ΕΕ: «Άπιαστος» ο στόχος για κρίσιμες πρώτες ύλες έως το 2030 – Προειδοποίηση από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο
Εκτός τροχιάς φαίνεται να βρίσκεται η φιλοδοξία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εξασφαλίσει έως το 2030 επαρκή εφοδιασμό κρίσιμων πρώτων υλών για την ενεργειακή μετάβαση, σύμφωνα με νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), που δόθηκε στη δημοσιότητα.
Το ΕΕΣ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι η ΕΕ αντιμετωπίζει σοβαρά κενά στον εφοδιασμό βασικών ορυκτών που είναι απαραίτητα για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ηλεκτροκίνηση και την πράσινη βιομηχανία. Όπως εκτιμάται, σημαντικός αριθμός έργων που χρηματοδοτούνται ή στηρίζονται από ευρωπαϊκούς πόρους δύσκολα θα καταφέρει να πετύχει τους στόχους του εντός χρονοδιαγράμματος.
Σύμφωνα με την έκθεση, πρώτες ύλες-κλειδιά όπως το λίθιο, το νικέλιο, το κοβάλτιο, ο χαλκός και οι σπάνιες γαίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένες σε λίγες τρίτες χώρες, μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Τουρκία και η Χιλή, γεγονός που καθιστά την ΕΕ ιδιαίτερα ευάλωτη γεωπολιτικά.
«Χωρίς κρίσιμες πρώτες ύλες δεν μπορούμε να μιλάμε ούτε για ενεργειακή μετάβαση, ούτε για ανταγωνιστικότητα, ούτε για στρατηγική αυτονομία», σημειώνει χαρακτηριστικά αρμόδιο μέλος του ΕΕΣ, υπογραμμίζοντας ότι η εξάρτηση από περιορισμένο αριθμό χωρών εκτός ΕΕ έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις.
Μη δεσμευτικοί στόχοι και καθυστερήσεις στις συμφωνίες
Ως απάντηση στις προκλήσεις αυτές, η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθέτησε το 2024 την «Πράξη για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες», η οποία αποσκοπεί στη μακροπρόθεσμη διασφάλιση του εφοδιασμού 26 στρατηγικών ορυκτών. Ωστόσο, το ΕΕΣ επισημαίνει ότι το θεσμικό αυτό πλαίσιο πάσχει από σοβαρές αδυναμίες.
Όπως αναφέρεται, οι στόχοι που τίθενται έως το 2030 δεν είναι σαφώς προσδιορισμένοι ούτε δεσμευτικοί, ενώ καλύπτουν περιορισμένο αριθμό στρατηγικών πρώτων υλών. Ενδεικτικό είναι ότι την τελευταία πενταετία μειώθηκαν οι εισαγωγές πρώτων υλών από τις μισές από τις 14 χώρες με τις οποίες η ΕΕ έχει συνάψει στρατηγικές εταιρικές σχέσεις. Παράλληλα, οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ έχουν «παγώσει» από το 2024, ενώ εκκρεμούν σημαντικές συμφωνίες, όπως εκείνη με τις χώρες της Mercosur, οι οποίες διαθέτουν πλούσια κοιτάσματα κρίσιμων ορυκτών.
Ανακύκλωση: στόχος με δυσοίωνες προοπτικές
Ιδιαίτερα προβληματική εμφανίζεται και η πρόβλεψη της ΕΕ για κάλυψη του 25% των αναγκών της σε στρατηγικές πρώτες ύλες από ανακυκλωμένες πηγές έως το 2030. Το ΕΕΣ κάνει λόγο για «μάλλον δυσοίωνες προοπτικές», καθώς τα ποσοστά ανακύκλωσης επτά από τις 26 κρίσιμες πρώτες ύλες κινούνται μόλις μεταξύ 1% και 5%, ενώ δέκα δεν ανακυκλώνονται καθόλου.
Περιορισμένη εξόρυξη εντός ΕΕ και ενεργειακό κόστος
Στόχος της ΕΕ είναι επίσης η κάλυψη του 10% της κατανάλωσης στρατηγικών πρώτων υλών από εγχώρια εξόρυξη. Ωστόσο, το ΕΕΣ επισημαίνει ότι οι δραστηριότητες έρευνας και εντοπισμού κοιτασμάτων προχωρούν με αργούς ρυθμούς και ότι ακόμη και όταν εντοπίζονται νέα αποθέματα, μπορεί να απαιτηθούν έως και δύο δεκαετίες για να καταστεί λειτουργικό ένα εξορυκτικό έργο.
Παράλληλα, η επιδίωξη να επεξεργάζεται η ΕΕ το 40% των κρίσιμων πρώτων υλών που καταναλώνει έως το 2030 υπονομεύεται από το υψηλό ενεργειακό κόστος. Το ΕΕΣ προειδοποιεί για τον κίνδυνο ενός φαύλου κύκλου: τα προβλήματα στον εφοδιασμό αποτρέπουν επενδύσεις σε μονάδες επεξεργασίας, γεγονός που με τη σειρά του αποδυναμώνει περαιτέρω την ασφάλεια εφοδιασμού της Ένωσης.
Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές: χωρίς πιο ρεαλιστικούς, δεσμευτικούς στόχους και ταχύτερες αποφάσεις, η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης κινδυνεύει να σκοντάψει σε μια κρίσιμη έλλειψη πρώτων υλών.
