Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

21η συνέχεια

(Σύνδεση με το θέμα: Ο χρόνος κυλά και…”εγεννήθη σχολείο Κυψέλη”. Πώς αλλιώς να ονομάσεις ένα σχολείο στο οποίο διδάσκονται-μέσω πράξης και παραδείγματος- η Τάξη, ο Προγραμματισμός, η Συνεργασία, ή Δημιουργικότητα, η Ομόνοια; Διαπιστώνεις μόνο ότι μέσα σε ένα σχολείο -εκτός από τα μαθήματα-μπορεί να καλλιεργηθεί η Αγάπη για τη μάθηση και για τον Κοινό Στόχο που προάγει το σύνολο!)

***

ΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΖΩΗΣ

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος!» – το είπαμε.

Κι όταν τον Λόγο τον έχει η «Αρχή», σωπαίνεις. Κι αυτό το είπαμε.

Μα όταν τον λόγο τον έχει ο πατέρας, ντύνεις το εκατόφυλλο τετράδιο με μπλε κόλλα, βάζεις στην ετικέτα στρογγυλά γράμματα και γράφεις:

Τετράδιο Αγνώστων Λέξεων

Μαθητρίας: (το όνομά μου)

Σχολικόν έτος: … | Τάξις: …

Οι άγνωστες λέξεις είναι πολλές. Και οι κανόνες που τις κουμαντάρουν, άλλοι τόσοι.

Υπομονή!

Και τη λέξη «υπομονή» θα την γράψουμε με ύψιλον. Έτσι είπε ο πατέρας.

Θα χωρίσουμε το τετράδιο σε ενότητες, σύμφωνα με το αλφάβητο. Κάθε γράμμα, τις δικές του σελίδες.

«Υπομονή», λοιπόν, στο γράμμα Ύψιλον.

Ρήμα: υπομένω.

Λέξη σύνθετη, από την πρόθεση «υπό» και το ρήμα «μένω».

Γράφουμε και εξηγούμε:

υπομένω = καρτερώ,

υπομονή = καρτερία.

Μεγάλη Γραμματική!

Εσύ δεν είσαι απλώς βιβλίο!Εσύ είσαι περιπέτεια, εξερεύνηση, παραμύθι με μαγικές πόρτες.

Ανοίγεις μία και ξεδιπλώνονται μπροστά σου άλλες τόσες.
Ψιθυρίζεις τις μαγικές λέξεις κάποιου κανόνα κι η κλειδαριά υποχωρεί.

Σουσάμι άνοιξε!

Παίρνω το μολύβι μου και λογαριάζω: Το ρήμα, το ουσιαστικό, τις καταλήξεις τους και τις προθέσεις. Σύνθετα, λέει, και τα βάζεις μαζί.

Μα η πρόθεση συν δεν γράφεται με ύψιλον; Τότε… πώς γίνεται να γράφω τη λέξη λάθος;

Αποκλείεται! Ή μήπως… όχι; Δηλαδή… μαθαίνω; Κάνω συνδυασμούς; Βγάζω συμπεράσματα; Κατανοώ και επιβεβαιώνω; Δεν ξέρω πια τι να πω! Μήπως παρακολουθώ την προσωπική μου εξέλιξη;

Το βουνό κατεβάζει τον αέρα του χαμηλά. Τον αναπνέω βαθιά και ψάχνω να βρω…πού να γράψω τη λέξη εξέλιξη.

Το τετράδιό μου τελείωσε. Ώρα να πάρω άλλο.

«Ο Δημιουργός, που έπλασε τον κόσμο…», αφηγείται ο πατέρας. Είναι η ώρα των Θρησκευτικών και ακούμε. Μια μέλισσα ζουζουνίζει στο ανοιχτό παράθυρο.

Η Δημιουργία, λοιπόν, έχει λάσπη και χώμα. Το σκάβεις καλά, γίνεται αφράτο, του ρίχνεις νερό, ανοίγεις λάκκους και φυτεύεις λουλούδια.

«Όλα θα τα κάνουμε μόνοι μας», μας ανακοίνωσε ο πατέρας. Θα σκάψουμε, εμείς οι μαθητές, τον κήπο του σχολείου …και θα μιλήσουμε για τη γη και το όργωμα. Θα φυτέψουμε βιολέτες και θα μάθουμε, από το βιβλίο της Φυσικής Ιστορίας, για τα ψυχανθή.
Όταν θα πάμε στη ρεματιά, θα κουβαλήσουμε μία μικρή πέτρα ο καθένας μας. Με αυτές θα χωρίσουμε τα παρτέρια του κήπου και ύστερα θα τις ασβεστώσουμε.

Φούντωσε ο βασιλικός. Ανθίζουν τα ζουμπούλια. Οι μαθητές χωρίστηκαν σε ομάδες, τρία και τέσσερα παιδιά μαζί. Φορτώνουν σ’ ένα γαϊδουράκι μεγάλους κάδους και φέρνουν νερό από τις βρύσες. Ποτίζουν τον κήπο του σχολείου μας, με όλα τα λουλούδια του κι ένα όμορφο δέντρο, που το λένε ακακία. Μοσχοβόλησε η γειτονιά.

«Πότε θα πάμε, κύριε, στις βρύσες για να φέρουμε νερό;» ρωτάει ο Κωστής.

«Έχουμε πρόγραμμα, Κωστή. Δεν το είδες; Είναι κρεμασμένο στον τοίχο. Έχουμε ομάδες, και η κάθε ομάδα ξέρει την ημέρα και την ώρα που θ’ ασχοληθεί με τον κήπο.»

Για την καθαριότητα δεν χρειάζεται πρόγραμμα γραμμένο. Κάθε εβδομάδα αλλάζουν οι επιμελητές του σχολείου και το ξέρουν. Δύο αγόρια και δύο κορίτσια κάθε φορά. Μένουν μισή ώρα παραπάνω στο σχολείο κάθε μεσημέρι και λάμπει ο τόπος. Ξεσέρνουν τα θρανία, ξεσκονίζουν, σκουπίζουν, σφουγγαρίζουν… και απορεί η γειτονιά!

«Μα, δάσκαλε, είναι σωστό να σκουπίζουν και τ’ αγόρια; Μη χειρότερα!» σταυροκοπιέται η κυρά-Παναγιού, η γειτόνισσα.

«Γιατί, θειά; Και τ’ αγόρια λερώνουν το πάτωμα. Μας το εξήγησε ο δάσκαλος», της λέει η Γεωργία.

Ο Βασίλης αδειάζει το φαράσι με τα σκουπίδια. Πλένουν όλοι μαζί τα χέρια τους στον νιπτήρα του σχολείου και φεύγουν.

Ησυχίααα! Ο ήλιος ψηλά!

– Θυμάσαι πώς ήταν το σχολείο, όταν πρωτοήρθαμε; ρωτάει ο πατέρας.

Η μητέρα χαμογελάει, μαζεύοντας τα πιάτα μετά το φαγητό. Θυμάσαι και θυμάμαι! Τι ερώτηση κι αυτή! Όλοι θυμόμαστε εκείνο το χαμηλοτάβανο ισόγειο σπίτι με τα παλιά κεραμίδια και τα ποντίκια να μπαινοβγαίνουν από παντού.

«Αυτό δεν είναι σχολείο. Θα χτίσουμε καινούργιο!» είχε πει ο πατέρας. Κι όταν έλεγε κάτι, ήταν απόφαση και πράξη μαζί.
Πήγε και ήρθε κάμποσες φορές στην Αθήνα. Έφερε τα νεότερα κι ύστερα από καιρό ήρθαν και τα χρήματα.

«Από το Υπουργείο Παιδείας», ακούστηκε το νέο σε όλο το χωριό. Δάσκαλος και Κοινότητα κάθισαν κάτω, μέτρησαν τα χρήματα του Υπουργείου και λογάριασαν πόσα ακόμα χρειάζονταν για να πληρωθούν τα μεροκάματα – χτίστες και κάθε είδους μάστορες – μέχρι να είναι έτοιμο το νέο μας σχολείο.
Έκαναν τους λογαριασμούς και πήραν την απόφαση: όσα περισσότερα μεροκάματα χρειάζονταν, θα τα έκαναν οι άνδρες του χωριού με προσωπική εργασία. Ακόμα και ο παπα-Βαγγέλης προσφέρθηκε να βοηθήσει όπου τον χρειάζονταν. Έβγαζε το ράσο, ανασκούμπωνε τα μανίκια κι έπιανε το μυστρί.

Τους μήνες που χρειάζονταν για να χτιστεί το νέο σχολείο, το μάθημα θα γινόταν στην εκκλησία. Ο Θεός και τα Γράμματα μαζί! Πώς να μην είμαστε χαρούμενα παιδιά;
Βάλαμε τα θρανία μέσα στην εκκλησία, με τάξη και σειρά. Τον πίνακα αντίκρυ, πάνω σ’ έναν τρίποδα. Το τραπέζι με την καρέκλα για τον δάσκαλο. Απέναντί μας, ο Παντοκράτωρ στο τέμπλο του ναού. Η Παναγία, ο Χριστός και στο εικονοστάσι ο πολιούχος Άγιος Κωνσταντίνος. Οι Αρχάγγελοι στις πόρτες του ιερού και τα καντήλια αναμμένα.

«Έλα, Κωστή, στον πίνακα. Σήμερα η Πέμπτη και η Έκτη Τάξη θα μάθει την “Απλή Μέθοδο των Τριών», ακούω να λέει ο πατέρας.

Την ίδια ώρα, η Τρίτη και η Τετάρτη Τάξη θα γράψουν την ορθογραφία τους και θα κάνουν προτάσεις γραμματικής. Η Πρώτη Τάξη θα λύσει, σε σιωπή, ασκήσεις αριθμητικής. Η Δευτέρα Τάξη έχει χειροτεχνία. Την επόμενη ώρα θα αλλάξει η σειρά με τα μαθήματα και τις ασκήσεις.

«Συνδιδασκαλία», γράφει στα βιβλία του ο πατέρας, επειδή το σχολείο έχει έναν δάσκαλο, έξι τάξεις, και δεν είναι μόνο το πώς θα διδάξει το μάθημα, αλλά και πώς θα συνδυάσει τις ώρες της διδασκαλίας.
Και το πώς δεν είναι μια ερώτηση. Είναι δουλειά και μέθοδος, διότι τα παιδιά πρέπει να μάθουν όσα θα τους διδάξει τις ώρες που είναι στο σχολείο. Όχι να διαβάζουν στο σπίτι τους.

Αυτό δεν το είπε κανένας επιθεωρητής. Ο πατέρας το αποφάσισε. Όχι μόνο επειδή όλα τα παιδιά το απόγευμα πηγαίνουν στα χωράφια και στις κατσίκες. Όχι μόνο επειδή δεν έχουν βοήθεια στο διάβασμα από τους γονείς τους, αλλά επειδή αυτό πιστεύει ο πατέρας:

«Όταν ο μαθητής φεύγει από την αίθουσα του σχολείου, πρέπει να ξέρει αυτό που διδάχτηκε. Στο σπίτι θα ασχοληθεί λίγο για εξάσκηση και για επανάληψη».

Το άκουσα που το έλεγε στον κύριο Μπάμπη. Είναι είναι κι αυτός δάσκαλος στο κοντινό χωριό.

– Έλα, μωρέ Τάσο, μην είσαι υπερβολικός! Τι χολοσκάς; Βάλ’ τους τα προβλήματα να τα λύσουν στο σπίτι. Κι εσύ θα έχεις λιγότερη κούραση κι αυτά θα μαζεύονται από τους δρόμους, του είπε.

– Τον χρειάζονται τον δρόμο τα παιδιά, Μπάμπη. Και τον δρόμο και το παιχνίδι και το χάζεμα. Είμαι δάσκαλος για να διδάσκω κι όχι για να προμηθεύω υλικό προς επεξεργασία στους μαθητές μου, απάντησε ο πατέρας μου.

Δεν κατάλαβα λέξη απ’ αυτά τα τελευταία που είπε. Έψαξα στο τετράδιο «Αγνώστων Λέξεων», αλλά δεν φωτίστηκα. Άνοιξα το λεξικό και πήρα την απάντηση:

«Επεξεργασία = επιμελής κατεργασία».

Ε, αυτό κάναμε κάθε μέρα στο σχολείο! Τι ήθελε τώρα ο κύριος Μπάμπης και ανακατευόταν στις δουλειές μας; Εμείς κανονίζαμε το τι θα κάνουμε όλοι μαζί, ο δάσκαλος και οι μαθητές.

Κι όταν τελείωσε το καινούργιο μας σχολείο, με χρώματα φρέσκα, ξύλινο πάτωμα και χτιστό, ανάγλυφο πίνακα πάνω στον τοίχο, φυτέψαμε και μια νυχτολουλουδιά δίπλα στη σκάλα. Τα παράθυρα ήταν μεγάλα. Τα κεραμίδια ολοκαίνουργια. Δίπλα στην αίθουσα διδασκαλίας υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο με χολ. Αυτό ήταν η κατοικία του δασκάλου.

Είχαμε τζάκι στο δωμάτιο, σόμπα στην αίθουσα διδασκαλίας και χτιστό μαγειρείο στο πίσω μέρος της αυλής. Το μεγάλο μας δέντρο, η ακακία, φούντωνε κι όλο φούντωνε. Εκεί από κάτω μαζευόμασταν τα παιδιά και παίζαμε κρυφτό, δαχτυλίδι, αμπάριζα και τσιλίκι.

Μαγεία! Πώς να το πεις αλλιώς το τσιλίκι; Πώς να το εξηγήσεις, που με τη μύτη μιας βέργας πετάς ψηλά στον αέρα ένα τόσο δα μικρό και ίσιο ξύλο, σαν μικρό μολύβι. Το πετάς ψηλά και το περιμένεις με τη βέργα σου έτοιμη. Κατεβαίνει, το χτυπάς στον αέρα, δεν το αφήνεις να πέσει. Το χτυπάς, του αλλάζεις πορεία, κίνηση. Το κοιτάς που κατεβαίνει από ψηλά, το χτυπάς, το κατευθύνεις και ξανά το περιμένεις, έτοιμη να του αλλάξεις πορεία, χωρίς να πέσει στη γη.

Το κοιτάς. Έρχεται. Αποφασίζεις και πάλι το κατευθύνεις.

Νους συγκεντρωμένος, σβελτάδα, επιδεξιότητα, αποφασιστικότητα.

Αν βάλω μαζί και τη χαρά που γεμίζει την ψυχή μας εκείνες τις ώρες του παιχνιδιού, τότε φτιάχνω σίγουρα…

…τη συγχορδία του ουρανού!

Πού το βρήκα αυτό τώρα; Άκου: «συγχορδία του ουρανού»! Πώς ξεπήδησε από μέσα μου;

Πολλές λέξεις μαζεύτηκαν τον τελευταίο καιρό. Θα τις γράψω όλες στο εκατόφυλλο τετράδιό μου κι αυτό όσο είναι ακόμα απομεσήμερο και είμαι μόνη στο σχολείο.

Μόλις πέσει ο ήλιος, θα έρθουν τα παιδιά. Δεν έχει σημασία που δεν έχουμε μάθημα αυτή την ώρα, ούτε που άλλα είναι στις μικρές τάξεις κι άλλα στις μεγαλύτερες. Είμαστε όλα τα παιδιά μαζί, μια μεγάλη παρέα. Έχουμε ραντεβού. Κανείς δεν το πρότεινε και δεν κάναμε συμφωνίες. Ήρθε από μόνο του.

Κάποια ώρα προς το απόγευμα, που ο αέρας μύριζε αλλιώτικα, έβγαινα στο πλατύσκαλο με μια φέτα ψωμί και τυρί στο χέρι. Άλλες φορές είχα μέλι με βούτυρο. Πάντως, κάτι έτρωγα. Ήταν σαν την καμπάνα του σχολείου, που καλούσε σε συγκέντρωση.

Ένα-ένα εμφανίζονταν τα παιδιά από τα σοκάκια. Φρεσκοχτενισμένα, με μια φέτα ψωμί στο χέρι. Έρχονταν, κάθονταν… Γέμιζε η αυλή, γέμιζε και το σούρουπο από φωνές και γέλια.

– Μα δεν τα βαριέστε; Όλη μέρα στο κεφάλι σας με τις φωνές τους! Γιατί δεν τα διώχνετε; ρωτούσαν οι γείτονες.

– Τα παιδιά, εμείς, δεν τα διώχνουμε, γείτονες. Η πόρτα του σχολείου είναι ανοιχτή και για μικρούς και για μεγάλους. Δεν κλειδώνει ποτέ. Κι αυτόν τον κήπο τον έφτιαξαν τα παιδιά. Είναι δικός τους και δικός σας. Ελάτε να κουβεντιάζουμε όλοι μαζί!

Αυτά δεν ξέρω ποιος τα έλεγε. Ήταν σαν να μιλούσε το ίδιο το σχολείο, με τα μεγάλα του παράθυρα, που έμοιαζαν σαν να χαμογελούν.

Σε λίγο καιρό είχαμε και τη Μαργαρίτα στην παρέα μας. Ήταν μεγάλη κοπέλα, για παντρειά — όπως και η Άννα, που προστέθηκε κι εκείνη. Όσο για την κυρά-Παναγιού, τη γειτόνισσα, αυτή έγινε τακτική. Κάθονταν όλες μαζί στο πλατύσκαλο, κουβέντιαζαν με τη μητέρα, χάζευαν εμάς τα παιδιά που παίζαμε και περίμεναν να πέσει για τα καλά το σούρουπο.
Γιατί ήξεραν πως εκείνη την ώρα άρχιζαν τα παραμύθια.
Με έβαζαν να κάθομαι στη μέση του κύκλου, που άνοιγαν γύρω μου, κι άρχιζα…

– Μια φορά κι έναν καιρό…

Απέναντι, στου Κώστα το μαγαζί, άναβαν τη λάμπα της ασετυλίνης. Τα σοκάκια σκοτείνιαζαν. Τα σπουργίτια ησύχαζαν κάτω από τα κεραμίδια της εκκλησίας που ήταν αντίκρυ μας. Βλέπαμε από τα παράθυρά της τα αναμμένα καντήλια.

«Μια φορά κι έναν καιρό…» συνέχιζα εγώ, κι η ώρα προχωρούσε.

«Παναγία μου, ανατρίχιασα! Πού τα έμαθες αυτά τα όμορφα παραμύθια, καλό μου;» με ρωτούσε η Μαργαρίτα και με κοίταζε λες κι έβλεπε το θαύμα. Δεν ήταν και τόσο σπουδαίο αυτό που κατάφερνα για να με καμαρώνει έτσι! Τα παραμύθια που έλεγα, άλλα τα είχα διαβάσει κι άλλα τα έβγαζαν το μυαλό μου και η καρδιά μου μαζί. Δεν είναι και τόσο δύσκολο! Κλείνω τα μάτια μου, βλέπω μπροστά μου τις εικόνες κι ανάλογα με το τι θέλω να πετύχω -να τους κάνω να χαρούν ή να τους τρομάξω- σχεδιάζωτα παρακάτω. Αλλάζω τη φωνή μου, κουνάω τα χέρια μου, γίνομαι το κάθε πρόσωπο του παραμυθιού…

«…κι όταν το φτωχό κορίτσι ξεψύχησε στα χέρια του πρίγκιπα…» Άει στο καλό! Κλείνει η φωνή μου, κι η Μαργαρίτα κλαίει. Για το φτωχό κορίτσι. Και για τον πρίγκιπα.

Δεν πειράζει που κλαίει! Αύριο θα την κάνω να χαρεί, με το καινούριο παραμύθι που σχεδιάζω στον νου μου!

Η νυχτολουλουδιά μας μεγάλωσε, πλάτυνε, φούντωσε, σκέπασε τη μισή σκάλα. Μοσχομυρίζει η νύχτα.

Τώρα που έφυγαν τα παιδιά, θα στρώσουμε μία κουρελού στο πλατύσκαλο -που μοιάζει με ταρατσάκι- και θα καθίσουμε οι τρεις μας: ο πατέρας, η μητέρα κι εγώ. Ο πατέρας θα μου πει για τη

Μεγάλη Άρκτο, καθώς ξαπλωμένοι θα κοιτάμε τον ουρανό.

Είναι Αύγουστος. Στην πόλη, λέει, τα σχολεία έκλεισαν. Το δικό μας σχολείο δεν κλείνει ποτέ. Ε, βέβαια, δεν γράφουμε ούτε διαβάζουμε. Τα παιδιά όμως είναι εδώ. Παίζουν και φροντίζουν τον κήπο τους. Δεν είναι παίξε-γέλασε η «Υπευθυνότητα»! Και στο τετράδιο την γράψαμε, και στο μυαλό μας και στην καρδιά μας.

Και για τον κήπο μας είμαστε υπεύθυνοι.

Όσο για τη «Συνεργασία» και τη «Δραστηριότητα», μπορεί να ξεχάσαμε πώς τις γράφουν -και μάλιστα ο Παναγιώτης έγραψε τη “συνεργασία” με ήτα!- μα όταν τον ρώτησε ο κυρ-Γιώργης, ο γείτονας, «Τι κάνεις, ρε Παναγιώτη, στο σχολείο Αυγουστιάτικα;», του απάντησε:

«Συνεργάζομαι με τα άλλα παιδιά για τον κήπο μας!»

Ο πατέρας τού εξήγησε ότι δεν ήταν ανάγκη να λέει πάντα «συνεργάζομαι». Έφτανε να πει: «Δουλεύω με τους φίλους μου στον κήπο μας». Το ίδιο είναι.

«Δάσκαλε, εσύ δεν θα πας στο χωριό σου για το καλοκαίρι; Διακοπές έχουν τα σχολεία!» απορεί ο Πρόεδρος του χωριού.

«Όχι, Πρόεδρε. Εμένα το σπίτι μου τώρα είναι εδώ!» απαντά ο πατέρας.

Νυχτέρια! Άλλη λέξη κι αυτή!

Ήταν Αύγουστος. Οι δουλειές στα χωράφια δεν ήταν πολλές. Οι νύχτες, γεμάτες από τη φωνή του γρύλου και τα βατράχια στη ρεματιά, άπλωναν τη σιωπή τους πάνω απ’ το χωριό. Σαν έπεφτε το σούρουπο, άδειαζαν τα σπίτια από ανθρώπους και φούντωνε η φωτιά στις αυλές. Για ώρες πολλές έλαμπε ο τόπος.

Ολόγυρα, καθισμένες οι γειτόνισσες με τη ρόκα, έγνεθαν το μαλλί και έφτιαχναν μ’ αυτό νήμα. Το αδράχτι δούλευε ασταμάτητα. Το μαλλί στη ρόκα λιγόστευε. Έγερνα τότε στην ποδιά της μαμάς και κοίταζα τις φλόγες. Μουρμούριζαν στην ψυχή μου τραγούδια ανείπωτα. Και με ανοιχτή την καρδιά ρουφούσα την κάθε ιστορία της κυρα-Μαρίας.

– Δεν μιλάς, δεν κουνιέσαι, δεν τραγουδάς, δεν ακούγεσαι! Λυπημένο είσαι, παιδί; με ρωτούσαν οι φλόγες.

– Όχι! Χορταίνω την ευτυχία! απαντούσε η ψυχή μου.

20η συνέχεια <———

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Σχετικές αναρτήσεις

Διασταυρούμενη καρδιά

e-enimerosi

Παράξενο ταξίδι η ζωή

e-enimerosi

Ιστορία γράφεται με μελάνι και όχι με αίμα

e-enimerosi