Του *Γιώργου Σαχίνη
Από την Αθήνα του Περικλή στην Αμερική του 21ου αιώνα – Οι ισχυροί πράττουν, οι αδύναμοι υπομένουν.
Αν ο Θουκυδίδης μπορούσε να παρατηρήσει τον κόσμο του 21ου αιώνα, δύσκολα θα μιλούσε για ιστορική τομή. Πιθανότερο είναι ότι θα αναγνώριζε ένα γνώριμο μοτίβο: την επανεμφάνιση της ισχύος ως καθοριστικού ρυθμιστή των διεθνών σχέσεων και τη σταδιακή υποχώρηση των κανόνων μπροστά στην ωμή δύναμη. Το γεωπολιτικό χάος που χαρακτηρίζει σήμερα τη διεθνή πολιτική δε θα του προκαλούσε έκπληξη, θα επιβεβαίωνε, μάλλον, τις πιο απαισιόδοξες διαπιστώσεις του για τη φύση του διεθνούς συστήματος.
Ο Θουκυδίδης υπήρξε ο πρώτος που περιέγραψε με ψυχρή καθαρότητα τη θεμελιώδη δομή της διεθνούς πολιτικής: την απουσία μιας υπέρτατης αρχής ικανής να επιβάλλει κανόνες, να εγγυηθεί την τάξη και να αποτρέψει την αυθαιρεσία των ισχυρών. Σε ένα τέτοιο αναρχικό περιβάλλον, ιδίως όταν ο ανταγωνισμός εντείνεται, η διεθνής πολιτική τείνει να απογυμνώνεται από προσχήματα και να επιστρέφει στη βασική της λογική: την επιβολή της ισχύος εκεί όπου το κόστος το επιτρέπει.
Η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου δεν είναι απλώς ένα χρονικό συγκρούσεων, είναι μια πραγματεία για τη συμπεριφορά των κρατών όταν καταρρέουν οι περιορισμοί. Τα παραδείγματα αφθονούν. Οι ισχυροί επιβάλλουν τη βούλησή τους στους αδύνατους χωρίς να δεσμεύονται από δίκαιο, έθιμα ή ηθικούς φραγμούς. Αυτή η συμπεριφορά δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά κανονικότητα σε ένα σύστημα όπου η ισχύς λειτουργεί ως το πραγματικό νόμισμα της πολιτικής.
Δύο στιγμές συνοψίζουν αυτή τη λογική με ανατριχιαστική σαφήνεια: η στάση των Αθηναίων απέναντι στους Μηλίους και η εξόντωση των Πλαταιέων από τους Σπαρτιάτες. Και στις δύο περιπτώσεις, το μήνυμα ήταν σαφές: όταν οι συσχετισμοί το επιτρέπουν, η επιβίωση του ισχυρού προηγείται κάθε έννοιας δικαιοσύνης.
Στον περίφημο “Διάλογο των Μηλίων”, οι Αθηναίοι έθεσαν τους κατοίκους της Μήλου μπροστά σε ένα ωμό δίλημμα: υποταγή ή αφανισμός. Όταν οι Μήλιοι επικαλέστηκαν το δίκαιο, την ηθική και τη θεία πρόνοια, η απάντηση ήταν αμείλικτη. Τέτοια επιχειρήματα έχουν νόημα μόνο μεταξύ ίσων. Όταν υπάρχει ασυμμετρία ισχύος, «ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του».
Αυτή η φράση, γραμμένη πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, ακούγεται σήμερα ξανά επίκαιρη. Όχι από κάποιον αναθεωρητή ιστορικό, αλλά από έναν άνθρωπο που υπηρέτησε για δεκαετίες την καρδιά του παγκόσμιου συστήματος. Ο Μαρκ Κάρνεϊ, μιλώντας στο Νταβός, χρησιμοποίησε τη θουκυδίδεια γλώσσα για να περιγράψει το τέλος της μεταπολεμικής τάξης των κανόνων. Η σημασία της παρέμβασής του δεν έγκειται μόνο στο περιεχόμενο, αλλά και στο ποιος τη διατυπώνει.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σήμερα. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες επωφελήθηκαν επί δεκαετίες από την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, υποβαθμίζοντας τις δικές τους δυνατότητες. Σήμερα, αυτή η εξάρτηση μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης.
Ο Κάρνεϊ δεν είναι ένας περιθωριακός επικριτής του συστήματος. Υπήρξε διοικητής της Τράπεζας του Καναδά και της Τράπεζας της Αγγλίας, κορυφαίο στέλεχος της Goldman Sachs και ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ για τη χρηματοδότηση της κλιματικής μετάβασης. Με άλλα λόγια, ένας από τους πλέον θεσμικούς διαχειριστές του μεταπολεμικού χρηματοπιστωτικού και πολιτικού οικοδομήματος είναι σήμερα εκείνος που διαπιστώνει ότι ο κόσμος των κανόνων εξαντλήθηκε και ότι ο πλανήτης επιστρέφει στη γλώσσα της ισχύος, όπου τα πάντα μπορούν να οπλοποιηθούν.
Ο Θουκυδίδης θα αναγνώριζε αμέσως αυτή τη μετάβαση. Και θα προειδοποιούσε για τις συνέπειές της. Διότι η αχαλίνωτη ισχύς, όπως σημείωσε αιώνες αργότερα ο Λόρδος Άκτον, τείνει να διαφθείρει. Η ύβρις γεννά υπερεπέκταση και η υπερεπέκταση προκαλεί αντίδραση.
Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά τον “Διάλογο των Μηλίων”, ο Θουκυδίδης αφηγείται τη Σικελική Εκστρατεία. Η αθηναϊκή αυτοπεποίθηση μετατρέπεται σε στρατηγική τύφλωση. Η Αθήνα πιστεύει ότι μπορεί να επιβληθεί παντού, χωρίς σοβαρό κόστος. Και ακριβώς εκεί οδηγείται στην καταστροφή. Η ισχύς, όπως μας υπενθυμίζει ο Θουκυδίδης, τείνει να εξισορροπείται από ισχύ.
Στη Σικελία, απέναντι στην αθηναϊκή υπεροχή συγκροτήθηκε μια αντίρροπη συμμαχία. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο Ερμοκράτης των Συρακουσών, ο οποίος κάλεσε τις μεσαίου μεγέθους πόλεις να υπερβούν τις μεταξύ τους διαφορές. Αν δε δρούσαν συλλογικά, προειδοποίησε, θα υποτάσσονταν μία προς μία. Κάπου εκεί συνέδραμαν και οι Σπαρτιάτες έως και οι Πέρσες και η Σικελική Εκστρατεία των Αθηναίων δεν κατέληξε απλά σε ήττα, αλλά υπήρξε και η αρχή του τέλους τους στην έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου. Το πρόβλημα της συλλογικής δράσης δεν είναι σύγχρονη ανακάλυψη, είναι διαχρονικό.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ο κατευνασμός σπανίως περιορίζει την ισχύ. Συχνότερα τη νομιμοποιεί και την ενθαρρύνει. Αυτό ισχύει τόσο στην αρχαιότητα, όσο και σήμερα.
Στον σύγχρονο κόσμο, οι μεσαίες δυνάμεις βρίσκονται μπροστά σε ανάλογα διλήμματα. Ο Κάρνεϊ, λειτουργώντας ως σύγχρονος Ερμοκράτης, απευθύνει έκκληση για συντονισμό απέναντι σε μια ηγεμονική ισχύ που δεν κρύβει πλέον την προθυμία της να χρησιμοποιήσει οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά εργαλεία καταναγκασμού.
Όμως η συλλογική αντίδραση σκοντάφτει, όπως πάντα, στις διαφορετικές αντιλήψεις απειλής και στα άνισα συμφέροντα.
Η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στην αμερικανική αμφισβήτηση της Γροιλανδίας είναι ενδεικτική. Άλλοι αντιδρούν, άλλοι σιωπούν, άλλοι ελπίζουν ότι το ζήτημα δεν τους αφορά. Αυτή η ασυμμετρία αντίληψης είναι το μόνιμο πλεονέκτημα του ισχυρού.
Στην αρχαιότητα, η Αθήνα πλήρωσε βαρύ τίμημα όχι μόνο από τους εχθρούς της, αλλά και από τη διάρρηξη των σχέσεων με τους συμμάχους της. Η Συμμαχία της Δήλου, όπως και το ΝΑΤΟ αιώνες αργότερα, ξεκίνησε ως μηχανισμός συλλογικής ασφάλειας. Με τον χρόνο, όμως, μετατράπηκε σε όχημα επιβολής. Ο ίδιος ο Περικλής αναγνώριζε ότι η αθηναϊκή ηγεμονία είχε λάβει τυραννικά χαρακτηριστικά.
Ο Θουκυδίδης δεν απαλλάσσει τους συμμάχους από τις ευθύνες τους. Παραμέλησαν την άμυνά τους, εθίστηκαν στην προστασία του ηγεμόνα και κατέληξαν εξαρτημένοι.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σήμερα. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες επωφελήθηκαν επί δεκαετίες από την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, υποβαθμίζοντας τις δικές τους δυνατότητες. Σήμερα, αυτή η εξάρτηση μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης.
Η ανάγκη επιβίωσης-κεντρική έννοια στον Θουκυδίδη
Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ βρίσκονται ταυτόχρονα αντιμέτωποι με στρατιωτικές προετοιμασίες για τον φόβο όπως λένε από τη Ρωσία, γεωοικονομικό ανταγωνισμό από την Κίνα και πολιτικό καταναγκασμό από τον ίδιο τον ηγεμόνα τους, τις ΗΠΑ. Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη επιβίωσης – κεντρική έννοια στον Θουκυδίδη – ωθεί τις μεσαίες δυνάμεις προς στρατηγικές αντιστάθμισης. Οι πιο αδύναμοι, αντίθετα, τείνουν να προσκολλώνται στον ισχυρό, ελπίζοντας στη μεγαλοψυχία του.
Ο Θουκυδίδης συνοψίζει τα κίνητρα της κρατικής συμπεριφοράς στο τρίπτυχο φόβος, συμφέρον και γόητρο. Η σύγχρονη αμερικανική στρατηγική εντάσσεται πλήρως σε αυτό το σχήμα. Ο φόβος της ανόδου της Κίνας, το συμφέρον του ελέγχου πόρων και σφαιρών επιρροής, και η ανάγκη διατήρησης του γοήτρου σε έναν κόσμο που μιλά όλο και περισσότερο για παρακμή.
Ο Θουκυδίδης δεν ηθικολογεί. Αλλά είναι αυστηρός με την ηγεσία. Η ύψιστη αρετή του ηγέτη είναι η σωφροσύνη: η ικανότητα να γνωρίζει τα όρια της ισχύος, να συγκρατεί την ύβρη και να προβλέπει τον ρόλο της τύχης. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το διαχρονικό του μήνυμα.
Αυτή η αποσύνθεση των κανόνων δεν παραμένει αφηρημένη θεωρία, ούτε αφορά μόνο τις μεγάλες δυνάμεις. Αντιθέτως, μεταφέρεται με ταχύτητα στις περιφερειακές συγκρούσεις, εκεί όπου η ισορροπία ισχύος είναι πιο εύθραυστη και ο πειρασμός του αναθεωρητισμού μεγαλύτερος.
Θουκυδίδης και Ανατολική Μεσόγειος
Στην Ανατολική Μεσόγειο, η θεωρία του Θουκυδίδη αποκτά συγκεκριμένο γεωγραφικό και πολιτικό περιεχόμενο.
Η Τουρκία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγχρονης δύναμης που δοκιμάζει συνειδητά τα όρια ενός συστήματος σε αποσύνθεση. Δεν πρόκειται απλώς για μια χώρα με αυξημένες φιλοδοξίες, αλλά για έναν αναθεωρητικό δρώντα που έχει μετατρέψει την αμφισβήτηση του status quo σε μόνιμο στρατηγικό εργαλείο. Από το Αιγαίο έως την Ανατολική Μεσόγειο και από την Κύπρο έως τη Λιβύη, η Άγκυρα συμπεριφέρεται σαν να έχει ήδη απαντηθεί το βασικό ερώτημα της εποχής: ότι κανείς δεν είναι διατεθειμένος να επιβάλει “κόκκινες γραμμές”.
Η θεωρία και επί του πεδίου, όπως με το παράνομο μεν, αλλά με παραγόμενα αποτελέσματα δε, του τουρκολιβυκού μνημονίου, της “Γαλάζιας Πατρίδας”, δεν είναι μια ρητορική υπερβολή εσωτερικής κατανάλωσης. Είναι η συμπύκνωση μιας στρατηγικής που αμφισβητεί ευθέως τη διεθνή νομιμότητα, τα θαλάσσια σύνορα και την ίδια την έννοια της κυριαρχίας. Η απαίτηση αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών, οι έρευνες σε περιοχές κυπριακής δικαιοδοσίας, οι απαγορεύσεις σε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η παγίωση της κατοχής στην Κύπρο συνθέτουν ένα ενιαίο πλέγμα πιέσεων. Όχι αποσπασματικών, αλλά σωρευτικών. Όπως ακριβώς θα το περιέγραφε ο Θουκυδίδης: μικρές παραχωρήσεις που προετοιμάζουν μεγαλύτερες αξιώσεις.
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, η ελληνική πολιτική κινείται διαχρονικά στη λογική του κατευνασμού, επενδύοντας στον διάλογο ως αυταξία και όχι ως εργαλείο που προϋποθέτει ισχύ. Η επικείμενη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στην Άγκυρα έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή τη γραμμή: η επιδίωξη “ήρεμων νερών” σε μια θάλασσα όπου η άλλη πλευρά χαράσσει συνεχώς νέους χάρτες. Όμως ο Θουκυδίδης ήταν απολύτως σαφής: ο κατευνασμός δεν εκλαμβάνεται ως ένδειξη καλής θέλησης, αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Και η αδυναμία, στο διεθνές σύστημα, δεν προκαλεί οίκτο αλλά διεκδικήσεις.
Η Κύπρος παραμένει το πιο σκληρό μάθημα αυτής της πραγματικότητας. Πενήντα δύο χρόνια μετά την εισβολή, η κατοχή έχει κανονικοποιηθεί και το διεθνές δίκαιο έχει υποχωρήσει μπροστά στο τετελεσμένο της ισχύος. Το μήνυμα που εκπέμπεται – όχι μόνο προς την Άγκυρα, αλλά προς κάθε αναθεωρητική δύναμη – είναι σαφές: ο χρόνος λειτουργεί υπέρ εκείνου που επιμένει. Και αυτό ακριβώς το μήνυμα λαμβάνει σήμερα η Τουρκία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σε έναν κόσμο όπου ακόμη και οι διαχειριστές της παλιάς τάξης παραδέχονται ότι οι κανόνες δε δεσμεύουν πλέον κανέναν, η επίκληση του διεθνούς δικαίου χωρίς αντίστοιχη αποτρεπτική ισχύ κινδυνεύει να μετατραπεί σε τελετουργική επανάληψη. Ο Θουκυδίδης δεν αμφισβητούσε τη σημασία των κανόνων, απλώς γνώριζε ότι επιβιώνουν μόνο όταν υποστηρίζονται από δύναμη και βούληση. Διαφορετικά, παραμένουν λέξεις σε συνθήκες που κανείς δε φοβάται να παραβιάσει.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά. Αλλά οι λογικές της ισχύος επανέρχονται. Και όποιος αγνοεί τις προειδοποιήσεις του Θουκυδίδη, συνήθως τις μαθαίνει με τον πιο επώδυνο τρόπο.
