Του Γιώργου Σαχίνη / neakriti.gr
Το νέο πλαίσιο για τη “λύση” του κορυφαίου ζητήματος (και “πληγής”) του Ελληνισμού και τι σημαίνει η παρουσίασή του στη χρονική συγκυρία αυτή
Επί μισό αιώνα, επακριβώς 52 χρόνια από τον μαύρο Ιούλιο του 1974, το Κυπριακό παραμένει μια ανοιχτή πληγή για τον Ελληνισμό και μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου η διεθνής νομιμότητα συγκρούεται με την πραγματικότητα της ισχύος. Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, η Κατοχή συνεχίζεται, τα τετελεσμένα παγιώνονται και οι διαπραγματεύσεις μοιάζουν να επιστρέφουν διαρκώς στο ίδιο σημείο, αλλά κάθε φορά με λίγο δυσμενέστερους όρους για την Κυπριακή Δημοκρατία.
Τις τελευταίες εβδομάδες, όμως, η συζήτηση απέκτησε νέα δυναμική. Οι πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν αρχικά στον βρετανικό “Independent” και ακολούθως αναπαράχθηκαν από κυπριακά και ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης άνοιξαν έναν νέο κύκλο προβληματισμού. Δεν πρόκειται για μια ακόμη φημολογία που γεννήθηκε στους διαδρόμους της διπλωματίας. Αντίθετα, πρόκειται για μια σειρά πληροφοριών που περιγράφουν την επεξεργασία ενός νέου πλαισίου λύσης, διαφορετικού απ’ όσα είχαν προηγηθεί.
Το γεγονός ότι υπήρξαν δημόσιες διαψεύσεις για ορισμένες πτυχές των δημοσιευμάτων δεν αρκεί από μόνο του για να κλείσει τη συζήτηση. Στη διπλωματία, άλλωστε, οι διαψεύσεις είναι συχνά μέρος της ίδιας της διαπραγμάτευσης. Όταν διαφορετικές πηγές καταλήγουν σε παρόμοιες πληροφορίες, εύλογα δημιουργείται η αίσθηση ότι πίσω από τον καπνό υπάρχει πραγματική φωτιά.
Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει κινητικότητα. Είναι προς ποια κατεύθυνση κινείται αυτή η διαδικασία και ποιο κράτος θα προκύψει, εάν τελικά οδηγηθεί σε συμφωνία.
Μια νέα φόρμουλα ή μια παλιά συνταγή με διαφορετικό περιτύλιγμα;
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, η ειδική απεσταλμένη του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, επεξεργάζεται ένα μοντέλο που απομακρύνεται από την κλασική μορφή της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.
Στη θέση ενός ισχυρού Ομοσπονδιακού Κράτους φαίνεται να προκρίνεται μια ιδιαίτερα χαλαρή δομή, όπου οι περισσότερες αρμοδιότητες θα ασκούνται από δύο σχεδόν αυτόνομες πολιτικές οντότητες, ενώ η κεντρική κυβέρνηση θα διατηρεί περιορισμένες μόνο εξουσίες.
Οι εμπνευστές αυτής της προσέγγισης εμφανίζονται να θεωρούν ότι η λεγόμενη “εποικοδομητική ασάφεια” μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Με απλά λόγια, κάθε κοινότητα θα μπορεί να παρουσιάζει το ίδιο πολιτειακό σχήμα διαφορετικά: οι Ελληνοκύπριοι ως ομοσπονδία, οι Τουρκοκύπριοι ως συνομοσπονδία.
Πρόκειται για έναν διπλωματικό συμβιβασμό που, θεωρητικά, επιτρέπει σε όλους να δηλώνουν ικανοποιημένοι. Στην πράξη, όμως, γεννά ένα θεμελιώδες ερώτημα.
Μπορεί να υπάρξει ασάφεια σε ζητήματα κυριαρχίας; Μπορεί να υπάρχει διαφορετική ερμηνεία για το ποιος ασκεί την κρατική εξουσία, ποιος εκπροσωπεί τη χώρα διεθνώς, ποιος διασφαλίζει την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου και ποιος έχει τον τελικό λόγο σε θέματα ασφάλειας; Η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι τα κράτη δεν καταρρέουν συνήθως απ’ όσα προβλέπουν τα συντάγματά τους, αλλά από τις ασάφειες που αφήνουν πίσω τους.
Η Τουρκία δεν έκρυψε ποτέ τον τελικό της στόχο
Από την άλλη πλευρά, η τουρκική στρατηγική παρουσιάζει αξιοσημείωτη σταθερότητα.
Ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς μεταβολές στην τακτική της Άγκυρας ή τις διακυμάνσεις στις σχέσεις της με τη Δύση, ο βασικός της στόχος παραμένει αναλλοίωτος: η πολιτική κατοχύρωση των αποτελεσμάτων της εισβολής του 1974 και η αναγνώριση μιας ξεχωριστής κυριαρχικής οντότητας στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.
Τα τελευταία χρόνια, η τουρκική ηγεσία εγκατέλειψε ακόμη και τις διπλωματικές διατυπώσεις του παρελθόντος. Πλέον μιλά ανοιχτά για λύση δύο κρατών, θεωρώντας ότι η ομοσπονδιακή προοπτική έχει εξαντλήσει τα όριά της.
Παράλληλα, ενισχύει συνεχώς τη στρατιωτική της παρουσία στο βόρειο τμήμα του νησιού, επεκτείνει τις υποδομές της, ενθαρρύνει τον εποικισμό και επιχειρεί να προσδώσει διεθνή χαρακτηριστικά στο ψευδοκράτος, έστω και χωρίς επίσημη αναγνώριση. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα διαπραγματεύεται από θέση ισχύος, όχι επειδή άλλαξε το διεθνές δίκαιο, αλλά επειδή μεταβλήθηκαν οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί.
Η γεωπολιτική συγκυρία ευνοεί όσους διαθέτουν στρατηγική
Η συγκυρία δε θυμίζει σε τίποτα εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι ενεργειακοί ανταγωνισμοί στην Ανατολική Μεσόγειο και η αναζήτηση νέων διαδρόμων μεταφοράς ενέργειας έχουν αναβαθμίσει κατακόρυφα τη σημασία της περιοχής. Η Τουρκία αξιοποιεί αυτή τη συγκυρία, εμφανιζόμενη ως απαραίτητος συνομιλητής τόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά τις κατά καιρούς εντάσεις με τη Δύση, εξακολουθεί να θεωρείται κρίσιμος παράγοντας στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή και στο ΝΑΤΟ.
Η Κύπρος, από την άλλη πλευρά, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της γεωπολιτικής εξίσωσης. Η θέση της δεν αποτελεί απλώς γεωγραφικό πλεονέκτημα. Είναι στρατηγικό κεφάλαιο που ενδιαφέρει την Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και αρκετές ακόμη χώρες της περιοχής. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η νέα πραγματικότητα μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα για την Κυπριακή Δημοκρατία ή αν παραμένει μια χαμένη ευκαιρία. Γιατί στην εξωτερική πολιτική οι ευκαιρίες δε διαρκούν επ’ άπειρον. Ή αξιοποιούνται ή μετατρέπονται σε πλεονέκτημα του αντιπάλου.
Από την τραγωδία του 1974 στη σημερινή διαπραγμάτευση… Τι μάθαμε και τι εξακολουθούμε να αγνοούμε
Η σημερινή συζήτηση για το Κυπριακό δεν μπορεί να αποκοπεί από την ιστορική της διαδρομή. Κάθε νέα πρωτοβουλία κουβαλά το βάρος πενήντα και πλέον ετών διαπραγματεύσεων, υποχωρήσεων, διεθνών ισορροπιών και στρατηγικών επιλογών που, αντί να οδηγήσουν στην άρση της κατοχής, κατέληξαν να διαχειρίζονται τις συνέπειές της.
Η τουρκική εισβολή του 1974 δεν ήταν ένα μεμονωμένο ιστορικό γεγονός. Ήταν το αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας καταστροφικών εξελίξεων, που ξεκίνησαν από τη σταδιακή αποδυνάμωση της ελληνικής αποτρεπτικής παρουσίας στο νησί και κορυφώθηκαν με το πραξικόπημα κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η κατάρρευση της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο προσέφερε στην Άγκυρα το πρόσχημα που αναζητούσε για να εφαρμόσει έναν σχεδιασμό ο οποίος υπήρχε πολύ πριν από εκείνο το καλοκαίρι. Η συνέχεια είναι γνωστή. Χιλιάδες νεκροί και αγνοούμενοι, εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, κατοχή σχεδόν του 37% της κυπριακής επικράτειας και μια διχοτόμηση που, αντί να αποτελεί προσωρινό αποτέλεσμα μιας πολεμικής σύγκρουσης, εξελίχθηκε σταδιακά σε ένα παγιωμένο γεωπολιτικό καθεστώς.
Η Κυπριακή Δημοκρατία όχι μόνο επέζησε, αλλά κατόρθωσε να αναπτυχθεί οικονομικά, να αποκτήσει ισχυρούς θεσμούς και να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα παρέμεινε άλυτο. Η Κατοχή δεν τερματίστηκε και οι διαπραγματεύσεις κινήθηκαν σε έναν φαύλο κύκλο, όπου κάθε νέος γύρος συνομιλιών ξεκινούσε από το σημείο που είχε σταματήσει ο προηγούμενος, με την τουρκική πλευρά να εμφανίζεται διαρκώς ενισχυμένη.
Το μεγάλο στρατηγικό λάθος
Από ένα σημείο και μετά, το Κυπριακό άρχισε να αλλάζει χαρακτήρα. Ενώ αντικειμενικά πρόκειται για υπόθεση παράνομης Εισβολής και συνεχιζόμενης στρατιωτικής Κατοχής, η διεθνής συζήτηση μετατοπίστηκε σταδιακά προς την αναζήτηση ενός εσωτερικού συνταγματικού συμβιβασμού μεταξύ δύο κοινοτήτων.
Η αλλαγή αυτή δεν ήταν απλώς γλωσσική. Ήταν βαθιά πολιτική. Το βάρος μεταφέρθηκε από την εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας και την αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας στη διαπραγμάτευση ενός νέου πολιτειακού μοντέλου. Έτσι, το αρχικό πρόβλημα της Εισβολής και της Κατοχής άρχισε σταδιακά να παρουσιάζεται ως μια σύνθετη διακοινοτική διαφορά που απαιτούσε αμοιβαίους συμβιβασμούς.
Αυτή η μετατόπιση αποτελεί, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές και πανεπιστημιακούς, το πιο σοβαρό στρατηγικό έλλειμμα της ελληνικής και της ελληνοκυπριακής πολιτικής. Διότι, όταν μεταβάλλεται η βάση της συζήτησης, μεταβάλλεται αναπόφευκτα και το αποτέλεσμα που επιδιώκεται. Η Τουρκία, αντίθετα, δεν εγκατέλειψε ποτέ τον δικό της στρατηγικό σχεδιασμό. Άλλαζε τακτικές, όχι στόχους. Όταν έκρινε ότι δεν μπορούσε να επιβάλει διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους, αποδεχόταν τη συμμετοχή σε συνομιλίες. Όταν οι διεθνείς συνθήκες την ευνοούσαν, επανέφερε την απαίτηση για δύο κυρίαρχα κράτη. Η σταθερότητα αυτής της στρατηγικής είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Άγκυρας.
Το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι διαπραγματεύσιμο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η συζήτηση για το νομικό πλαίσιο του Κυπριακού. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών. Από το 1974 έως και τα ψηφίσματα του 1983 και του 1984, ο ΟΗΕ αναγνώρισε την Κυπριακή Δημοκρατία ως το μοναδικό νόμιμο κράτος στο νησί, καταδίκασε την τουρκική εισβολή, απέρριψε τη μονομερή ανακήρυξη του ψευδοκράτους και κάλεσε όλα τα κράτη να μην το αναγνωρίσουν.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα ψηφίσματα 541 και 550, τα οποία χαρακτηρίζουν νομικά άκυρη την απόσχιση του κατεχόμενου τμήματος και ζητούν την ανάκληση κάθε αποσχιστικής ενέργειας. Παράλληλα, επαναβεβαιώνουν την υποχρέωση σεβασμού της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό σημαίνει ότι η διεθνής νομιμότητα εξακολουθεί να αποτελεί το ισχυρότερο θεσμικό όπλο της Λευκωσίας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτό το πλεονέκτημα αξιοποιήθηκε με συνέπεια όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Η ευρωπαϊκή διάσταση που αλλάζει τα δεδομένα
Εξίσου σημαντική είναι και μια ακόμη παράμετρος, η οποία συχνά υποτιμάται στη δημόσια συζήτηση. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα κράτος-μέλος των Ηνωμένων Εθνών. Από το 2004 αποτελεί πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ένταξή της δεν αφορούσε μόνο το ελεύθερο τμήμα του νησιού. Αφορούσε ολόκληρη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, με προσωρινή αναστολή εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου στις περιοχές που τελούν υπό κατοχή. Αυτή η διάκριση έχει τεράστια σημασία.
Σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει μία και μοναδική κρατική οντότητα στην Κύπρο. Οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία οφείλει, επομένως, να συμβαδίζει με τις θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου, της δημοκρατικής νομιμοποίησης, της ισότητας των πολιτών και της αποτελεσματικής λειτουργίας των θεσμών.
Δεν πρόκειται για μια τυπική νομική λεπτομέρεια. Πρόκειται για μια στρατηγική παράμετρο που θα μπορούσε να ενισχύσει αποφασιστικά τη διαπραγματευτική θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και όμως, πολλές φορές η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται αποκλειστικά στις παραχωρήσεις που καλείται να κάνει η μία ή η άλλη πλευρά, αφήνοντας στο περιθώριο το ίδιο το ευρωπαϊκό πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλει να κινηθεί κάθε βιώσιμη λύση. Η Κύπρος δεν αναζητεί σήμερα την ένταξή της στην Ευρώπη. Είναι ήδη Ευρώπη. Και αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να παρακαμφθεί ούτε από τις διεθνείς πιέσεις ούτε από τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες.
Η επόμενη ημέρα δε θα κριθεί μόνο στις διαπραγματεύσεις
Η μεγαλύτερη αυταπάτη στο Κυπριακό είναι ότι η λύση θα προκύψει αποκλειστικά γύρω από ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων. Η ιστορία των τελευταίων πέντε δεκαετιών αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο. Καμία ουσιαστική εξέλιξη δεν υπήρξε ανεξάρτητα από τις διεθνείς ισορροπίες, τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις και τον συσχετισμό ισχύος στην ευρύτερη περιοχή. Οι συνομιλίες είναι απαραίτητες. Δεν αποτελούν όμως από μόνες τους στρατηγική. Είναι το τελικό στάδιο μιας πολιτικής που προηγουμένως πρέπει να έχει οικοδομήσει συμμαχίες, αποτρεπτική αξιοπιστία και διεθνή επιρροή.
Η Τουρκία το γνωρίζει καλά και ενεργεί ανάλογα. Δεν περιορίζει τη δράση της στις αίθουσες των διαπραγματεύσεων. Δημιουργεί καθημερινά νέα δεδομένα στο πεδίο. Ενισχύει τις στρατιωτικές της εγκαταστάσεις στα κατεχόμενα, επεκτείνει τις υποδομές της, παγιώνει τον εποικισμό και επιχειρεί να ενσωματώσει ολοένα και περισσότερο το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου στη δική της οικονομική και διοικητική σφαίρα επιρροής.
Ταυτόχρονα, αξιοποιεί κάθε διεθνή κρίση για να αναβαθμίσει τον γεωπολιτικό της ρόλο. Από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, η Άγκυρα επιδιώκει να εμφανίζεται ως δύναμη χωρίς την οποία δεν μπορεί να διαμορφωθεί καμία περιφερειακή ισορροπία. Αυτή η πολιτική μπορεί να προκαλεί αντιδράσεις στη Δύση, όμως είναι σταθερή, συνεκτική και υπηρετεί έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική και την κυπριακή πλευρά.
Η γεωπολιτική αξία της Κύπρου δεν αρκεί από μόνη της
Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων.
Οι ενεργειακοί σχεδιασμοί, οι θαλάσσιες οδοί, η ασφάλεια της Μέσης Ανατολής, οι μεταναστευτικές πιέσεις και η αυξανόμενη στρατηγική παρουσία μεγάλων δυνάμεων καθιστούν την περιοχή μία από τις σημαντικότερες στον κόσμο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει πλεονεκτήματα που πριν από μερικές δεκαετίες δεν υπήρχαν. Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι στενότερες σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η στρατηγική συνεργασία με τη Γαλλία, η τριμερής συνεργασία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αλλά και οι κοινές ενεργειακές προοπτικές δημιουργούν ένα πολύ διαφορετικό γεωπολιτικό τοπίο. Όμως τα πλεονεκτήματα δεν αξιοποιούνται αυτόματα. Η διεθνής πολιτική δε λειτουργεί με βάση το ποιος έχει δίκιο, αλλά με βάση το ποιος μπορεί να μετατρέψει το δίκιο του σε πολιτική ισχύ.
Αυτό προϋποθέτει μακρόπνοη στρατηγική, συνέχεια ανεξάρτητα από κυβερνητικές εναλλαγές και ξεκάθαρους στόχους που δεν αλλάζουν ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία.
Οι “κόκκινες γραμμές” δεν μπορεί να είναι αντικείμενο ερμηνειών
Εάν πράγματι εξελίσσεται μια νέα προσπάθεια για επανεκκίνηση των συνομιλιών, τότε η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο εάν θα πραγματοποιηθεί μια ακόμη πολυμερής διάσκεψη ή ποιος θα είναι ο επόμενος γύρος επαφών. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι άλλο. Ποιες είναι οι αδιαπραγμάτευτες αρχές πάνω στις οποίες οικοδομείται η ελληνική και η κυπριακή θέση;
Υπάρχει σαφής αποκλεισμός οποιασδήποτε μορφής λύσης που θα αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της διεθνούς προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας;
Είναι δεδομένη η κατάργηση των αναχρονιστικών εγγυήσεων και κάθε μονομερούς επεμβατικού δικαιώματος; Μπορεί να υπάρξει λειτουργικό ευρωπαϊκό κράτος με μόνιμη παρουσία ξένων κατοχικών στρατευμάτων; Μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη μια λύση που θα παράγει διαρκείς θεσμικές συγκρούσεις και αμφισβητήσεις αρμοδιοτήτων;
Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι θεωρητικά. Είναι τα ερωτήματα που θα κρίνουν αν μια ενδεχόμενη συμφωνία θα αποτελέσει πραγματική επανένωση ή απλώς μια διαφορετική διαχείριση της σημερινής πραγματικότητας.
Η ευθύνη απέναντι στην Ιστορία
Το Κυπριακό δεν είναι ένα ζήτημα που αφορά μόνο την Κύπρο. Αφορά και την Ελλάδα. Αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αφορά την αξιοπιστία του ίδιου του διεθνούς συστήματος. Εάν μια στρατιωτική Εισβολή και η Κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους μπορούν, με το πέρασμα του χρόνου, να μετατραπούν σε αποδεκτό πολιτικό τετελεσμένο, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Ανατολικής Μεσογείου. Η διεθνής νομιμότητα δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Δεν μπορεί να είναι αυστηρή σε ορισμένες περιπτώσεις και διαπραγματεύσιμη σε άλλες. Αυτός είναι και ο λόγος που η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να συνεχίσει να προβάλλει με συνέπεια το πραγματικό περιεχόμενο του προβλήματος: πρόκειται για υπόθεση Εισβολής, Κατοχής και παραβίασης θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου.
Η σημερινή συζήτηση για το Κυπριακό δεν μπορεί να αποκοπεί από την ιστορική της διαδρομή. Κάθε νέα πρωτοβουλία κουβαλά το βάρος πενήντα και πλέον ετών διαπραγματεύσεων, υποχωρήσεων, διεθνών ισορροπιών και στρατηγικών επιλογών
Παρόν και μέλλον: Η αναζήτηση μιας συμφωνίας είναι αναγκαία
Η αναζήτηση οποιασδήποτε συμφωνίας, όμως, δεν είναι αυτοσκοπός.
Η Ιστορία έχει δείξει ότι οι βεβιασμένοι συμβιβασμοί σπάνια λύνουν σύνθετα εθνικά ζητήματα. Αντίθετα, πολλές φορές μεταθέτουν την κρίση στο μέλλον, με ακόμη μεγαλύτερο κόστος. Στην περίπτωση της Κύπρου, το διακύβευμα δεν είναι απλώς η υπογραφή ενός ακόμη κειμένου ή η πραγματοποίηση μιας ακόμη διεθνούς διάσκεψης.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η λύση θα διασφαλίζει ένα κράτος πραγματικά κυρίαρχο, λειτουργικό και απαλλαγμένο από εξαρτήσεις ή αν, πίσω από ασαφείς διατυπώσεις και διπλωματικές ισορροπίες, θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για νέες κρίσεις στο μέλλον. Ίσως γι’ αυτό η σημερινή συγκυρία να είναι διαφορετική απ’ όλες τις προηγούμενες. Όχι επειδή βρισκόμαστε πιο κοντά σε μια λύση, αλλά επειδή, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, οι αποφάσεις που θα ληφθούν δε θα καθορίσουν μόνο το περιεχόμενο μιας συμφωνίας. Θα καθορίσουν την ίδια τη μορφή του κυπριακού κράτους στις επόμενες δεκαετίες.
Και όταν η Ιστορία φτάνει σε τέτοια σταυροδρόμια, οι λέξεις αποκτούν ιδιαίτερο βάρος. Οι υπογραφές αφήνουν αποτύπωμα πολύ πέρα από τον χρόνο μιας κυβέρνησης. Και οι επιλογές των ηγεσιών δεν κρίνονται από την ευκολία του παρόντος, αλλά από την αντοχή τους απέναντι στο μέλλον. Το Κυπριακό δε χρειάζεται άλλες αυταπάτες, ούτε εύκολες βεβαιότητες. Χρειάζεται καθαρή στρατηγική, πολιτική συνέπεια, αξιοποίηση του διεθνούς και ευρωπαϊκού πλαισίου και, πάνω απ’ όλα, ειλικρίνεια απέναντι στους πολίτες.
Γιατί μόνο μια κοινωνία που γνωρίζει όλη την αλήθεια μπορεί να αξιολογήσει ψύχραιμα τις επιλογές που βρίσκονται μπροστά της. Οι επόμενοι μήνες ενδέχεται να αποδειχθούν καθοριστικοί. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να υπάρξει απλώς μια συμφωνία. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει μια λύση που θα αντέξει στον χρόνο, θα στηρίζεται στη διεθνή νομιμότητα και θα επιτρέπει στην Κύπρο να λειτουργήσει ως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, χωρίς σκιές, χωρίς εξαρτήσεις και χωρίς εκκρεμότητες που θα μετατραπούν στις κρίσεις του αύριο.

