στρατηγικού σχεδίου.

Χωρίς συνολική δασική πολιτική, ακόμη και τα μεγαλύτερα κονδύλια κινδυνεύουν να μετατραπούν σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, χωρίς μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Το ίδιο απογοητευτική είναι και η εικόνα στις αναδασώσεις. Η πρόσφατη έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου καταγράφει ότι υλοποιούνται σημαντικά λιγότερες αναδασώσεις απ’ όσες είχαν προγραμματιστεί, ενώ σε πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχει ουσιαστική παρακολούθηση της αποκατάστασης των καμένων εκτάσεων.

Με άλλα λόγια, η χώρα εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο ως διαχειριστής της καταστροφής παρά ως οργανωτής της πρόληψης.
Κι αν αυτή είναι η εικόνα στο επίπεδο της πολιτικής, ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η κατάσταση στην πρώτη γραμμή. Οι πυροσβέστες καλούνται κάθε καλοκαίρι να δώσουν μια άνιση μάχη. Με πολύωρες επιχειρήσεις. Με εξαντλητικά ωράρια. Με αυξανόμενο μέσο όρο ηλικίας. Με εποχικούς συναδέλφους τους που κάθε χρόνο αγωνιούν αν θα βρίσκονται στην υπηρεσία την επόμενη αντιπυρική περίοδο.

Η πρόσφατη προκήρυξη για 600 πυροσβέστες γενικών καθηκόντων άνοιξε νέο κύκλο αντιδράσεων, καθώς περίπου 2.000 από τους 2.500 εποχικούς πυροσβέστες αποκλείστηκαν λόγω ηλικιακών ορίων. Άνθρωποι που η Πολιτεία θεωρεί αρκετά έμπειρους ώστε να επιχειρούν μέσα στις φλόγες κρίθηκαν ξαφνικά ακατάλληλοι όταν έφτασε η ώρα της μονιμοποίησης. Η αντίφαση είναι προφανής. Τους εμπιστεύεσαι για να μπουν στη φωτιά. Δεν τους εμπιστεύεσαι για να φορέσουν μόνιμα τη στολή.

Η κυβέρνηση μιλά για ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού. Οι ίδιοι οι πυροσβέστες όμως μιλούν για ένα Σώμα που εξακολουθεί να στηρίζεται στην υπερπροσπάθεια των ανθρώπων του και όχι στη μακροπρόθεσμη οργάνωση. Κι ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη παθογένεια του ελληνικού κράτους. Δε σχεδιάζει για να μην υπάρξει κρίση. Σχεδιάζει μόνο για να διαχειριστεί την επόμενη. Κάθε καλοκαίρι επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο. Οι φωτιές. Οι ηρωικές προσπάθειες. Οι δηλώσεις. Οι εξαγγελίες. Οι αποζημιώσεις. Και ύστερα η σιωπή. Μέχρι να επιστρέψει ο επόμενος Αύγουστος. Και μαζί του η ίδια συζήτηση, τα ίδια λάθη και η ίδια πολιτική αμηχανία απέναντι σε μια καταστροφή που μόνο «απρόβλεπτη» δεν μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί.

Από τις στάχτες στην ευθύνη

Η χώρα χρειάζεται νέο δόγμα πριν έρθει η επόμενη φωτιά. Κάθε μεγάλη πυρκαγιά αφήνει πίσω της την ίδια πολιτική εικόνα. Η κυβέρνηση ανακοινώνει αποζημιώσεις. Οι τοπικές κοινωνίες μετρούν πληγές. Οι ειδικοί επαναλαμβάνουν τις ίδιες προειδοποιήσεις. Και η χώρα περιμένει το επόμενο καλοκαίρι, λες και οι φωτιές είναι μια φυσική καταστροφή χωρίς αιτίες και χωρίς υπεύθυνους. Δεν είναι.

Οι ακραίες καιρικές συνθήκες μάς λένε ότι είναι πλέον συχνότερες. Τα μελτέμια του Αυγούστου, πάντως, θα συνεχίσουν να φυσούν, όπως φυσούν εδώ και χιλιάδες χρόνια στον τόπο αυτό. Εκείνο που μπορεί και πρέπει να αλλάξει είναι η πολιτική διαχείρισης των δασών. Γιατί ο άνεμος δε δημιουργεί το πρόβλημα. Αποκαλύπτει το πρόβλημα.

Αποκαλύπτει ένα εγκαταλελειμμένο δάσος, γεμάτο καύσιμη ύλη. Αποκαλύπτει δασικούς δρόμους που δε συντηρήθηκαν, αντιπυρικές ζώνες που δεν ολοκληρώθηκαν, υποστελεχωμένες Δασικές Υπηρεσίες και έναν κρατικό μηχανισμό που συνεχίζει να θεωρεί την πρόληψη δευτερεύουσα υπόθεση. Η πραγματική συζήτηση, λοιπόν, δεν είναι αν θα αγοράσουμε ακόμη περισσότερα αεροσκάφη. Είναι αν θα αποκτήσουμε επιτέλους εθνική δασική πολιτική. Το δάσος δεν προστατεύεται μόνο όταν καίγεται.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το δάσος εποχικά

Από τον Νοέμβριο μέχρι την άνοιξη η δημόσια συζήτηση σχεδόν εξαφανίζεται. Όταν όμως ανάψει η πρώτη μεγάλη φωτιά, αρχίζει η αναζήτηση ευθυνών. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Οι χώρες που κατάφεραν να περιορίσουν τις μεγάλες πυρκαγιές δεν επένδυσαν μόνο στην καταστολή. Επένδυσαν κυρίως στη συνεχή διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων. Αραίωση της υπερβολικής βλάστησης. Απομάκρυνση νεκρής βιομάζας. Συντήρηση δασικών δρόμων. Λειτουργικές υδροληψίες. Ελεγχόμενη βόσκηση. Διαρκής επιτήρηση. Όχι έργα της τελευταίας στιγμής, αλλά πολιτική δώδεκα μηνών. Γιατί η φωτιά που σβήνει μέσα στα πρώτα λεπτά είναι εκείνη που δε θα γίνει ποτέ εθνική τραγωδία.

Η ύπαιθρος δεν είναι πρόβλημα. Είναι η λύση

Η εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου αποδείχθηκε τελικά ένας από τους μεγαλύτερους συμμάχους των πυρκαγιών. Για δεκαετίες, η καθημερινή παρουσία αγροτών, κτηνοτρόφων και δασικών συνεταιρισμών λειτουργούσε ως φυσικό σύστημα πρόληψης. Η βόσκηση περιόριζε τη χαμηλή βλάστηση, η συλλογή ξυλείας απομάκρυνε καύσιμη ύλη και η συνεχής ανθρώπινη παρουσία εντόπιζε γρήγορα κάθε κίνδυνο. Σήμερα, σε πολλές περιοχές επικρατεί σιωπή. Και όπου λείπει ο άνθρωπος, κυριαρχεί η εύφλεκτη βλάστηση. Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες όπως η Πορτογαλία αξιοποιούν πλέον την ελεγχόμενη βόσκηση ως επίσημο εργαλείο πυροπροστασίας, αποζημιώνοντας τους κτηνοτρόφους για τη συμβολή τους στη μείωση της καύσιμης ύλης. Η Ελλάδα μπορεί να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Όχι ως επιδότηση. Ως επένδυση στην πρόληψη.

Το ίδιο ισχύει και για τη δασική βιομάζα. Ξερά κλαδιά, θάμνοι, πευκοβελόνες και φυτικά υπολείμματα, που σήμερα αποτελούν καύσιμο για την επόμενη πυρκαγιά, μπορούν να αξιοποιηθούν ενεργειακά, δημιουργώντας ταυτόχρονα εισόδημα, θέσεις εργασίας και μικρότερο κόστος συντήρησης των δασών. Στη Φινλανδία και τη Σουηδία αυτό αποτελεί ήδη καθημερινή πρακτική. Στην Ελλάδα παραμένει περισσότερο συζήτηση παρά πολιτική.

Το αυτονόητο 

Οι Δασικές Υπηρεσίες πρέπει να επιστρέψουν στο επίκεντρο

Καμία χώρα δεν προστατεύει αποτελεσματικά τα δάση της χωρίς ισχυρές Δασικές Υπηρεσίες. Η επιστημονική γνώση δεν μπορεί να αντικατασταθεί από επιχειρησιακές παρεμβάσεις της τελευταίας στιγμής. Χρειάζονται περισσότεροι δασολόγοι. Περισσότεροι δασοπόνοι. Προσωπικό πεδίου. Σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία. Συνεργασία με πανεπιστήμια, Αυτοδιοίκηση και εθελοντές. Πάνω απ’ όλα, όμως, χρειάζεται να αλλάξει η ίδια η φιλοσοφία.

Η δασοπροστασία δεν μπορεί να παραμένει αποκλειστικά υπόθεση της καταστολής. Είναι πρωτίστως υπόθεση διαχείρισης. Η τεχνολογία υπάρχει. Εκείνο που λείπει είναι ο σχεδιασμός. Η χώρα διαθέτει πλέον πρόσβαση σε τεχνολογίες που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιανόητες. Θερμικές κάμερες. Τεχνητή νοημοσύνη. Drones. Δορυφορική παρακολούθηση. Συστήματα GIS. Ψηφιακή χαρτογράφηση… Το ζητούμενο δεν είναι να αποκτηθούν αποσπασματικά. Το ζητούμενο είναι να λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο Εθνικό Ψηφιακό Δίκτυο Δασοπροστασίας, που θα συνδέει σε πραγματικό χρόνο δάση, υδροληψίες, διαθέσιμα μέσα, καιρικές συνθήκες και επιχειρησιακά κέντρα.

Η τεχνολογία δεν αντικαθιστά τον άνθρωπο. Δίνει όμως στον άνθρωπο τη δυνατότητα να προλάβει την καταστροφή αντί να την κυνηγά.

Πρόληψη, όχι διαχείριση 

Το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα

Η δημόσια συζήτηση μετά από κάθε μεγάλη φωτιά καταλήγει σχεδόν πάντα στο ίδιο σημείο. Πόσες αποζημιώσεις θα δοθούν. Είναι αναγκαίες. Δεν είναι όμως η επιτυχία μιας κυβέρνησης να αποζημιώνει μετά την καταστροφή. Η επιτυχία είναι να μη χρειαστεί ποτέ να αποζημιώσει. Εκεί κρίνεται η αποτελεσματικότητα ενός κράτους. Στην πρόληψη. Όχι στη διαχείριση της καταστροφής.

Γιατί η πολιτική δεν μπορεί να μετριέται μόνο με το πόσο γρήγορα μοιράζονται οι αποζημιώσεις ή με το πόσες συνεντεύξεις δίνονται πάνω από τα αποκαΐδια. Μετριέται με το πόσα δάση σώθηκαν. Μετριέται με το πόσοι άνθρωποι γύρισαν ασφαλείς στα σπίτια τους. Μετριέται με το πόσοι πυροσβέστες δε χρειάστηκε να θυσιαστούν. Η Ελλάδα δε στερείται επιστημονικής γνώσης. Δε στερείται χρηματοδοτικών εργαλείων. Δε στερείται ανθρώπων που γνωρίζουν το αντικείμενο. Αυτό που λείπει είναι η πολιτική βούληση να αλλάξει ένα μοντέλο που εδώ και χρόνια δείχνει ότι δεν μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τον φυσικό πλούτο της χώρας.

Οι φωτιές του φετινού καλοκαιριού δεν ήταν απλώς ακόμη μία δύσκολη αντιπυρική περίοδος. Ήταν μια ακόμη υπενθύμιση ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται με το ίδιο δόγμα και να περιμένει διαφορετικό αποτέλεσμα. Γιατί, στο τέλος, οι φλόγες δεν καταστρέφουν μόνο δάση. Καίνε την αξιοπιστία του κράτους. Και όταν η στάχτη γίνεται η μόνιμη εικόνα κάθε καλοκαιριού, τότε το πρόβλημα δεν είναι πλέον φυσικό. Είναι βαθιά πολιτικό.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!