23 Ιουλίου 2026 19:50
Λογοτεχνία

Σημειώσεις από ένα μουσκεμένο ημερολόγιο

Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος

Σημειώσεις από ένα μουσκεμένο ημερολόγιο

Ι. Μέσα στη γυάλινη σφαίρα

Στο περιθώριο του κόσμου κοιμάμαι.
Οι λέξεις γίνονται ξαφνικά δάση και πουλιά
να φωλιάσουν οι κυνηγημένοι.
Ύστερα ξυπνώ.
Ο κόσμος είναι πάλι άδειος,
σαν ένα καφενείο που έκλεισε νωρίς.
Ένα ρυάκι μετράει στο σκοτάδι τις φτωχές μου σκέψεις.
Τι ήμουν, λοιπόν;
Ένας περιηγητής ανεκπλήρωτων ονείρων,
ένας άνθρωπος που έχασε τον δρόμο του
κι όμως ψάχνει ακόμη την είσοδο του λαβυρίνθου,
για να βρει εκείνους που χάθηκαν πριν απ’ αυτόν.
Γύρω μου μορφές που χαμογελούν με την παλιά σκληρότητα.
Η αδικία περπατάει πλάι μας σαν σιωπηλή σκιά,
τυφλά φεγγάρια στάζουν δάκρυα στο σκοτάδι,
και στην πόρτα μας, ένα μαχαίρι καρφωμένο,
το μοναδικό σημάδι για τον δρόμο της επιστροφής.
Μετρώ τους ανθρώπους τα βράδια.
Αυτούς που πλησίασαν το στήθος μου
μονάχα για να σβήσουν αποτσίγαρα στο μάγουλό μου,
κι εκείνους τους λίγους, τους ανώνυμους,
που με φίλησαν τόσο τρυφερά
που έγινα κι εγώ φεγγάρι.
Τα άστρα τρέχουν να προλάβουν τον χρόνο.
Κι εγώ μένω εδώ. Μόνος.
Κλεισμένος μες σε μια γυάλινη σφαίρα.
Πατρίδα μου; Ένας ουρανός παράξενος,
χωρίς παράθυρα, χωρίς πόρτες.
Μπαίνω κρυφά από μια χαραμάδα
κι αγκαλιάζομαι με το κενό.

ΙΙ. Η γλώσσα των πληγωμένων

Έμαθα κάποτε στις μεγάλες φυτείες,
σπάζοντας καπνό με δάχτυλα ματωμένα,
να χρωματίζω τον έρωτα με το τίποτα,
να διαβάζω τα κόκκαλα των πεθαμένων
και να ξεχωρίζω τα χνάρια των κατατρεγμένων στον δρόμο.
Είμαι ένας ξένος.
Δεν έμαθα ποτέ μου να μιλώ τις γλώσσες των εμπόρων.
Μονάχα με την ποίηση μιλώ
αυτή την παλιά γλώσσα των πληγωμένων.
Και περιμένω.
Ανάμεσα σε φυλές που χάθηκαν και σε αιώνες,
τα αγάλματα να ξυπνήσουν.
Γελώ χωρίς ήχο,
δακρύζω χωρίς υγρασία,
κι ο απόηχος των λέξεων μου χάνεται πριν γεννηθεί.
Οι μέρες κυλούν σαν το νερό σε ένα μπουκάλι κλειστό,
καμιά διαρροή, καμιά ανάσα.
Ανάβω μικρές σπίθες μες στο μυαλό μου
κι ύστερα κοιτάζω τις φλόγες
να σβήνουν πριν προλάβουν να γίνουν φως.

ΙΙΙ. Πότε θα γίνουμε αληθινοί;

Ποια είναι λοιπόν η πατρίδα μας;
Ένα πέρασμα στο ενδιάμεσο.
Ούτε ζωή, ούτε θάνατος.
Μονάχα η θολή αντανάκλαση όσων δεν έγιναν ποτέ.
Κι όμως, νιώθω. Θεέ μου, πώς νιώθω ακόμα…
Ένα τίναγμα της ψυχής, σαν σιωπηλή κραυγή
που ταξιδεύει στον καθρέφτη του κόσμου και τον ραγίζει.
Χθες μπήκε λίγο φως από το παράθυρο,
δεν ήταν ο ήλιος, μια μακρινή ανάμνηση του ήλιου.
Πήγα να ζεσταθώ
κι έκαψα το πρόσωπό μου σε κάτι που δεν είχε πια ζεστασιά.
Γύρω μου οι άνθρωποι γελούσαν, βέβαιοι για την ευτυχία τους.
Μα όταν μου μιλούν, δεν ακούω τις λέξεις τους·
ακούω μονάχα την αγωνία τους,
μια ανάγκη να γεμίσουν με θόρυβο το μεγάλο κενό.
Και πώς να τους εξηγήσεις πως είσαι ξένος;
Όχι γιατί ήρθα από κάπου μακριά,
αλλά γιατί ποτέ δεν ανήκα σε αυτόν τον κόσμο.
Το φως δεν με γνωρίζει.
Με περνάει για διαφάνεια και με προσπερνά.
Κι όμως υπάρχω.
Αφήνω τα ίχνη μου στη σκόνη των δρόμων,
αφήνω ρωγμές στους καθρέφτες των σαλονιών τους.
Κάθε φορά που αναπνέω, ακούγεται ένα τρίξιμο,
σαν μια παλιά πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ.
Ξένος μες στο φως. Αόρατος στο σκοτάδι.
Και κάπου εκεί, στο ενδιάμεσο της νύχτας,
ακούω το παιδί που ήμουν κάποτε να με ρωτάει:
«Πότε, αλήθεια, θα γίνουμε αληθινοί;»

ΙV. Όταν τα αγάλματα ξυπνήσουν

Έμαθα να ξεχωρίζω το νόημα
εκεί που οι άλλοι βλέπουν μονάχα σκόνη.
Η στάχτη, βλέπεις, έχει τη δική της γλώσσα.
Είναι το πριν που δεν προλάβαμε να ζήσουμε,
το μετά που δεν θα έρθει ποτέ,
το τώρα που λιώνει στα χέρια μας σαν μουσκεμένο σαπούνι.
Δεν χρειάζεται ήχο η στάχτη. Μόνο αφή.
Σου μαυρίζει τα δάχτυλα και λερώνει τη μνήμη.
Στοίχειωσαν οι λέξεις που κράτησα μέσα μου
όρθιες τις νύχτες και τις έκανα ποίηση.
Δεν επεδίωξα να σωθώ,
είναι η απόδειξη πως υπήρξα.
Κάθε στίχος μου είναι μια πληγή που δεν αιμορραγεί,
μια ανάμνηση που περπατάει ξυπόλυτη στο χιόνι.
Εκεί όπου τα αγάλματα κοιμούνται
βαριά, βαθιά, αμίλητα, σαν τους παλιούς μου φίλους,
κρύβουν μέσα τους την ανάσα της Ιστορίας.
Περιμένουν να ξυπνήσουν μια μέρα, να σπάσουν την πέτρα,
να τρέξουν ανάμεσα στους ανθρώπους και να μιλήσουν.
Μα ο χρόνος είναι ένας σκληρός δεσμοφύλακας.
Φυλακίζει τα μυστικά σε μια σιωπή χιλιετιών.
Στέκομαι κοντά τους, ψηλαφίζω τα μάτια που δεν βλέπουν.
Ακούω το παρελθόν να ψιθυρίζει μέσα από τις χαραμάδες
και καταλαβαίνω:
Όλοι μας κοιμόμαστε, αδέλφια μου.
Μόνο που μερικοί ξυπνούν λιγότερο συχνά, για να μην βλέπουν.
Κι η πραγματικότητα είναι ένα άγαλμα
που ακόμα δεν έμαθε να περπατά.
Μα ίσως… ακούτε;
Ίσως κάποια μέρα τα αγάλματα να σηκωθούν.
Και τότε, θα χορέψουμε όλοι μαζί γύρω από τη φωτιά
τον χορό που πάντα περιμέναμε.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!