Ο Κρίστιαν δεν είχε καμία ιδιαίτερη προσδοκία για εκείνο το Σαββατοκύριακο. Το σχέδιό του ήταν απλό, λίγη ξεκούραση στο σπίτι και χαλαρές στιγμές μακριά από την ένταση της εβδομάδας.
Όλα όμως άλλαξαν όταν, ενώ έπινε έναν ήρεμο καφέ με φίλους, δέχτηκε ένα μήνυμα στο κινητό του από τη Ραμόνα. Του έγραφε ότι μια φίλη της θα μετακόμιζε το ερχόμενο Σάββατο και τον ρωτούσε αν μπορούσε να πάει κι εκείνος να βοηθήσει.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, της απάντησε θετικά. Δεν είχε άλλες υποχρεώσεις και του άρεσε πάντα να προσφέρει. Εκείνη τον ευχαρίστησε με μια καρδιά, Ως απάντηση στο μύνημα και του έστειλε τη διεύθυνση: Heinenstraße 25, τρίτος όροφος, στις δέκα το πρωί, την ίδια ώρα που θα έφτανε και το συνεργείο της μετακόμισης.
Το Σάββατο έφτασε γρήγορα. Ο Κρίστιαν πάρκαρε έξω από την πολυκατοικία και είδε ήδη το φορτηγό της μετακόμισης με τους εργαζόμενους να ετοιμάζονται. Πριν κατέβει από το αυτοκίνητο, τηλεφώνησε στη Ραμόνα για να την ενημερώσει πως είχε φτάσει. Εκείνη του είπε να ανέβει με το ασανσέρ, η πόρτα ήταν ανοιχτή.
Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, άκουσε γυναικείες φωνές να μιλούν στον διάδρομο. Χτύπησε διακριτικά και είπε «καλημέρα». Τότε εμφανίστηκαν μπροστά του η Ραμόνα και η Βερόνικα. Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κάτι άλλαξε. Τα βλέμματα του Κρίστιαν και της Βερόνικας συναντήθηκαν και έμειναν για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητα, σαν ο χρόνος να έκανε παύση.
Η Ραμόνα αμέσως αντιλήφθηκε τη σιωπηλή ένταση. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της, πριν τους επαναφέρει στην πραγματικότητα. Οι δυο τους αντάλλαξαν χειραψία και ευχές, όμως και οι δύο ήξεραν ήδη, ότι κάτι δυνατό είχε γεννηθεί εκείνη τη στιγμή. Ένας κεραυνοβόλος έρωτας, απρόσμενος και ακαριαίος.
Η Βερόνικα πρότεινε να του φτιάξει έναν γρήγορο καφέ πριν ξεκινήσουν. Στην κουζίνα, ανάμεσα σε φλιτζάνια και μυρωδιές φρεσκοκομμένου καφέ, η συζήτηση κύλησε φυσικά. Μιλούσαν, γελούσαν και χωρίς να το καταλάβουν, προσπαθούσαν διακριτικά να γνωρίσουν ο ένας τον άλλον. Κάθε λέξη τους έφερνε πιο κοντά.
Η μετακόμιση κράτησε ώρες. Τρία δρομολόγια, κούραση, γέλια, μικρές παύσεις για νερό και ανάσες. Όσο περνούσε η μέρα, το δέσιμο μεταξύ τους δυνάμωνε. Τα βλέμματα γίνονταν πιο ζεστά, τα χαμόγελα πιο αληθινά. Όταν όλα τελείωσαν και το νέο διαμέρισμα γέμισε ζωή, επέστρεψαν για έναν τελευταίο έλεγχο στο παλιό σπίτι.
Η Βερόνικα τότε πρότεινε να πάνε όλοι μαζί σε ένα κοντινό καφέ για να χαλαρώσουν και να φάνε κάτι. Εκεί, μακριά πλέον από την ένταση της μετακόμισης, το φλερτ έγινε πιο φανερό. Η Ραμόνα το κατάλαβε αμέσως. Και λίγο πριν φύγουν, με μια «διακριτική» δικαιολογία, τους άφησε μόνους, δίνοντάς τους τον χώρο που χρειάζονταν.
Στο τραπέζι του καφέ, τα χέρια τους συναντήθηκαν. Ο Κρίστιαν κρατούσε απαλά τα δάχτυλα της Βερόνικας, μιλώντας της με τρυφερότητα. Η οικειότητα ήρθε φυσικά, χωρίς βιασύνη, σαν να γνωρίζονταν από καιρό.
Καθώς επέστρεφαν προς το παλιό της διαμέρισμα για να πάρει εκείνος το αυτοκίνητό του, η ατμόσφαιρα στο αυτοκίνητο γέμισε συναισθήματα. Αγγίγματα διακριτικά, βλέμματα που έλεγαν περισσότερα από λέξεις. Πριν αποχαιρετιστούν, έκαναν μια τελευταία στάση στο άδειο πια σπίτι, όχι για να πουν πολλά, αλλά για να αφήσουν το συναίσθημα να μιλήσει μόνο του και το πάθος να σβήσει την φλόγα που είχε ανάψει από το πρωί.
Εκείνη τη νύχτα, και οι δύο ήξεραν πως η ζωή τους είχε μόλις αλλάξει. Μια απλή μετακόμιση είχε μετατραπεί στην αρχή μιας ιστορίας αγάπης. Μιας ιστορίας που γεννήθηκε από σύμπτωση, αλλά έμελλε να γραφτεί από την καρδιά.
