Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
4η συνέχεια
Το σχολείο του δάσους – Η μυθολογία σε παραμύθι
(Σύνδεση με το προηγούμενο: Ο αετός κοίταξε την κουκουβάγια σαστισμένος.
” Μπράβο! Της κόβει το μυαλό!” μουρμούρισε και πέταξε προς το βουνό. Είχε δουλειά να κάνει).
Από εκείνη τη μέρα, η γωνιά αυτή της Γης ζωντάνεψε. Στη Μεγάλη Χώρα οι άνθρωποι δεν μιλούσαν πια μόνο για τα νέα του σπιτιού ή της γειτονιάς τους· τώρα οι κουβέντες έφταναν και ως το ψηλό βουνό. Κάποιοι έλεγαν πως είχαν δει τον λευκό αετό να πετάει πάνω από τα σύννεφα, φέρνοντας τα νέα του Ηρακλή. Άλλοι μιλούσαν για τους σοφούς που, μέρα-νύχτα, έγραφαν σπουδαία συγγράμματα. Μερικοί ορκίζονταν πως είχαν δει την ίδια την Ήρα να συνομιλεί με τον αετό, αλλά αυτούς οι περισσότεροι τους κοιτούσαν με μισό χαμόγελο.
“Τι δουλειά έχει η Ήρα με τα πουλιά;”, έλεγαν ειρωνικά.
“Μα δεν είναι τυχαίο πουλί ο αετός-απαντούσαν εκείνοι αγανακτισμένοι- “Πετάει ψηλά, βλέπει τα πάντα σε ουρανό και γη!”
Οι υπόλοιποι κουνούσαν το κεφάλι, μα μέσα τους κάτι ξυπνούσε. Και, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουν, έκαναν μικρά βηματάκια προς το βουνό. Σιγά-σιγά, κάποιος έφτανε ως την άκρη του δάσους και μετά κάποιος άλλος· ώσπου, με τον καιρό, σχηματίζονταν παρέες που ανέβαιναν ως εκεί, τουλάχιστον τις καλές μέρες. Ξάπλωναν στη σκιά των δέντρων, μύριζαν το άρωμα των φύλλων, ξεκουράζονταν και γελούσαν. Έτσι, το δάσος μπήκε στη ζωή τους σαν χώρος αναψυχής, αλλά και σαν μυστική υπόσχεση από κάποιον που δεν μπορούσαν να πουν ποιος ήταν γιατί δεν τον γνώριζαν.
Η κουκουβάγια, κρυμμένη ψηλά στα κλαριά, τους παρατηρούσε σιωπηλά. Δεν είχε διάθεση να κατέβει· η φασαρία και τα γέλια τους δεν ταίριαζαν με τη φύση της. Προτιμούσε τη σιωπή της, και, ώσπου να ξανάρθει ο αετός, είχε βρει τουλάχιστον μια νέα ασχολία: να παρακολουθεί αυτούς τους παράξενους για εκείνη ανθρώπους.
Περίμενε, λοιπόν, τον αετό, μα είχε καιρό να τον δει. Ο χειμώνας είχε φύγει, η άνοιξη είχε στρώσει το πράσινο παντού. Στο μεταξύ, οι σοφοί είχαν χτίσει μια ξύλινη καλύβα στην καρδιά του δάσους και έμοιαζαν ευτυχισμένοι να περιμένουν νέα του Ηρακλή.
«Ποιος ξέρει πού να βρίσκεται τώρα;» μονολόγησε μια μέρα η κουκουβάγια. Μα πριν τελειώσει τη σκέψη της, άκουσε καλπασμό. Σήκωσε τα μάτια και, λίγο πιο πέρα, φάνηκε πρώτα ο αετός —κουρασμένος— και πίσω του ο Ηρακλής, καβάλα σ’ ένα δυνατό άλογο. Με μια απότομη κίνηση τράβηξε τα χαλινάρια, ξεπέζεψε και φώναξε:
“Υπάρχει κανείς να μου πει πού βρίσκομαι; Χάθηκα!”
Δεν πρόλαβε να τελειώσει και, σαν να άνοιξαν οι ουρανοί, η Ήρα παρουσιάστηκε μπροστά του.
“Πίσω μου, θεά! αγρίεψε εκείνος. Δε θέλω ούτε να σε βλέπω!”
“Γιατί, παιδί μου; Τι συνέβη;”, ρώτησε ήρεμα η Ήρα.
“Συνέβη αυτό που ήθελες! Ξεθεώθηκα στη δουλειά, κατάφερα το ακατόρθωτο! Πού είναι η αναγνώριση; Πού το χειροκρότημα; Αντί γι’ αυτό, έχω ένα χαζοπούλι πάνω από το κεφάλι μου και κάτι γέρους που γράφουν… Τι γράφουν; Τον επικήδειό μου;”
“Ωχ, δεν πάμε καλά…”, μουρμούρισε ο αετός και κρύφτηκε πίσω από την Ήρα.
“Ηρακλή, γύρνα γρήγορα στις δουλειές σου”, διέταξε η θεά.
“Δεν πάω πουθενά!”, απάντησε εκείνος πεισματικά.
Τότε η Ήρα σήκωσε ψηλά το χέρι, κρατώντας το κοφτερό ξίφος του Ερμή. Μ’ ένα άγγιγμα στο κεφάλι του, ο Ηρακλής λύγισε στα γόνατα. Προσπάθησε να σηκωθεί, μα ξανάπεσε. Το ίδιο και ξανά, ώσπου έμεινε να σέρνεται στο χώμα.
“Βοήθεια! Χάνομαι!”- φώναξε, και γύρισε το βλέμμα στον αετό. -” Σε παρακαλώ… κάνε κάτι για μένα!”
“Δεν έλεγες ότι ήμουν το χαζοπούλι;”- απάντησε ο αετός πικρά.
“Ήσουν ο πιο πιστός μου φίλος. Σε πρόδωσα, όπως πρόδωσα και την Ήρα”- παραδέχτηκε ο Ηρακλής και συμπλήρωσε-” Τώρα… βοήθησέ με να σωθώ”.
