Γράφει ο Δρ. Μιλτιάδης Ντόβας
Αποσπερίτη φέγγος, στου Χρόνου τη σκιά, χαμόγελο ατημέλητο των θεαινών που κλαίνε. Απόλυτη η δύναμη του Νου, στ’ άστρα της αναζήτησης, γητειές λευκής Σελήνης. Γεννήθηκε ελπίδας το κρασί, διαδρομής συγκίνηση, με κοσμικό μανδύα.
Σημείωμα η μνήμη που ομιλεί, στα πέρατα του Ψεύτη Νου και τις γαλάζιες πέτρες. Σιώπησε το κλάμα του μωρού, ιαχές άχρονου Σύμπαντος, οι νότες της Αγάπης. Άλαλη η Ψυχή της ξαστεριάς, συνάντηση βεβήλωσης της Νιότης με το Χρόνο. Άπληστο τ’ αγιοκέρι που γελά, του Ουρανού η δεύτερη, μητέρα τραγουδάει. Θυμίαμα η πλάση που πονεί, δόρυ των αναμνήσεων, απ’ το βαθύ πηγάδι.
Πηγάδι ονειρεμένο, μαγικό, με εικονίδια εκφοράς κρυφά να αντιμιλούνε. Σάρισα το αγέρι του ναού, λύτρωσης η εξίσωση, η μπέρτα που ανασαίνει. Ξύπνημα με αγέλης τη μορφή, στο ιταμό διάζωμα, οι άρπυιες περιγράφουν. Ταξίδεψε το φως σε άλλη γη, ταξίδεψε κι η μουσική, στου Χρόνου την Αψίδα. Αψίδα με εικόνες των χοών, δεήσεων απ’ τα πέρατα, μιας θάλασσας που κλαίει. Κλαίει κι οδύρεται, σ’ ιερή στιγμή, στ’ Άσπιλου τ’ άσπρα δόρατα, που αγιάζουνε Ιθάκη.
Ιθάκη με Νηρήιδων το θυμό, και του Ήλιου το απόκρυφο, στοιχειό της Απουσίας. Άπειρο το σημάδι που πονά, κλαυθμός με μαύρα έλατα, μιας λίμνης η χλαμύδα. Χλαμύδα που ‘ναι άστρο και σκιά, Ψυχή, μορφή και θύμησες, σαν χελιδόνια τρέχουν. Μύθος είναι το Σύμπαν δίχως Γη, μύθος φωτιάς η σύγκρουση, μ’ αγγέλων την εικόνα. Εικόνα των μυρίων πελταστών, σιωπής πικρό χαμόγελο, στα θυμωμένα τόξα.
Τόξα μ’ αλισβερίσι της σιγής, στα θεϊκά συγγράμματα ψεγάδι από την Πύλο. Ψεγάδι και του ψεύτη χαρταετού, στις αλυκές τις δεύτερες κρύβεται περιστέρι. Κρύβεται και αιγίδας βρυχηθμός, με τ’ άκαιρα τα ονείρατα να ψέλνουν νοσταλγώντας. Κέρινη και λιτή διαδρομή, τ’ Ανθρώπου τ’ ατοπήματα, με λίγο φως στο δάκρυ. Πέτρινη χαραμάδα μου μιλά, στον ύφαλο, που εφλέγεται τα άρρητα να μάθει. Πάλλευκο περιβόλι του Αβραάμ, προσμένει με τη σάρισα, βιολιά της Ρωμιοσύνης. Κεριά μου τραγουδούν νωχελικά, διαβάζοντας το φυλαχτό, των ιταμών γερόντων.
Μεθύσι είν’ του Χρόνου οι στιγμές, μεθύσι από συγκίνηση, εικόνες και σκοτάδι. Κλαγγές μοναστηριού ανασαιμιά, απ’ της σιγής τη θημωνιά, βέλη είν’ που αρμενίζουν. Αρμένισμα στις όψεις του Κακού, Ωκεανού συνάντηση, με δάκρυα των Σειρήνων. Γέλασε ο Οδυσσέας με οργή, θυμήθηκε τη δόξα του, που χάθηκε στο Χρόνο. Σημείο από του Χρόνου τη γραμμή, η σπείρα από τα πέρατα του Κόσμου, του αγύρτη. Άροτρο η Ψυχή ονειρικό, κατάδυση της λύτρωσης, σκλάβων της απορίας.
Παράδεισος της Γνώσης η μηλιά, Παράδεισος τ’ Ωκεανού, οι ήλιοι σαν πεθαίνουν. Θάλασσας η Αψίδα, γκρι σκιά, που η ύλη συνοδεύεται κι αγκομαχά στο Νότο. Σκέφτεται με το φως της αστραπής, στα όμορα τα Θέματα πεντόβολα του Χρόνου!

