Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
(13η συνέχεια)
(Σύνδεση με το θέμα: Ο πατέρας-ένας αγνός πατριώτης- κρατούμενος στην εξορία λόγω κατηγοριών εμπάθειας και κακίας ατόμων. Έχει “κοπεί” ο μισθός του από τους “κρατούντες”. Το τί θ΄απογίνουν η γυναίκα του και το παιδί του δεν τους ενδιαφέρει. Πώς θα μεγαλώσει αυτό το παιδί; Δεν τους ενδιαφέρει. Κι όταν λείπει ο πατέρα-το στήριγμα- αναλαμβάνει ο δρόμος να μεγαλώσει αυτό το παιδί…και ο Θεός βοηθός!
Ο ΔΡΟΜΟΣ – ΟΙ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ- & Η ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
– Είχαμε κι εμείς αλεύρι, και μάλιστα δικό μας, όχι αγορασμένο από τον μπακάλη. Μας το έφερε ο Στάθης, που ήρθε από τα Καμάρια για να μας δει, και είχε μαζί του ένα μεγάλο καλάθι με πολλά τρόφιμα.
Ο Στάθης μας είχε μεγαλώσει πια. Δεν φαντάζομαι να του έδινε ακόμα χαστούκια η γιαγιά.
—Ο Στάθης είναι θείος μου, είπα στον Τάκη και πρόσθεσα, βέβαια, ότι είναι αδελφός του μπαμπά μου, έχει ποδήλατο και πηγαίνει στο Γυμνάσιο.
Ε, λοιπόν, είναι σπουδαίο πράγμα να έχεις θείο! Με έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε στις «καραμελούδες». Έτσι λέγαμε τα κορίτσια που είχαν το μαγαζάκι με τις καραμέλες στη γειτονιά. Κάθε λογής καραμέλες! Τις έφτιαχνε ο πατέρας τους σ’ ένα μεγάλο δοχείο που έμοιαζε με καζάνι. Όταν ήταν έτοιμες, τις φόρτωνε στο καροτσάκι του, που είχε ρόδες, και τις πουλούσε σε όλες τις γειτονιές.
Το μαγαζάκι τους μοσχομύριζε καβουρδισμένη ζάχαρη και οι «καραμελούδες», οι κόρες του, μοσχομύριζαν κανέλα και καβουρδισμένο σουσάμι. Είχαν μάτια λαμπερά και δόντια αστραφτερά, μα δεν έμαθα ποτέ πόσες ήταν. Έτσι που πηγαινοέρχονταν με φούρια και γέλια, ξεχείλιζε το μαγαζί από καραμελλούδες και γέμιζε η γειτονιά από τη χαρά τους.
Με πήρε, λοιπόν, ο Στάθης από το χέρι και πήγαμε στο μαγαζάκι. Μου αγόρασε καραμέλες, μ’ έστειλε πίσω στη μαμά κι αυτός ξέμεινε εκεί. Ξέχασε να γυρίσει στο σπίτι μας.
—Στάθη, μη ξημεροβραδιάζεσαι εκεί! Θα σου σπάσει το κεφάλι ο γερο-καραμελάς, τον προειδοποίησε η μητέρα.
Και πότε τον ξαναείδαμε; Την ημέρα που ήταν να φύγει για το χωριό του.
—Πες της μάνας να μας στείλει λίγο λάδι και κανένα αυγό για το παιδί, του ζήτησε η μητέρα.
Δεν ήθελα ντε και καλά τα αυγά. Κάνα κανατάκι, όμως, θα ήθελα να μου έστελνε η γιαγιά. Και περίμενα. Και τον Στάθη μας πάλι τον περίμενα. Δεν πειράζει που δεν μαζεύεται στο σπίτι. Βγαίνουμε εμείς έξω, να δούμε πού βρίσκεται πάλι —κι έτσι τον αγαπάω πολύ. Γι’ αυτό… επειδή βγαίνουμε έξω.
Κι εκεί έξω είναι τα κάρα. Τα σέρνουν άλογα και βροντάνε οι ρόδες τους πάνω στην άσφαλτο. Τσαφ-τσαφ το καμουτσίκι στον αέρα ο αμαξάς, κι αυτά τριποδίζουν. Τα παιδιά της γειτονιάς τρέχουν ξοπίσω τους και σκαρφαλώνουν στο κάρο. Ανέβηκα κι εγώ. Σκαρφάλωσα και βρέθηκα στα ψηλά. Πήγα ως τη στροφή του δρόμου κι εκεί πήδησα κάτω. Γύρισα πίσω, κοντά στο σπίτι μας, και περίμενα να περάσει το επόμενο κάρο.
Ε, αυτό πια δεν ήταν παιχνίδι! Ήταν ταξίδι ολόκληρο. Κοιμόμουν το βράδυ γρήγορα-γρήγορα, για να περάσει η νύχτα, να έρθει το πρωί και να ξαναβγώ στον δρόμο, που περνούν τα κάρα.
Χοπ! Ένα σάλτο, και νά’ με στα ψηλά. Μέχρι που μια μέρα… ο δρόμος μπερδεύτηκε, όπως φαίνεται. Εγώ πήδησα κανονικά, κρατήθηκα καλά και έβαλα δύναμη να σκαρφαλώσω. Όπως είπα, όμως, ο δρόμος φαίνεται πως μπερδεύτηκε και γύρισε κατά πίσω. Μαζί του πήρε και το κάρο, που όρμησε κατά πάνω μου. Έκλεισα τα μάτια και τ’ άφησα όλα να με πλακώσουν.
Ξύπνησα στο κρεβάτι μου κι η μητέρα μου είπε πολύ αυστηρά ότι δεν θα ξανανέβω στο κάρο, διότι «παραλίγο να σκοτωθείς!», μου τόνισε. Ε, αφού ήταν τόσο σοβαρό το ζήτημα, δεν ξανανέβηκα. Δεν ήταν και τόσο ευχάριστο να με πάνε με τον παπά και με τους ψάλτες, όπως πήγαιναν πολλούς άλλους κάθε μέρα.
Κάθε μέρα ακούγαμε μία βουή από μακριά. Στήναμε τ’ αυτί μας και πεταγόμασταν στον δρόμο.
—Κι άλλοοος! φώναζαν τα παιδιά της γειτονιάς.
Στεκόμασταν στο πεζοδρόμιο και παρακολουθούσαμε την πομπή. Μπροστά ο παπάς —καμιά φορά και παπάδες— πίσω ο πεθαμένος μέσα στη μακριά του κάσα, που την κουβαλούσαν στον ώμο τους μεγάλοι άντρες, κι από κοντά κόσμος με μαύρα ρούχα και κλάματα.
Περνούσαν, απομακρύνονταν, χάνονταν στη στροφή του δρόμου. Πήγαιναν στο νεκροταφείο, που ήταν λίγα μέτρα πιο πέρα από το σπίτι μας. Το ήξερα ότι ήταν εκεί, αλλά δεν το είχα δει ποτέ. Δεν μ’ ένοιαζε και να το δω. Μόλις έσβηνε η πομπή στη στροφή, το ξεχνούσα —μέχρι ν’ ακουστεί πάλι από μακριά η βουή και η γνωστή ψαλμωδία.
—Άλλοοος! φώναζα —το είχα μάθει κι αυτό— και νά’ με στο πεζοδρόμιο, να τα δω όλα από κοντά.
—Μη χειρότερα… Παναγία μου! Τι δρόμος είν’ αυτός! σταυροκοπιόταν η κυρία Τασία κι έκλεινε τα πατζούρια της.
Γιατί τα έκλεινε; Θα μπορούσε να μετράει τους πεθαμένους, όπως έκανα εγώ με όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Δεν ήξερα τα ονόματά τους, αλλά τα γνώριζα και με γνώριζαν. Έξω στον δρόμο ήμασταν πάντα μαζί —αλλά και χώρια. Ο καθένας χάζευε μόνος του, μα πίσω απ’ τους αρκουδιάρηδες και τους πεθαμένους γινόμασταν όλοι μία παρέα.
Μια μέρα όμως έμεινα ολομόναχη. Έτσι ήθελα. Να μη βλέπω και να μην ακούω κανέναν. Ούτε τα παιδιά, ούτε τις φωνές τους, ούτε τίποτα. Μόνο ν’ ανοίγω τ’ αυτιά μου και ν’ αφουγκράζομαι εκείνη τη μουσική, που έφτανε από μακριά.
Έτσι ακριβώς ήρθε… από μακριά. Ανάμεσά της, ξεψυχισμένη, ακουγόταν και η ψαλμωδία.
Πετάχτηκα στο πεζοδρόμιο. Κάτι αλλιώτικο γινόταν σήμερα. Και είδα..
Μπροστά-μπροστά οι παπάδες. Πολλοί παπάδες. Από πίσω ακολουθούσε ο κόσμος, μαζί με τη μουσική. Η μουσική, μου φάνηκε, ήταν μόνη της, αλλά γρήγορα μπερδεύτηκε με τον κόσμο, ώσπου τους σκέπασε όλους. Δεν φαινόταν πια τίποτα. Ούτε οι αξιωματικοί, ούτε οι στρατιώτες, που είχαν μπει στη γραμμή και περπατούσαν αργά, πολύ αργά, με σοβαρότητα, σούρνοντας κάθε βήμα τους μαζί με τη μουσική.
Ούτε καν τα γαλόνια δεν φαίνονταν πια, που γυάλιζαν από μακριά και τα θαύμαζε η γειτονιά, μαζί με τα παράσημα. «Στρατηγός θα ήταν ο μακαρίτης», έλεγαν οι άνθρωποι που στέκονταν στο πεζοδρόμιο κι έκαναν τον σταυρό τους.
Κι η πομπή με τον στρατηγό στην κάσα πέρασε. Κι έμεινε η μουσική. Μέσα μου, γύρω μου, κοντά μου, παντού. Δεν μιλούσα. Άκουγα. Όλη μέρα την άκουγα μέσα στ’ αυτιά μου, κι όλα μέσα μου φούσκωναν παράξενα. Ακόμα και το αίμα στις φλέβες μου χτυπούσε πιο δυνατά.
Το απόγευμα με πήρε η μητέρα και πήγαμε επίσκεψη στη γειτονιά. Καθίσαμε στη σάλα και μας πρόσφεραν γλυκό του κουταλιού. Δεν ήθελα να το φάω, αλλά δεν άντεχα και να βλέπω τους άλλους να μασάνε. Γύρισα προς τον τοίχο. Πέρασα τα πόδια μου στο άνοιγμα του καναπέ, ακούμπησα το σαγόνι στο ξύλινο πίσω μέρος και κοίταζα τον τοίχο. Έτσι δεν έβλεπα τους ανθρώπους, αλλά άκουγα… Άκουγα τη μουσική εκείνη, ζωντανή ολόκληρη μέσα μου. Κι ύστερα ανέβηκε ψηλά, γέμισε τον λαιμό και βγήκε ολόκληρη μέσα από τα δάκρυά μου. Πλημμύρισαν τα μάγουλά μου, έτρεχαν και μούσκευαν τον γιακά μου.
—Τι έχει το παιδί; ανησύχησαν οι άνθρωποι στη σάλα.
—Κλαίει τον στρατηγό, τους εξήγησε η μητέρα. Και όλοι γέλασαν.
Μα δεν μου έδωσα και πολλή σημασία. Μου ήταν αρκετό που με άφηναν ήσυχη. Μόνο που ήθελα να τους πω πως δεν έκλαιγα τον στρατηγό. Έκλαιγα γιατί αυτή η μουσική ήταν η πιο όμορφη που είχε ακουστεί ποτέ στη γη. Έτσι μου το έλεγε η ψυχή μου. Κι ένιωθα πως η ομορφιά της είχε γίνει δάκρυα, καυτά, για να αντέξει η καρδιά μου.
Ήθελα να τα εξηγήσω αυτά στη μαμά, αλλά δεν ήξερα πώς. Και τότε τα δάκρυα δυνάμωναν.
—Αυτή είναι η κλασική μουσική, είπε η κυρία Τασία. «Κλασική μουσική, κλασική μουσική…» επαναλάμβανα από μέσα μου, για να μην ξεχάσω το όνομα. Να το ξέρω, όταν την ξανακούσω.
Μα από κανέναν στη γειτονιά δεν την ξανάκουσα. Όλοι τραγουδούσαν:
“Η κοπέλα μες στα χόρτα τον φαντάρο καρτερεί, μα αυτός δεν θα γυρίσει, τη ζωή του έχει χαρίσει στην πατρίδα την τρανή.”
Το τραγουδούσα κι εγώ, δυνατά. Πολύ δυνατά. Και το ευχαριστιόμουν. Η κυρία Ελένη, που με άκουγε απ’ το διπλανό σπίτι, έκλαιγε και μου έλεγε να σταματήσω. Γιατί να το σταματήσω; Εγώ στενοχωριόμουν και για την κοπέλα και για τον φαντάρο. Γι’ αυτό έπρεπε να τραγουδάω δυνατά, για να φεύγει η στενοχώρια από μέσα μου.
Κι όταν έφευγε, καθόμουν στο πεζούλι και σκεφτόμουν πολύ. Κι αποφάσιζα πως, αν είχα έναν δικό μου φαντάρο, που να τον αγαπάω πολύ, δεν θα ήθελα να μου τον πάρει η «πατριδαητρανή». Να έπαιρνε κάποιον άλλον φαντάρο, όχι τον δικό μου. Όχι, ούτε αυτό μου άρεσε. Γιατί δηλαδή, έπρεπε ντε και καλά κάποιον να πάρει; Και η κακομοίρα η κοπέλα να περιμένει τώρα μες στα χόρτα! Κι αυτός εκεί να χαρίζει τη ζωή του… Άει στο καλό, θα σκάσω! Η «πατριδαητρανή» πολλά μας γυρεύει!
—Δεν είναι μία λέξη. Να τις ξεχωρίζεις. Δύο είναι: η «πατρίδα» η «τρανή», μου είπε η μητέρα.
—Και τι πάει να πει τρανή; τη ρώτησα.
—Αντρειωμένη, που δεν φοβάται κανέναν, μου εξήγησε.
Για κοίτα τώρα να δεις! Πολύ μου άρεσε αυτό! Τρανή και να μη φοβάσαι τίποτα! Άμα είναι έτσι, θα πήγαινα κι εγώ μαζί της και θα καμάρωνα κιόλας. Έν-δυο, έν-δυο! Ανεβοκατέβαινα στο πεζοδρόμιο όλη μέρα και τραγουδούσα:
Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνάαα, στους κάααμπους πέφτει χιόοονι…
Ξαφνικά, ένας φαντάρος κοντοστάθηκε και με κοίταξε καλά-καλά. Ήταν τα μάτια του άγρια; Έτσι μου φάνηκε; Συνέχισα το τραγούδι πιο δυνατά. Άμα δεν του άρεσε, σκασίλα μου. Εμένα μου άρεσε.
—Έλα γρήγορα μέσα, φώναξε η μητέρα από το μισάνοιχτο παράθυρο.
—Τραγούδα όσο θέλεις και ό,τι θέλεις, όχι όμως έξω στον δρόμο. Είναι δύσκολοι καιροί και πρέπει να προσέχουμε πολύ την κάθε λέξη που βγαίνει από το στόμα μας. Κατάλαβες; με ρώτησε με αγωνία.
Κατάλαβα! Κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν δύσκολα. Πώς και γιατί; Τι να πω; Καλύτερα να μην τραγουδάω.
Και ήταν πολύ φρόνιμο αυτό που είπε η μητέρα, αφού ένα βράδυ μας πέταξαν απ’ τον ύπνο οι χωροφύλακες. Μας κατατρόμαξαν με τα όπλα τους. Εμείς δεν είχαμε πει τίποτα όλη μέρα. Γιατί ήρθαν στο σπίτι μας νυχτιάτικα;
Έριξαν τον φακό πάνω στα μάτια μου, έψαξαν όλο το δωμάτιο κι έφυγαν. Δεν ρώτησα τη μητέρα να μου πει τι ήθελαν. Έτσι ήταν τα πράγματα. Δύσκολα. Γιατί να τα κουβεντιάζουμε;
