Του Βασίλη Καπράλου
Ποίηση· ρίζα ποιώ, φτιάχνω, δημιουργώ. Ο ποιητής δημιουργεί και ο αναγνώστης χτίζει πάνω σε αυτή τη δημιουργία το όνειρο, την αίσθηση, τη ζωή.
Χωρίς περιορισμούς χωροχρόνου, μόνο με το συναίσθημα και τη φαντασία. Ο πεζός λόγος έχει τη δυνατότητα να ξυπνά το νού, να δονεί την καρδιά, να πετά την ψυχή, όμως το μονοπάτι που θα διαβείς αναγνώστη στο έχουν προκαθορίσει.
Η ποίηση, είναι ορίζοντας, που όσο και αν προσπαθήσεις να τον φτάσεις, τόσο αυτός απομακρύνεται. Εδώ ο αναγνώστης συνθέτει, απλώνει, φωτίζει, ζωγραφίζει με τις δικές του νότες, το δικό του φως, τα δικά του χρώματα, το στίχο που διαβάζει· του δίνει λίγο από το φως της ζωής του, από το λάδι των εμπειριών του, από το απόσταγμα των σκέψεών του και το αφήνει ν’ αρμενίσει λευκό βαρκάκι με πανί σε ούριο άνεμο, σε θάλασσα με ‘’ανεπαίσθητο’’ κύμα.
Ο ίδιος αναγνώστης κάθε φορά που διαβαίνει τον ίδιο στίχο αναγνωρίζει άλλη έννοια, άλλη εικόνα, άλλο φως, άλλο χρώμα νου και ψυχής.
Αυτή είναι η λάμψη του ποιητή.
Εδώ συνάντησα το Βασίλη Καπράλο· απλό και ταυτόχρονα σύνθετο, καλότροπο και δύσκολο, βατό και κακοτράχαλο, πένητα και πλούσιο.
Με κάθε νέο ανάγνωσμα αισθάνεσαι οτι κάτι έχει διαφύγει από το προηγούμενο, το ταξίδι ανάμεσα στις λέξεις δεν τελείωσε και σε καλεί να ξαναδιαβάσεις απ’ αρχής το ίδιο ποίημα πάλι και πάλι και πάντα αναβλύζει κάτι γάργαρο – κάνε πανί την προσταγή του : ‘’…μη σταματήσεις όνειρα να θες κι ας μη σε θένε…’’ βροντοφωνάζει· γιατί…;
Και ο ίδιος απαντά αλλού: ‘’ χρώματα έντονα που σε περπάτησαν πίνακα πίσω τους, εσέ, ζωγράφισαν! ‘’
Παναγιώτης Τσαφταρίδης
Ιατρός Αιματολόγος
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Η ποίηση είναι μια οπτική.
Είναι επιλογή·
στη θέα ενός υπερωκεανίου, να ταυτιστείς με τα νερά που στροβιλίζει η
προπέλα του,
ή ακόμα ακόμα να προσκολληθείς, στο σύνθημα που φέρει στην πλευρά
του,
αντί το μάτι σου να μείνει στα χιλιάδες φώτα του, τον όγκο τον τεράστιο και τα κρύσταλλά του, που απαστράπτοντα θολώνουνε δυο οικοδομικά τετράγωνα.
Εσύ θα επιλέξεις.
Θέλει σκηνοθεσία η ποίηση.
Είναι περίεργο πως το μάτι χαίρεται και η αίσθηση προτιμά, το μεγαλύτερο.
Το περισσότερο.
Ένα παιδί θα διάλεγε το μεγαλύτερο κομμάτι γλυκού μεταξύ ίσων.
Εκείνη τη μερίδα φαγητού με τις πιο πολλές πατάτες, το πιο ογκώδες
κομμάτι κρέατος, το πιο
γεμάτο ποτήρι με το αναψυκτικό.
Δε χρειάζονται περισσότεροι ή άλλου είδους παραλληλισμοί για το
πολύ, στη φύση…
Και εδώ τα παραδείγματα της μέσης εκπαίδευσης και διάνοιας σταματούν και αρχίζει ένα πείραμα. Ένα πραγματικό πείραμα.
Πιάνεις στα χέρια σου ένα βιβλίο. Ένα πραγματικά λεπτό βιβλίο.
Το βιβλίο ενός ποιητή.
Το βάρος του δεν αποτελεί εχέγγυο πως έχει κάτι μέσα που μπορεί να σε
σώσει, να σε αλλάξει, να σε αφυπνίσει, να σε εμπνεύσει, να σε ταξιδέψει.
Πόσο μάλλον δε σου δίνει καν την εντύπωση ότι δικαιολογεί το αντίτιμό του.
Κι όμως την εποχή των συνθημάτων και των επιγραφών, τίποτα πιο
βολικό από μια ενέργεια συμπυκνωμένη. Μια βιταμίνη που έχεις πάντα
στο τσεπάκι σου. Ένα χαριτωμένο φυλαχτό.
Αγχωμένος ο νεοέλληνας περιεργάζεται ένα ογκώδες βιβλίο από το
τέλος προς την αρχή. Δεν είναι ανορθόδοξο. Επειδή αμφιβάλλει για το
αν θα το τελειώσει, κλέβει εικόνες από την αυλαία τέλους, μήπως
ανατρανίσει και το πάρει απόφαση.
Το ποίημα από την άλλη σε αφήνει να προηγηθείς, να το διατρέξεις
από την αρχή ως το τέλος ξανά και ξανά. Να το φιλτράρεις. Να το μεταφράσεις. Να το ακολουθήσεις εκεί που πάει. Να το πας εσύ, όπου σε
συμφέρει και όπου έχεις μάθει να πηγαίνεις από μόνος σου.
Το ποίημα δεν έχει ανάγκη από επιτηδευμένες λέξεις, για να δουλέψει.
Είναι απλό. Όχι απλοϊκό. Δε χρειάζεται φανφάρες ούτε κονφετί. Είναι
εργαλείο να κάνεις τη δουλειά σου. Είναι ψωμί προζυμένιο να κορέσεις
γνήσια την πείνα σου. Είναι μια πένσα να χαλαρώσεις τα σφιχτά τα μυστικά της ζωής, που έχουν πιάσει σκουριά και αντισκέκονται.
Το ποίημα είναι εκεί, μέχρι να ωριμάσεις. Μέχρι να συντονίσεις τα
αφτιά σου σε εκείνες τις μοναδικές του τις συχνότητες. Μέχρι να σε
κερδίσει.
Το ποίημα είναι εκεί σαν το βουνό, που σου γυρεύει να το ακούσεις.
(Νικηφόρος Βρεττάκος)
Μέχρι να γίνεις οπαδός του φανατικός.
Μετά φωτίζει σα φάρος μέσα στο κεφάλι σου.
Κάθε φορά που το ανακαλείς.
Κάθε φορά που τα διλήμματα, που πραγματεύεται, έρχονται μόνα τους
στη ζωή να σου κάνουν επίσκεψη, απρόσκλητα…
Το ποίημα είναι καταφύγιο, όταν σε κατατρύχει ο φόβος του θανάτου.
Όχι όταν στον φέρνει μουσαφίρη η γραφή, μα όταν η ζωή σε βάφει με τα
χρώματά του.
10 Βασίλης Καπράλος
Της Αθηνάς Παλλάδας προίκα από το πέπλο της,
σεντόνι στο τραπέζι των εννιά Μουσών·
που ο Ξένιος Δίας πάνω του
του Αλεξάνδρου τάισε τις ορδές
και δείπνο επίσημο, παρέθεσε,
στο υψηλό Βυζάντιο
και στους Παλαιολόγους.
Στα χρώματά σου χάθηκα, στη θάλασσα
αντικρύζοντας το άσπρο και το μπλε,
που αντιμάχονται ειρηνικά,
στην ιστορία για να δικαιολογήσουν,
πλοιάριο εμπορικό, που για το δίκιο του,
έγινε, πολεμικό.
Μεσ’ στις λωρίδες σου να ξαποστάσω και να ορκιστώ
με τις εννιά τις συλλαβές, για ‘’Λευτεριά ή Θάνατο’’.
Να κατοικήσω μεσ’ στα βήματα εκείνων των προγόνων.
Πυξίδα να σε βάλω κι αστρολάβο,
στων άλλων τα κελεύσματα, να μη χαθώ ανάμεσα.
Στην πλάτη να σε βάλω σκέπασμα, όταν ο φόβος με παγώνει.
Τον ουρανό κατέβασες στης πίστης τα φουρνέλα,
– το ράσο του παπά σημαία έκανες, –
με δυο λωρίδες φουστανέλα!
Συνεχίζεται—->
Σύντομο βιογραφικό
Ο Βασίλης Καπράλος γεννήθηκε το Σεπτέμβρη του 1980 στην Αθήνα.
Λουσμένος στα διαπόρια του Αιγαίου, παρέα με τις μπρατσέρες και τα
λευκά εκκλησάκια, ανοίγει δράσκελο για το Λάδωνα και το Λούσιο να ξεπλύνει την
αλμύρα και να δροσιστεί δίπλα στα πλατάνια, στις ασημοϊτιές και τους σφενδάμους.
Αφήνει τις γοργόνες και τις Νηρηίδες της Αστροπαλιάς και στήνει το χορό με τις Νύμφες και τις Μούσες της αρκαδικής γης.
Αφήνει τους θαλασσόδαρτους βράχους και παλινδρομεί ανάμεσα σε μια χρυσή διμούτσουνη πιστόλα -ενθύμιο στο σελάχι του παλιού πατρικού του- και το νόστιμον ήμαρ της εορτής του Αγίου Δημητρίου στο Αφεντικό.
Τεντώνει το τόξο του θαρρετά, να ξορκίσει όσα μας απειλούν και αφήνει δυο βέλη να φύγουν στο άγνωστο, με εχθρό τη βαρύτητα και το χρόνο…
Δυο βέλη ζωντανά από εκείνα που μέσα στο εργαστήρι της οικογένειας βελτιώνονται μέρα με τη μέρα.
Ζει και εργάζεται στο Χαλάνδρι, όπου και τελειοποιεί τα μικρά ακόμα βέλη του, τη Μαρία και τη Χριστίνα.
