Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
Το σχολείο του δάσους – Η μυθολογία σε παραμύθι
(Σύνδεση με το προηγούμενο:Προετοιμασίες για να ξεκινήσει το Σχολείο του Δάσους! «Πω, πω! Τι έχουν να δουν τα μάτια μου!» θαύμασε ο αετός και αποχαιρέτησε την κουκουβάγια. Έπρεπε να βιαστεί).
Πίσω από το βουνό είχαν αρχίσει να ακούγονται τρομακτικές κραυγές. Ένα λιοντάρι βρυχόταν με δύναμη. Βροντές, αστραπές και άνεμος λυσσομανούσαν, ταρακουνώντας την πλάση. Όλα τα ζώα του δάσους έτρεξαν να κρυφτούν τρομαγμένα.
Πέρασε ώρα. Σιγά-σιγά ησύχασαν όλα. Κι όταν ο άνεμος κόπασε, φάνηκε στον ορίζοντα ο λευκός αετός. Με δυνατή ορμή ξεπρόβαλε πίσω από το βουνό και στάθηκε μπροστά στους σοφούς. Εκείνοι άνοιξαν γρήγορα τους πάπυρους κι άρχισαν να καταγράφουν όσα τους εξιστορούσε.
Από το δέντρο ψηλά, η κουκουβάγια τέντωνε τ’ αυτιά της, μα δεν άκουγε καθαρά. Το μόνο που κατάφερε να πιάσει ήταν η φράση:
«…ο Ηρακλής σκότωσε το λιοντάρι της Νεμέας».
” Μα… το λιοντάρι αυτό δεν είπες ότι το είχε σκοτώσει;”, ρώτησε απορημένη τον αετό.
” Σουτ! Μην τα μπερδεύεις — της ψιθύρισε εκείνος — …αυτό είναι άλλο λιοντάρι!”
” Και ποια είναι η διαφορά; Θέλω να μάθω”, επέμεινε η κουκουβάγια.
Μα δεν πρόλαβε ο αετός να απαντήσει, γιατί στην κορυφή του βουνού ξεπρόβαλε η Ήρα.
” Εσύ, κουκουβάγια, αν θέλεις να μάθεις πολλά, τέντωσε τ’ αυτιά σου!”, της φώναξε αυστηρά και συνέχισε:
“Στην πρώτη φάση…”
” Στο πρώτο λιοντάρι, δηλαδή!”, διευκρίνισε ο αετός.
Η Ήρα τον κοίταξε βλοσυρά.
“Τι πετάγεσαι και εξηγείς εσύ; Αν η φίλη σου η κουκουβάγια δεν μπορεί να σκεφτεί μόνη της, ας μην καταλάβει τίποτε. Δεν έχω χρόνο για τους ανόητους!”
“Πςςς! — θαύμασε ο αετός. — Κατάλαβες, φιλενάδα; Δεν είναι για όλους αυτά που λέει η θεά!”
Μα η κουκουβάγια τον αγνόησε. Ήθελε να μάθει και θα μάθαινε. Τέντωσε, λοιπόν, τ’ αυτιά της και περίμενε.
“Συνεχίζω και μη με διακόψει κανείς! — πρόσταξε η Ήρα. — Στην πρώτη φάση, ο άνθρωπος έχει χοντροκομμένες δυνάμεις, όπως χοντροκομμένο είναι και το μυαλό του.”
” Κάτι σαν πρωτόγονος δηλαδή;”, ρώτησε ο αετός.
” Ενστικτώδης! Ενστικτώδης!”, πετάχτηκε η κουκουβάγια, περήφανη για τις γνώσεις της.
” Σιγά μη μας τον πεις και άνθρωπο των σπηλαίων!”, αντιμίλησε ο αετός, φτερουγίζοντας νευριασμένος.
” Παιδιά, μη μαλώνετε! — είπε η Ήρα — Μπορεί να είναι και τα δύο και ακόμα περισσότερα. Το βέβαιο είναι πως δεν έχει μεγαλοπρέπεια. Μπορεί να είναι από σκληρός μέχρι χυδαίος. Στη δεύτερη φάση, όμως, παραμένει τραχύς, επιθετικός, σκληρός, αλλά αποκτά κάτι που σε εντυπωσιάζει. Μπορεί και να τον θαυμάζεις. Έχει μεγαλοπρέπεια.”
“Και είναι αρκετό αυτό για να είναι άξιος;”, ρώτησε ο αετός.
” Όχι, βέβαια! Για να γίνει πραγματικά άξιος, πρέπει να καλλιεργήσει και το μυαλό του…”
“Κατάλαβα! Πάω να του το πω!”, την διέκοψε ο αετός, ανοίγοντας τα φτερά του.
” Στάσου, ασυγκράτητο πουλί, γιατί θα σου φορέσω λεοντή! — τον σταμάτησε η Ήρα. — Θα του τονίσεις ότι πρέπει ν’ αναπτύξει τις ανώτερες σφαίρες του μυαλού του. Χωρίς αυτές, παραμένει ένα μεγαλόπρεπο αγρίμι.”
” Και πώς θα το καταφέρει;”, ρώτησε ευγενικά η κουκουβάγια.
” Μέσα από δρόμους πνευματικής ανάπτυξης, καλή μου”, απάντησε η Ήρα το ίδιο ευγενικά.
” Και πού βρίσκονται αυτοί οι δρόμοι, σεβαστή θεά;”, ξαναρώτησε η κουκουβάγια.
” Εκεί όπου τελειώνει το προσωπικό μικροσυμφέρον και αρχίζει το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο. Εκεί που κυβερνούν οι αρετές. Τότε, ό,τι και να κάνεις, το κάνεις με άλλον τρόπο, γιατί το μυαλό σου λειτουργεί αλλιώς!”
“Σε άλλη οκτάβα!”, πρόσθεσε με σιγουριά η κουκουβάγια.
Ο αετός την κοίταξε σαστισμένος.
” Μπράβο! Της κόβει το μυαλό!”, μουρμούρισε και πέταξε προς το βουνό.
Είχε δουλειά να κάνει.
