Γράφει η *Μαρία Σταυρίδου
Διψάω
Η ανάγκη να νιώσω ξανά τη γεύση των χειλιών σου
τη δροσιά των αναστεναγμών σου, με χαρακώνει.
Μικρά αγκάθια γεννημένα από τη στέρηση,
από τον Δαίμονα που σε πήρε μακριά
και εγώ ανήμπορη
βυθίζομαι σ΄ απάτητο ωκεανό.
Παρακαλάω Γοργόνες, Σειρήνες, Μέδουσες,
κατάρες να με ταΐσουν,
τ΄ αποφάγια τους να μου χαρίσουν.
Να πιώ αίμα νεκρών,
δάκρυα απελπισμένων εραστών
και τον ιδρώτα χιλιάδων ναυτικών
μήπως και ξεδιψάσω,
στη στεριά να ξαποστάσω.
Διψάω…
Κάθε σκέψη, κάθε ανάσα γίνεται ρωγμή
ανοίγουν τα σωθικά μου
και το αίμα αφρίζει σαν οξυγόνο πριν χαθεί
πριν σημαδέψει τα πολύτιμα μυστικά μου.
Στιγμές, που μου χάρισες
όταν ο έρωτας ξημεροβραδιαζόταν στην αγκαλιά σου
όταν στα κλεφτά κοιμόταν πάνω στην καρδιά σου.
Υποσχέσεις που μεθούσαν δίχως στάλα πιοτό
που γεννούσαν ατέλειωτους ύμνους σε πόθο τρανό
και εγώ να ξεδιψώ με λόγια και φιλιά,
μ΄εκείνο το καταραμένο
‘Δικιά μου για πάντα τώρα πια’
Μου τα πήρες όλα…
Τα σκόρπισες σαν τροφή σε Κέρβερο-θηρευτή
και εγώ απόμεινα να κραυγάζω σαν τρελή…
‘Δεν μπορώ… Διψάω, σας παρακαλώ’
Ακολουθήστε μας και στο Google news, και στο Youtube και κάντε εγγραφή στο ενημερωτικό μας δελτίο.
