Γράφει ο Μουρτζούκος Χρήστος
Η απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να διαγράψει τον ευρωβουλευτή Νίκο Φαραντούρη δεν αποτελεί απλώς μία εσωκομματική πειθαρχική κίνηση. Αποτελεί, κατά την άποψή μου, ένα σοβαρό πολιτικό και στρατηγικό λάθος, το οποίο αποδυναμώνει περαιτέρω ένα κόμμα που ήδη δίνει μάχη πολιτικής επιβίωσης.
Τον τελευταίο τουλάχιστον έναν χρόνο, ο Νίκος Φαραντούρης ανέλαβε πρωτοβουλίες που πολλοί εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ θεώρησαν ότι κινούνταν εκτός των κομματικών ορίων. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που του προσήψαν ότι παρουσιαζόταν πρωτίστως ως ευρωβουλευτής και όχι ως ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Η κριτική αυτή δεν είναι αβάσιμη. Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται είναι εάν αυτή η πολιτική αυτονομία συνιστά πρόβλημα ή πλεονέκτημα.
Η αφορμή για τη διαγραφή φαίνεται πως δόθηκε τις τελευταίες ημέρες, μετά τον δημόσιο θόρυβο που προκλήθηκε από την αναφορά της κυρίας Kαρυστιανού ότι είχε συνομιλίες μαζί του, γεγονός που παραδέχθηκε και ο ίδιος. Όμως, η ουσία της απόφασης δεν εξαντλείται σε αυτό το επεισόδιο. Η διαγραφή μοιάζει περισσότερο με την κορύφωση μιας ήδη προβληματικής σχέσης ανάμεσα στον ευρωβουλευτή και την ηγεσία του κόμματος.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πολιτικό λάθος. Ο Νίκος Φαραντούρης υπήρξε, αντικειμενικά, ένα από τα πλέον δραστήρια και ουσιαστικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ευρωβουλή, από εκείνα που, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού, παρήγαγαν απτό πολιτικό αποτύπωμα.
Οι πρωτοβουλίες που ανέλαβε δεν ήταν ούτε επικοινωνιακές ούτε αδιάφορες. Από τα ζητήματα των Ελληνορθοδόξων στη Συρία, με το ταξίδι του τον περασμένο Μάρτιο στη φλεγόμενη χώρα με προσωπική του πρωτοβουλία, έως τις παρεμβάσεις του για τη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. Μάλιστα, προχώρησε σε σαφή πολιτική κίνηση, θέτοντας ζήτημα διακοπής χρηματοδότησης προς την αιγυπτιακή κυβέρνηση σε περίπτωση κατάληψης της ιστορικής Μονής από την Αίγυπτο, ενός μνημείου άνω των χιλίων ετών, το οποίο, σύμφωνα με την ιστορική παράδοση, δεν άγγιξε ούτε ο προφήτης Μωάμεθ.
Παράλληλα, ο Νίκος Φαραντούρης είχε ενεργή παρουσία σε κρίσιμα ευρωπαϊκά ζητήματα:
- από τον αγροτικό τομέα, που βρίσκεται στο επίκεντρο των κοινωνικών αντιδράσεων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κεντρική Ευρώπη, έως τη συμφωνία Mercosur, την οποία καταψήφισε προσφάτως και η Γαλλία.
- Σημαντικές ήταν και οι παρεμβάσεις του στο πρόγραμμα SAFE, καθώς και στο ζήτημα της εμπλοκής της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό αμυντικό πλαίσιο.
Πολλοί του καταλογίζουν προσωπικές φιλοδοξίες. Ακόμα κι αν αυτό ισχύει, όταν οι πρωτοβουλίες αυτές υπηρετούν το εθνικό συμφέρον και καλύπτουν κενά που αφήνει τόσο η κυβέρνηση όσο και το πολιτικό σύστημα συνολικά, το ζήτημα δεν είναι οι προθέσεις αλλά το αποτέλεσμα. Σε μια περίοδο που αρκετοί ευρωβουλευτές όλων των κομμάτων παραμένουν πολιτικά αόρατοι στην επιφάνεια της ευρωβουλής, ο Νίκος Φαραντούρης επέλεξε να «βουτήξει στα βαθιά» της γεωπολιτικής και της ευρωπαϊκής πολιτικής, αναλαμβάνοντας το όποιο κόστος.
Το αν θα επιλέξει στο μέλλον να ενταχθεί σε νέο πολιτικό φορέα, να συμμετάσχει σε κίνημα ή να συμπορευτεί με πρωτοβουλίες που ενδεχομένως θα ηγηθεί ή όχι η κυρία Καρυστιανού, μένει να φανεί. Αυτό, όμως, είναι δευτερεύον μπροστά στο κεντρικό πολιτικό ερώτημα: ήταν σωστή η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να τον διαγράψει;
Υπό το πρίσμα των πολιτικών συσχετισμών και με δεδομένο ότι το κόμμα ενδέχεται να οδηγηθεί σύντομα σε εκλογές, είτε την Κυριακή των Βαΐων είτε την Κυριακή του Θωμά, κατά προσωπική εκτίμηση (η πρώτη κάλπη το συντομότερο), η απόφαση αυτή φαντάζει αυτοϋπονομευτική. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα δώσει μάχη για να παραμείνει ή να επανέλθει δυναμικά στην επόμενη Βουλή. Σε αυτό το πλαίσιο, η απομάκρυνση ενός ενεργού και αναγνωρίσιμου ευρωβουλευτή αποδυναμώνει το κόμμα αντί να το συσπειρώνει.
Είναι αλήθεια ότι μετά τις εσωκομματικές εξελίξεις και την εκλογή του Σωκράτη Φάμελλου, πολλοί θεωρούσαν τον Νίκο Φαραντούρη ήδη «ξένο σώμα» για τον ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, η πολιτική δεν είναι μόνο ζήτημα εσωκομματικών ισορροπιών, αλλά και στρατηγικών επιλογών.
Η ιστορία και η ίδια η πολιτική πραγματικότητα, θα δείξει αν η απόφαση του Σωκράτη Φάμελλου να διαγράψει τον Νίκο Φαραντούρη ήταν σωστή ή λανθασμένη. Κατά την άποψή μου, πρόκειται για ένα καθαρό στρατηγικό λάθος, που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με διάλογο και πολιτική διαχείριση, αντί για ρήξη.
