Γράφει ο Δρ. Μιλτιάδης Ντόβας
Πέτρινο το φως, στ’ άστρα της εικόνας και χαμόγελο.
Σημείωμα το δάκρυ, που απορεί, κρίμα των συγκινήσεων, των σκλάβων των σαράντα.
Γήινο το θυμίαμα του Νου, του Ψεύτη, που αφουγκράζεται απείθαρχες δεήσεις.
Ύψωμα τ’ αγιοκέρι, που πονά, με έναν πετρίτη, που ‘κλάψε, στ’ ανάθεμα, που καίει!
Του Έρωτα τα δώρα, μια φωτιά, με τ’ άπληστα αποφθέγματα, Αγάπης λυπημένης.
Αντίστιξη το Φως των Ποιητών, στου μύρου, τ’ αναθήματα, με υπόλοιπο από Στύγα.
Ζωντάνεψε τ’ αγέρι στη σιγή, χοές απλώνει δεύτερες, στ’ άστρα που αναριγούνε.
Τ’ αηδόνια κελαηδάνε στη μηλιά και βασιλέα ορίζουνε, σε φθόγγων το ταξίδι.
Οδύσσειας γλυκιά ανασαιμιά, που αναζητάει στο Άπειρο, μια φτωχική Ιθάκη.
Η θάλασσα βασίλειο των θεών, που τραγουδάει τα άρρητα, τα λόγια τα θλιμμένα.
Χλαμύδα η λύτρωση μου, στη φυγή, κι ένα πηγάδι από ευχές, παραμυθάδων Χώρα.
Αγιάσανε οι γλάροι τα πανιά, σ’ ένα καράβι δάκρυα, στο Χώρο και στο Χρόνο.
Η Μούσα μου γελάει μ’ ανεμελιά, αγγίζοντας της Πέργαμου, σαρισσοφόρες δόξες.
Πιοτό μου, το κρασί των ξωτικών, που είν’ χορικό ατημέλητο, σε τραγωδία αρχαία.
Αρχαία, μακρινή και προσφιλή, μιας θημωνιάς η υπόκρουση, με κβάντων περιστέρι!

