
Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος
Άγιες γυναίκες
Άγιες γυναίκες,
όταν σας κοίταξα
ο κόσμος έγινε
ένα δωμάτιο φωτεινό
με ένα κρεβάτι σιδερένιο
ένα παράθυρο που έβλεπε
σε μια αυλή γεμάτη γαρύφαλλα .
Τα χέρια σας μύριζαν
σαπούνι και γιασεμί.
Μα κάτω απ’ το άρωμα
κρυβόταν ο ιδρώτας της μέρας
ένας φόβος μικρός.
Άγιες γυναίκες,
μάτια που έμαθαν
να κοιτούν μακριά
για να μην προδώσουν το δάκρυ,
Σας είδα να γδύνετε τη μοναξιά σας
όπως βγάζει κανείς ένα ρούχο παλιό
και να μένετε μπροστά μου
με μόνο πουκάμισο την καρδιά.
Στο σκοτάδι το σώμα σας
ήταν μια υπόσχεση σωτηρίας,
κόσμος μεγάλος
συνέχεια φυλαγμένου μυστικού.
Το φιλί σας
δεν ήταν αθώο,
ήταν μια μικρή ανταρσία
ενάντια στον χρόνο
που μας χωρίζει.
Άγιες γυναίκες,
όταν ακουμπούσα το μέτωπό σας
άκουγα τη θάλασσα.
τη μεγάλη, τη μυστική,
εκείνη που κρατάει μέσα της
όλα τα γραφτά
μιας ζωής καταραμένης.
Στις παλάμες σας
κοιμήθηκε η ελπίδα μου,
όταν ξυπνούσα τη νύχτα
και σας έβλεπα
να ανασαίνετε δίπλα μου,
πίστευα πως ο κόσμος
μπορεί να σωθεί
από ένα μόνο άγγιγμα σας.
Άγιες γυναίκες,
εσείς που μάθατε να αγαπάτε
χωρίς να ζητάτε τίποτα,
που δίνατε το σώμα σας
σαν να δίνατε ψωμί,
πώς να σας εξηγήσω
πως κάθε σας χάδι
ήταν μια επανάσταση
πιο μεγάλη
από όλες τις σκέψεις
Κι αν κάποτε φύγατε
αφήνοντας στο μαξιλάρι
μια εσοχή ζεστή,
εκεί κατάλαβα
πως ο έρωτας δεν τελειώνει
απλώς αλλάζει δωμάτιο
και μας περιμένει
στην άλλη άκρη της σιωπής.
Άγιες γυναίκες,
όταν σας θυμάμαι
ο κόσμος μικραίνει
γίνεται ξανά ένα κρεβάτι,
δύο σώματα, κι ένα φως
που δεν θέλει να σβήσει.
Κι έτσι, χωρίς να το ξέρετε,
γίνεστε η αρχή της ζωής
κάθε φορά που κάποιος ελπίζει.
Δεν κλαίτε,
μόνο προχωράτε
μπροστά απ’ όλους
κρατώντας στην αγκαλιά σας
το μέλλον.
Κι εμείς, μια μέρα,
θα πούμε πως η ζωή
άρχισε από τα χέρια σας.
