Μια άγνωστη μέχρι σήμερα «Αλεξάνδρεια» στη Μεσοποταμία φαίνεται πως βγήκε ξανά στο φως, αυτή τη φορά όχι με σκαπάνες αλλά με drones, γεωφυσικές μεθόδους και ψηφιακή χαρτογράφηση.
Αρχαιολόγοι που εργάζονται στο νότιο Ιράκ υποστηρίζουν ότι εντόπισαν τα ερείπια μιας τεράστιας, οργανωμένης πόλης, η οποία ίσως ιδρύθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. ως στρατηγικό λιμάνι στις εκβολές του Τίγρη.
Η τοποθεσία είναι σήμερα γνωστή ως Jebel Khayyaber και βρίσκεται σε μια απομονωμένη παραμεθόρια ζώνη. Ωστόσο, τα νέα δεδομένα αποκαλύπτουν ένα εντυπωσιακό αστικό αποτύπωμα: δρόμους σε κάνναβο, ναούς, βιοτεχνικές περιοχές, κανάλια και οικοδομικά τετράγωνα τέτοιου μεγέθους, ώστε να συγκαταλέγονται στα μεγαλύτερα της αρχαιότητας.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι δεν πρόκειται για έναν μικρό οικισμό ή στρατιωτικό σταθμό. Αντίθετα, η πόλη φαίνεται πως λειτούργησε επί αιώνες ως κρίσιμος εμπορικός κόμβος, συνδέοντας τη ναυσιπλοΐα των ποταμών της Μεσοποταμίας με τις θαλάσσιες οδούς του Περσικού Κόλπου και τα εκτεταμένα δίκτυα εμπορίου που έφταναν μέχρι την Ινδία.
Σύμφωνα με τη βασική υπόθεση της έρευνας, τα ερείπια αντιστοιχούν στην Αλεξάνδρεια στον Τίγρη, μια πόλη που ιδρύθηκε μετά τις ανατολικές εκστρατείες του Μακεδόνα στρατηλάτη. Αρχαίες πηγές περιγράφουν πώς η συνεχής ιζηματογένεση στη νότια Μεσοποταμία άλλαζε τον ρου των ποταμών και τη γραμμή της ακτής, καθιστώντας αναγκαία τη δημιουργία νέων λιμενικών εγκαταστάσεων κοντά στη συμβολή των ποταμών Τίγρη και Καρούν, τότε σε άμεση επαφή με τον Περσικό Κόλπο.
Με το πέρασμα των αιώνων, η πόλη εμφανίζεται στις πηγές με άλλα ονόματα, όπως Χαράξ Σπασίνου ή Χαράξ Μαισάν, και μνημονεύεται σε ρωμαϊκές επιγραφές και κείμενα, στοιχείο που δείχνει ότι διατήρησε τη σημασία της πολύ μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου.
Αυτή η διαχρονική παρουσία είναι και ο λόγος που οι αρχαιολόγοι τη χαρακτηρίζουν ως το «μεσοποταμιακό αντίστοιχο» της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου: μια σχεδιασμένη εκ θεμελίων πόλη-πύλη, τοποθετημένη στο σημείο όπου συναντώνται τα ποτάμια και τα θαλάσσια εμπορικά δίκτυα.
Χαρτογράφηση χωρίς ανασκαφές
Η σύγχρονη επανεκτίμηση της περιοχής βασίστηκε σε μια παλιά παρατήρηση. Τη δεκαετία του 1960, ο ερευνητής John Hansman είχε εντοπίσει τεράστια περιγράμματα οικισμών σε αεροφωτογραφίες της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας. Ωστόσο, οι πολιτικές αναταραχές και οι πολεμικές συγκρούσεις στην περιοχή δεν επέτρεψαν τότε την επιβεβαίωση των ευρημάτων.
Η εγγύτητα στα σύνορα με το Ιράν και η στρατιωτική χρήση της περιοχής κατά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ καθυστέρησαν για δεκαετίες τη συστηματική έρευνα. Μόλις τη δεκαετία του 2010, με βελτιωμένες συνθήκες ασφάλειας, ξένες αποστολές μπόρεσαν να επιστρέψουν και να διαπιστώσουν από κοντά την κλίμακα των οχυρώσεων: ένας εκτεταμένος περίβολος, που σε ορισμένα σημεία διατηρείται ακόμη σε σημαντικό ύψος, ορίζει τα όρια μιας πόλης πολύ μεγαλύτερης απ’ ό,τι αναμενόταν.
Οι πρόσφατες έρευνες συνδύασαν επιφανειακή καταγραφή ευρημάτων, φωτογραμμετρία με drones και μαγνητικές διασκοπήσεις, επιτρέποντας την ανασύσταση του πολεοδομικού σχεδίου χωρίς εκτεταμένες ανασκαφές.
Ιδιαίτερα καθοριστική αποδείχθηκε η μαγνητομετρία, μια μέθοδος που ανιχνεύει μικρές μεταβολές στο μαγνητικό πεδίο της Γης, οι οποίες προκαλούνται από θαμμένους τοίχους, τάφρους, κλιβάνους και άλλα ανθρώπινα κατάλοιπα.
Τα δεδομένα αποκαλύπτουν ένα σαφές σύστημα δρόμων σε κάνναβο, αλλά και μεταγενέστερες αλλαγές στον προσανατολισμό της πόλης, ένδειξη ότι ο οικισμός γνώρισε πολλαπλές φάσεις ανάπτυξης και μετασχηματισμού κατά τη μακραίωνη ιστορία του.
