Σε μια από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις του ασφαλιστικού συστήματος τα τελευταία χρόνια προχώρησε η Γερμανία, καθώς το νέο ιδιωτικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, διάδοχος της λεγόμενης «Riester», εγκρίθηκε από την Bundestag και σήμερα έλαβε το «πράσινο φως» και από το Bundesrat.
Η μεταρρύθμιση, που θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2027, φιλοδοξεί να επανασχεδιάσει το πλαίσιο της ιδιωτικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, ωστόσο μέχρι στιγμής δεν έχει προκαλέσει ιδιαίτερο ενθουσιασμό ούτε στους πολίτες ούτε στους φορείς της αγοράς.
Παρά τις προσδοκίες της κυβέρνησης για ένα πιο αποδοτικό σύστημα, η αντιπολίτευση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να προτείνει εναλλακτικό σχέδιο μέσα στο επόμενο έτος ή να πιέσει για συμπληρωματικές παρεμβάσεις.
Κεντρικός πυλώνας της μεταρρύθμισης είναι η κατάργηση της πλήρους εγγύησης κεφαλαίου που ίσχυε μέχρι σήμερα, δηλαδή της διασφάλισης ότι οι καταβληθείσες εισφορές θα είναι διαθέσιμες κατά τη συνταξιοδότηση. Η αλλαγή αυτή στοχεύει στην επίτευξη υψηλότερων αποδόσεων μέσω επενδύσεων στην κεφαλαιαγορά, ενέχοντας όμως και αυξημένο ρίσκο.
Το νέο σύστημα προβλέπει επίσης αναδιάρθρωση των κρατικών επιδοτήσεων. Για κάθε ευρώ που αποταμιεύεται, το κράτος θα συνεισφέρει 50 λεπτά έως ένα όριο περίπου 360 ευρώ ετησίως, ενώ για υψηλότερες εισφορές το ποσοστό μειώνεται στα 25 λεπτά ανά ευρώ. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις οικογένειες, οι οποίες μπορούν να λάβουν πλήρες επίδομα τέκνου ύψους 300 ευρώ με σχετικά χαμηλές μηνιαίες εισφορές.
Παράλληλα, για πρώτη φορά εντάσσονται και οι αυτοαπασχολούμενοι στο σύστημα επιδοτήσεων, ενώ προβλέπεται και κρατική ενίσχυση ύψους 10 ευρώ μηνιαίως για λογαριασμούς συνταξιοδοτικής αποταμίευσης παιδιών και νέων.
Ο νέος τυποποιημένος λογαριασμός χαρακτηρίζεται από ανώτατο όριο κόστους 1% και δυνατότητα διαχείρισης από δημόσιο φορέα, στοιχείο που έχει προκαλέσει αντιδράσεις από τον ασφαλιστικό κλάδο, ο οποίος κάνει λόγο για «κρατικό ταμείο».
Παρά τις ενστάσεις, η κυβέρνηση κάνει λόγο για «ορόσημο» στη μεταρρύθμιση της ιδιωτικής ασφάλισης, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος σε ένα περιβάλλον δημογραφικών πιέσεων.
