Γράφει ο Μουρτζούκος Χρήστος
Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, προχωρά στην εφαρμογή της συμφωνίας Mercosur, παρά την πρόσφατη καταψήφισή της από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στην Ευρώπη.
Η κίνηση αυτή θεωρείται αντιθεσμική από αρκετούς πολιτικούς αναλυτές, καθώς δημιουργεί ένταση μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τον περασμένο Ιανουάριο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Επιτροπή να εφαρμόσει προσωρινά τη συμφωνία μόλις επικυρωθεί από τουλάχιστον μία χώρα μέλος της Mercosur. Η κυρία Φον ντερ Λάιεν είχε δηλώσει ότι η Επιτροπή θα ξεκινήσει όταν είναι έτοιμη, αγνοώντας όμως την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Πρόκειται για μία ακόμη περίπτωση όπου οι δύο θεσμοί έρχονται σε άμεση αντιπαράθεση.
Παρά τις αντιρρήσεις, η Πρόεδρος της Κομισιόν υποστηρίζει ότι η Επιτροπή θα συνεχίσει να συνεργάζεται με όλα τα θεσμικά όργανα, τα κράτη-μέλη και τους φορείς, ώστε να διασφαλιστεί μια ομαλή και διαφανής διαδικασία. Ωστόσο, οι κινήσεις της δείχνουν αντίθεση με τα λόγια της, δημιουργώντας προβληματισμό για την εφαρμογή της συμφωνίας στην πράξη.
Η συμφωνία Mercosur θεωρείται από την ίδια ως μία από τις σημαντικότερες εμπορικές συμφωνίες του πρώτου μισού του 21ου αιώνα. Στόχος της είναι η μείωση δασμών και εμποδίων στο εμπόριο, ενισχύοντας τις εξαγωγές, τις επενδύσεις και τη συνεργασία σε τομείς όπως οι υπηρεσίες και η βιώσιμη ανάπτυξη. Παράλληλα, περιλαμβάνει πρόνοιες για την προστασία του περιβάλλοντος, των εργαζομένων και των καταναλωτών.
Ωστόσο, η συμφωνία έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον πρωτογενή τομέα της Ευρώπης. Παρά τους κανόνες της ΕΕ που απαγορεύουν τη χρήση ορισμένων φυτοφαρμάκων, τα εισαγόμενα προϊόντα από χώρες της Mercosur παράγονται με αυτά, με αποτέλεσμα να εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά και να δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός για τους Ευρωπαίους αγρότες.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η εισαγωγή ζωοτροφών, κυρίως από την Αργεντινή, οι οποίες αφορούν 20 αγροδιατροφικά προϊόντα αξίας 229,5 εκατομμυρίων ευρώ. Το μέγεθος αυτό αναδεικνύει τη σημαντική εξάρτηση της ελληνικής κτηνοτροφίας από εξωτερικές αγορές, κάτι που εγείρει ερωτήματα για την ασφάλεια και την αυτάρκεια του πρωτογενούς τομέα στη χώρα μας.
Η συμφωνία επηρεάζει επίσης την αλιεία, καθώς η Ελλάδα εξακολουθεί να εισάγει ψάρια λόγω της υπερκατανάλωσης και των χαμηλότερων τιμών των εισαγόμενων προϊόντων. Παράλληλα, εισάγονται εσπεριδοειδή και βόειο κρέας, ενώ τα υγειονομικά μέτρα που εφαρμόζονται στα εισαγόμενα προϊόντα είναι λιγότερο αυστηρά από τα αντίστοιχα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ένα άλλο σημείο έντασης αφορά την εισαγωγή αμνοεριφίων από χώρες της Mercosur, σε χώρες όπως η Ελλάδα που διαθέτει ισχυρή παραγωγή αιγοπροβάτων και προϊόντα με Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ). Η εισαγωγή ξένου κρέατος ενδέχεται να επηρεάσει την τοπική παραγωγή και να δημιουργήσει αθέμιτο ανταγωνισμό, παρότι η συμφωνία προβλέπει προστασία των ευρωπαϊκών προτύπων και των παραγωγών.
Παρά τις αντιθέσεις, η Κομισιόν θεωρεί ότι η συμφωνία θα συμβάλει στη διεύρυνση των ευρωπαϊκών εξαγωγών, στην ενίσχυση των επενδύσεων και στην ανάπτυξη συνεργασιών σε τομείς όπως η βιώσιμη γεωργία και οι υπηρεσίες. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές χώρες και οι αγροτικές ενώσεις παραμένουν επιφυλακτικές, ειδικά για τον πρωτογενή τομέα, όπου η προστασία των τοπικών παραγωγών και των καταναλωτών αποτελεί βασική προτεραιότητα.
Η εφαρμογή της συμφωνίας Mercosur από την Κομισιόν, παρά την καταψήφισή της από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αναμένεται να προκαλέσει έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις, θέτοντας σε δοκιμασία την ισορροπία μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την πολιτική διαχείριση εμπορικών συμφωνιών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
