Παρέμβαση με σαφείς αιχμές και πολιτικό βάθος έκανε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, σχολιάζοντας το διάγγελμα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για την αναθεώρηση του Συντάγματος.
Σε σύντομο αλλά πυκνό σημείωμά του, ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης θέτει τρία θεμελιώδη ζητήματα, τα οποία, όπως υποστηρίζει, καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε σοβαρή και ουσιαστική αναθεωρητική διαδικασία στη σημερινή συγκυρία.
Πρώτο και κεντρικό σημείο της παρέμβασής του είναι ότι ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του. Σύμφωνα με τον κ. Βενιζέλο, το βασικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικής φύσης, αλλά αφορά τη βαθιά κρίση αξιοπιστίας των θεσμών και τη ρήξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης. Όπως σημειώνει, αυτή η διάρρηξη δεν αποκαταστάθηκε ούτε μετά την οικονομική κρίση ούτε με την πολυδιαφημισμένη «επιστροφή στην κανονικότητα». Υπό αυτές τις συνθήκες, η συνταγματική αναθεώρηση κινδυνεύει να καταστεί μια τεχνική και κοινωνικά αδιάφορη διαδικασία, εάν δεν συνοδευτεί από ένα νέο, πειστικό αφήγημα εθνικής συνοχής και κοινωνικής συμπερίληψης.
Δεύτερον, ο Ευάγγελος Βενιζέλος υπενθυμίζει ότι το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει αυξημένες προϋποθέσεις για την αναθεώρησή του, με βασική την ύπαρξη ειλικρινούς και ουσιαστικής συναίνεσης και την εξασφάλιση πλειοψηφίας τριών πέμπτων του συνόλου των βουλευτών (180). Μια τέτοια συναίνεση, όπως επισημαίνει, προϋποθέτει εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, στοιχείο που σήμερα απουσιάζει. Ενδεικτικά αναφέρει ότι η παρούσα Βουλή αδυνατεί ακόμη και να συγκροτήσει ανεξάρτητες αρχές με τις προβλεπόμενες ειδικές πλειοψηφίες, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη κρίσιμες διαδικασίες, όπως η δίκη για τις υποκλοπές και η εξεταστική επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Θέτει, μάλιστα, και ένα καίριο ερώτημα για την επόμενη Βουλή: αν θα μπορέσει να αναδείξει σταθερή κυβέρνηση πριν αναλάβει το έργο της συνταγματικής αναθεώρησης. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει, η χώρα πρέπει πρώτα να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη, πριν το Σύνταγμα καταστεί αναθεωρήσιμο.
Τρίτο σημείο της παρέμβασής του αφορά τα όρια της ίδιας της αναθεωρητικής διαδικασίας. Ο κ. Βενιζέλος υπογραμμίζει ότι πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί η συνύπαρξη πολλαπλών έννομων τάξεων, εθνικής, διεθνούς και ενωσιακής, καθώς και η ύπαρξη μηχανισμών διεθνούς δικαστικού ελέγχου, οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και το περιεχόμενο του εθνικού Συντάγματος μετά την αναθεώρησή του.
Καταλήγοντας, επισημαίνει ότι μόνο εφόσον υπάρξει σαφής συμφωνία και κοινή κατανόηση σε αυτά τα θεμελιώδη ζητήματα, μπορεί να ανοίξει με σοβαρότητα και υπευθυνότητα μια πραγματικά εθνική και συναινετική συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος.
