Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

(12η συνέχεια)

(Σύνδεση με το θέμα: Τραγουδάει κάποιος από χαρά ή από τον πόνο που μαζεύτηκε στην καρδιά του και δεν τον χωράει πια; Διαβάζοντας τη συνέχεια στις ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ θα δούμε πώς μετουσιώνεται ο φόβος, η αγωνία, η πείνα, η εξαθλίωση και γενικά ο πόνος της ψυχής ενός παιδιού σε ΤΡΑΓΟΥΔΙ! Σε τραγούδι; Ναι, όταν η πολιτική ΔΙΑΜΑΧΗ επιβάλλει στα αθώα άτομα τη ΔΥΣΤΥΧΙΑ, μάλλον επεμβαίνει ο Θεός!)

ΕΤΣΙ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΩ

Μια μέρα ήρθε ο ταχυδρόμος και μας έφερε λεφτά. Τα είχαν στείλει οι μπαρμπάδες της μητέρας από την Αμερική. Εκείνοι που μας έστελναν και τα δέματα στο χωριό, γεμάτα καλούδια — μέχρι και μοσχοσάπουνο. Αυτό ήταν το «ποιος ξέρει…» της μαμάς. Τους είχε γράψει ένα γράμμα και… «ποιος ξέρει», μπορεί να έστελναν κάτι. Και μας έστειλαν.

Τα μάζεψε η μητέρα μαζί με κάτι λίγα που είχαμε ακόμα και… περιμέναμε να τελειώσουν. Είπαμε να μην τρώμε καθόλου, για να κρατήσουν περισσότερο αυτά τα λεφτά. Αλλά δεν τα καταφέραμε. Ήμασταν αμαρτωλοί. Και γίναμε αμαρτωλοί γιατί εγώ έκλεψα μια χούφτα ελιές από τον μπακάλη. Ένα ολόκληρο σακί γεμάτο ελιές είχε. Δεν του έφταναν;

Η μητέρα με μάλωσε. Κι έκλαιγε εκείνη, αντί να κλαίω εγώ. Τι παράξενη που είχε γίνει! Κι όταν της έφερα μια χούφτα αμύγδαλα, πάλι έκλαψε. Αυτά όμως δεν τα έκλεψα. Μου τα έδωσε η κυρία που τίναζε την αμυγδαλιά της, στο διπλανό σπίτι. Ήταν λίγο πιο πάνω από το δικό μας. Περνούσα και ο δρόμος ήταν στρωμένος με αμύγδαλα. Κι εκείνη τίναζε όλο και πιο πολλά έπεφταν στη γη.

Ήθελα να έχω ένα. Μόνο ένα. Το στόμα μου γέμισε σάλιο. Ο λαιμός μου μούδιασε. Έσκυψα, πήρα ένα και γρήγορα-γρήγορα το έκρυψα στο παπούτσι μου. Προχώρησα, αλλά τώρα κούτσαινα. Έσκυψα ξανά, το έβγαλα από το παπούτσι και πήγα να το κρύψω στο μανίκι μου. Και τότε είδα τα χέρια της καλής κυρίας μπροστά μου. Δυο μεγάλες χούφτες γεμάτες αμύγδαλα! Μου γέμισε τις τσέπες και μου χάιδεψε τα μαλλιά. Φορούσε μαύρα ρούχα και στο κεφάλι της είχε μαντήλι.

Άει στο καλό! Που θα με κάνει κι αυτή να κλαίω τώρα! Αυτό μας έλειπε! Εδώ έχουμε πιο σπουδαία πράγματα να κάνουμε. Να, όπως να περιμένουμε κάθε μέρα να χτυπήσει η πόρτα και… ποιος ξέρει… να έμπαινε, λέει, ο πατέρας.

«Γεια σας!» θα έλεγε. «Δεν με περιμένατε, ε; Αχά! Σας ξεγέλασα. Εσύ, γιατί αδυνάτισες τόσο πολύ;» θα ρωτούσε εμένα.

«Γιατί δεν πίνει το γάλα της», θα πεταγόταν η μητέρα.

Και τότε ο πατέρας θα μου έδινε ζωγραφιές. Θα τις έφερνε μαζί του απ’ το νησί. Αγγελουδάκια, την Κοκκινοσκουφίτσα με το καλαθάκι της, και πολλές άλλες με χρώματα που γυαλίζουν. Σαν αυτές που πουλάει ο ψιλικατζής στο παρακάτω στενό. Είναι ακριβές, όπως ακούω. Ε, καλά, δεν είπαμε και τίποτε! Το σκέφτηκα μόνο. Θα περνάω από το ψιλικατζίδικο και θα τις κοιτάζω μονάχα. Μου αρέσει να τις κοιτάζω.

Έτσι, λοιπόν, δεν έχουμε καιρό για σαχλαμάρες. Όταν μας δίνουν αμύγδαλα, τα τρώμε. Άμα θέλει ο Τάκης να κλαίει, ας κλαίει. Εγώ δεν θέλω. Θα χαλάσουν τα μάτια μου και θα φορέσω γυαλιά, όπως η κυρία Ελένη. Μένει στο διπλανό σπίτι. Φοράει γυαλιά, μαντάρει κάλτσες και μου λέει ότι τα μάτια της χάλασαν απ’ τα πολλά δάκρυα.

Α, αυτό όχι! Πρέπει να έχω καθαρά μάτια και να βλέπω καλά, όταν έρθει ο πατέρας μου. Θα με πάρει απ’ το χέρι και θα πάμε στο Μετόχι για να φτύσω τον Τσώνη. Τον πρόεδρο, ντε! «Φτου σου!» — και θα τον πετύχω με ορθάνοιχτα μάτια καταμεσής στα μούτρα του.

Ονειρεύομαι; Ποιος το λέει αυτό; Επειδή κάθομαι πάνω στο μπαούλο και δεν μιλάω; Κοιτάζω τη φωτογραφία που μου έδωσε η μητέρα. Εδώ, λέει, μένει ο πατέρας. Σ’ αυτές τις σκηνές που είναι στημένες η μία κοντά στην άλλη. Πρώτη φορά είδα σκηνές. Μοιάζουν με την κουνουπιέρα που έχουμε πάνω από το κρεβάτι μας.

Δεν είναι δυνατόν! Πώς γίνεται να ζουν οι άνθρωποι μέσα σε κουνουπιέρες! Εμείς ανάβουμε μαγκάλι, βάζουμε και χρυσόχαρτο πάνω από τα κάρβουνα για να ανάψουν καλά και πάλι κρυώνουμε. Το σπίτι έχει χοντρούς τοίχους, έχει και ταράτσα και πάλι κρυώνουμε.

Κι άμα βρέξει στο νησί; Θα κρατήσει η κουνουπιέρα τόση βροχή; Ανεβαίνω στο μπαούλο, τραβάω το κουρτινάκι και κοιτάζω τον ουρανό. Νάτο! Καλά το φοβόμουν. Είναι μαύρος. Τα σύννεφα φέρνουν βροχή.

Φέρνουν βροχή, σας λέω! Που να σας πάρουν και να σας σηκώσουν οι χίλιοι διάβολοι! Έτσι βρίζει ο παππούς. Και καλά κάνει! Και μη τον εμποδίζετε να σας βρίζει και να σας πετσοκόψει, αφού μου πετσοκόψατε την ψυχή!

Κι έξω βρέχει. Και στο νησί θα βρέχει. Θα βραχεί ο πατέρας μου και θα κρυώνει και θα βήχει και θα τρέμει… «Μαμάαα!!!» ακούω τη φωνή μου. «Παιδί μου! Τι έπαθες;» Με αρπάζει η μητέρα στην αγκαλιά της και φωνάζει: «Κυρία Τασία! Έλα κάτω! Το παιδί είναι άρρωστο. Κλαίει χωρίς να παίρνει ανάσα κι αυτό είναι πολύ σοβαρό, γιατί το παιδί αυτό δεν κλαίει ποτέ!»

Έριξε μια μπόρα. Ήταν δυνατή, μα σταμάτησε γρήγορα. Λιγόστεψε κι ο αέρας, που σάρωνε τα πεταμένα χαρτιά στους δρόμους. Μόλις έσκασε μύτη ο ήλιος, με πήρε από το χέρι η μητέρα και πήγαμε μία βόλτα. Δεν μου είπε πού πηγαίναμε, μα ήταν μακριά. Κι επί τέλους, κάπου φτάσαμε.

«Να, κοίτα!» μου έδειχνε λίγο πιο πέρα. «Έτσι είναι οι σκηνές που μένει ο μπαμπάς. Δεν είναι κουνουπιέρες. Δεν μπαίνει μέσα η βροχή. Είναι γερές. Κρατάνε μακριά το κρύο. Βλέπεις; Όπως εδώ, σ’ αυτές τις σκηνές που μένουν άνθρωποι. Δεν κρυώνουν. Άμα θέλουν, ανάβουν και μαγκάλι».

Έτσι γνώρισα τα τσαντίρια. Γνώρισα και τους γύφτους που ζουν στα τσαντίρια. Τους λένε και τσιγγάνους, με πληροφόρησε η μαμά. Κι εγώ τσιγγάνους θα τους λέω. Μου άρεσε πιο πολύ αυτό το όνομα.

Κι έτσι άρχισα να τραγουδάω. Δεν είναι και τόσο σίγουρο ότι έτσι ακριβώς άρχισα μα αφού το βεβαιώνει η μαμά! Πάντως ένα είναι σίγουρο: από τότε που έκλαψα πολύ, ήταν σαν να άδειασε η ψυχή μου. Για πολύ καιρό δεν είχα τίποτε μέσα μου – ούτε λύπη, ούτε χαρά.

Και μια μέρα, κάθισα στο πεζούλι της αυλής κι άρχισα να τραγουδάω. Ήταν παράξενα. Σαν να ήταν γεμάτη η ψυχή μου από πολλά τραγούδια που με πίεζαν, με έσφιγγαν και μου έκοβαν την ανάσα. Ύστερα, έπαιρναν σειρά κι άρχιζαν να βγαίνουν ένα-ένα.

Πόσο ξαλάφρωνα! Συνέχιζαν να βγαίνουν κι άλλα πολλά. Μα πού τα ήξερα όλα αυτά; Ιστορίες ολόκληρες, που έβγαιναν τραγουδιστά! Πώς έφτασαν σ’ εμένα;

«Κυρία Βασιλική μου, δεν χορταίνω να το ακούω αυτό το παιδί! Βάλσαμο πέφτει στην ψυχή μου το τραγούδι του!» άκουσα να λέει μια μέρα η γειτόνισσά μας, η κυρία Ελένη, στη μητέρα.

Όμως εμένα δεν μου άρεσε να με ακούει. Εγώ ήθελα να τραγουδάω δυνατά, να ξεπερνάει η φωνή μου τον τοίχο της αυλής, να φτάνει μακριάαα, μακριά! Έτσι έβαζα όλη μου την ψυχή μέσα στη φωνή μου και την ταξίδευα. Και τώρα ήξερα ότι κάποιος με ακούει! Δεν ένιωθα καλά… μα, πάλι… αφού της άρεσε!

Συνέχισα να τραγουδάω. Κι όταν η φωνή μου γινόταν κύματα που ανεβοκατέβαιναν, ένιωθα την ψυχή μου ν’ ανεβοκατεβαίνει μαζί τους και ξεχνούσα την κυρία Ελένη.

Το μόνο τραγούδι που το ήξερα καλά αλλά δεν το τραγουδούσα, ήταν το «Μινόρε της Αυγής». Αυτό μόνο το άκουγα. Χωνόμουν στην αγκαλιά της μητέρας όταν εκείνη το τραγουδούσε. Τότε κρατούσα ακόμα και την αναπνοή μου, για να μη χάσω ούτε την άχνα της μελωδίας του.

Έμπαινε στην καρδιά μου, έπαιρνε χρώμα από το αίμα μου κι ανέβαινε ψηλά στον ουρανό. Εκεί πάνω ζωγράφιζε τη μητέρα – για να βγαίνει κάθε μέρα μαζί με τον ήλιο και να τραγουδάει «Το Μινόρε της Αυγής».

Κι ας περάσουν τα χρόνια.

«Τι κι αν περνούν τα χρόνιαααα!» τραγουδούσε και η κυρία Τασία με φωνή φάλτσα.

Ας κλείσω τ’ αυτιά μου καλύτερα κι ας τ’ ανοίξω όταν γελάει η κυρία Τασία. Μόνο για να γελάει έχει φωνή και παχουλά χέρια για να φτιάχνει κουλουράκια με αλεύρι.

11η συνέχεια <———

google news

Ακολουθήστε μας και στο Google news

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Σχετικές αναρτήσεις

Ένα χαμόγελο γιορτής

e-enimerosi

Η φιγούρα και η πριγκίπισσα

e-enimerosi

Το μπαλκόνι της υποδοχής

e-enimerosi