Γράφει η *Μαρία Σταυρίδου
Και κάπου εκεί…
ανάμεσα στην ανάγκη μου να νιώσω ξανά ζωντανή
κι στην ανάγκη ν΄ αποδεχθώ πως συνεχίζεται η ζωή,
έσκυψα και σε φίλησα…
Άφησα την ανάσα να ξεκουραστεί για λίγο
να βρει καταφύγιο, μια γωνιά ζεστή…
Θυμήθηκα πως το φεγγάρι λάμπει
ακόμη και όταν εξαφανίζεται απ΄ τη ματιά μου κάθε πρωί,
πως η θάλασσα συνεχίζει και νανουρίζει τη Γοργόνα
ακόμη και μέσα σε βαθιά σιωπή,
πως η αμυγδαλιά ανθίζει πιο όμορφη, μετά από καταστροφή…
Ανάγκη σκοτεινή… να βρω το φως,
να το πείσω ν΄αγγίξει για λίγο την ψυχή.
Μια αόρατη κατάρα που καραδοκεί
που με ντύνει νύφη μετά από κηδεία κρυφή
που με καταρρακώνει, ενώ με φιλάει γλυκά κάθε αυγή
που μου ψιθυρίζει πως τελικά θα μείνω μοναχή.
Φίλα με και εσύ…
κάνε με να νιώσω
πως ότι και αν γίνει, η ζωή δεν θα κρυφτεί,
θα πολεμήσει και την ανία
και την απάτη και την ψεύτικη ηδονή.
Θα ντυθεί ιππότης με πανοπλία αγκαθωτή
Θα ντυθεί κήρυκας σε ιερή αποστολή
Θα ντυθεί εραστής που όλα τα μπορεί
Και κάπου εκεί…
μέσα στην αγκαλιά που είναι τόσο ζεστή
και στην αγωνία πως η ψυχή θα χαθεί,
αφήνομαι μάτια μου ψιθυρίζοντας
‘…ζωή δική μου δεν θα χαραμιστεί…’

