Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
7η συνέχεια
Σύνδεση με το θέμα: «Παρακαλώ, καθίστε στις θέσεις σας. Αρχίζει το Φεστιβάλ!» Ακούστηκε η φωνή του αετού. Χτύπησε ρυθμικά τις φτερούγες του –Τοκ! Τοκ! Τοκ!– και ξαναείπε δυνατά:
«Αγαπητοί μου συμπολίτες! Εδώ θα μάθετε την αλήθεια: τι κρύβεται πίσω από τους άθλους του Ηρακλή!»
Κάθε σούρουπο, όταν ο ήλιος έγερνε να κρυφτεί,( τα πλάσματα του δάσους) ξάπλωναν κάτω από τα δέντρα για να ξεκουραστούν. Στην αρχή, κανείς δεν είχε προσέξει πως όλα αυτά τα δέντρα βρίσκονταν κοντά στη βελανιδιά. Όταν το κατάλαβαν, είχαν πια συνηθίσει τη φωνή της κουκουβάγιας.
«Δεν καταλαβαίνουμε τι λέει, αλλά κοιμόμαστε πιο καλά με τη φωνή της», έλεγαν μεταξύ τους.
Η φήμη απλώθηκε γρήγορα. Από στόμα σε στόμα, από ζώο σε ζώο, μέχρι που ερχόντουσαν όλο και περισσότερα πλάσματα του δάσους, από περιέργεια, μα το καθένα κουβαλούσε και τις συνήθειές του: άλλο έσκαβε το χώμα, άλλο ροκάνιζε ξύλα, άλλο μούγκριζε, άλλο βέλαζε… κι όλα μαζί έκαναν θόρυβο.
«Πώς θα ακούγεται τώρα η φωνή της κουκουβάγιας;» αναρωτήθηκε ένα βράδυ ο αετός.
Ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκε σοβαρά μαζί με τη φιλενάδα του. Ως το ξημέρωμα είχαν βρει τη λύση.
Λίγες ώρες μετά, κάλεσαν τους σοφούς και έκαναν σύσκεψη.
«Το Σχολείο του Δάσους αλλάζει!» ανακοίνωσε ο αετός στην Ήρα. Και χωρίς να χάσουν χρόνο, άρχισαν οι προετοιμασίες.
Ο αετός μπαινόβγαινε στα σύννεφα γεμάτος φούρια, ψιθυρίζοντας μυστικά στην κουκουβάγια. Οι σοφοί είχαν κλειστεί στην καλύβα τους και κανείς δεν ήξερε τι σκαρώνουν.
Το μυστήριο λύθηκε όταν, μια μέρα, η πόρτα της καλύβας άνοιξε. Στο άνοιγμα στάθηκε ένας σοφός, κρατώντας έναν πάπυρο και κοιτώντας ψηλά στον ουρανό. Ο αετός στάθηκε μπροστά του, πήρε τον πάπυρο στο ράμφος του και πέταξε μακριά.
Λίγη ώρα μετά επέστρεψε, χωρίς τον πάπυρο. Πλησίασε την κουκουβάγια και της ψιθύρισε:
«Όλα είναι έτοιμα. Η πρόσκληση δόθηκε!»
Η κουκουβάγια έτριψε τις φτερούγες της από χαρά.
«Και τώρα… θα περιμένουμε όσο χρειαστεί!» αποκρίθηκε χαμηλόφωνα και κούρνιασε στα πυκνά φυλλώματα της βελανιδιάς.
Οι μέρες περνούσαν ήσυχα. Τα ζώα ζούσαν όπως ήξεραν, ενώ ο αετός, η κουκουβάγια και οι σοφοί συνέχιζαν τα κρυφοσχέδιά τους. Η Ήρα είχε κρυφτεί μέσα στα σύννεφα.
Και τότε, ένα λαμπερό πρωινό, ενώ ο ήλιος άπλωνε φως σε όλη την πλάση, φάνηκε να πλησιάζει ένα μεγάλο λιοντάρι. Στο λαιμό του κρεμόταν, δεμένος με κλαδάκι αλυγαριάς, ένας γνώριμος πάπυρος. Προχωρούσε καμαρωτό, με σταθερά βήματα.
Τα ζώα ξαφνιάστηκαν. Πρώτη φορά έβλεπαν από κοντά τον βασιλιά του δάσους και ένιωσαν τιμή που τους επισκεπτόταν. Παραμέρισαν για να περάσει μπροστά απ’ όλους και να καθίσει μεγαλόπρεπα στη θέση του.
Τότε ακούστηκε η φωνή του αετού:
«Παρακαλώ, καθίστε στις θέσεις σας. Αρχίζει το Φεστιβάλ!»
Χτύπησε ρυθμικά τις φτερούγες του –Τοκ! Τοκ! Τοκ!– και ξαναείπε δυνατά:
«Αγαπητοί μου συμπολίτες! Εδώ θα μάθετε την αλήθεια: τι κρύβεται πίσω από τους άθλους του Ηρακλή!»
«Α, τον παγαπόντη τον Ηρακλή! Το ήξερα ότι κάπου κρύβει τις βρομιές του!»- γούρλωσε τα μάτια το αγριογούρουνο και –γουτς, γουτς– έσκαψε το χώμα με ικανοποίηση.
«Αχάάά! Έχουμε και μυστικά εδώ!»- τσίριξε η αλεπού, γεμάτη περιέργεια.
«Τι είναι άτλος;»- ρώτησε ντροπαλά ένα κουνελάκι, μασουλώντας μια αγριόριζα.
«Άθλος, αγαπητό μου! Άθλος, θα λες» -το διόρθωσε η κουκουβάγια και γύρισε προς όλους: «Ο άθλος στον ενικό, οι άθλοι στον πληθυντικό!»
«Πω πω! Πόσα ξέρει!»- θαύμασαν τα ζώα.
«Σιωπή! Ν’ αρχίσει το φεστιβάλ!»- βρυχήθηκε το λιοντάρι.
«Τι θα πει φεστιβάλ;»- ρώτησε μια αγελάδα που έβοσκε αμέριμνη.
«Σουτ! Μην το δείχνεις ότι δεν ξέρεις! Δεν βλέπεις; Είναι όλοι οι σπουδαίοι εδώ!»- τη μάλωσε ο λαγός, παίρνοντας αναπαυτική θέση κάτω από ένα χαμόκλαδο.
