Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

19η συνέχεια

(Ας πάρουμε μια ανάσα μαζί με την ηρωίδα μας! Γεμίζει η ύπαρξή της από νέες δυνάμεις.
Μαζί της προχωράμε στα νέα σενάρια που προετοιμάζονται με βάση μόνο εκείνα που έχουν σμιλέψει οι δυσκολίες της ζωής και η ψυχή τα έχει χρωματίσει με το φως της! )

Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ-Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ-ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΟΥ

* Η Βασιλική και η Ιωάννα είναι φιλενάδες μου. Κάναμε κολιγιά και ζωγραφίζουμε σχέδια σε μεγάλα χαρτιά. Βάφουμε τα τετράγωνα κόκκινα και τους ρόμβους πράσινους. Συμφωνήσαμε να τα πουλάμε ένα πενηνταράκι το σχέδιο. Ανάρπαστα θα γίνουν απ’ τις κοπέλες που κεντάνε μαξιλαράκια για τα προικιά τους. Ζωγραφίζουμε και υπολογίζουμε: πόσα θα πουλήσουμε και πόσα λουκούμια θ’ αγοράσουμε με τα πενηνταράκια που θα μαζέψουμε.

Μοιραζόμαστε τα σχέδιά μας και για να μην μας τα κλέψουν τ’ άλλα κορίτσια της γειτονιάς, βρήκαμε ένα μυστικό ταχυδρομείο. Είναι μια μεγάλη πέτρα που ακουμπά στον τοίχο του σπιτιού μας, απ’ την έξω μεριά. Εκεί, κάθε μέρα, κρύβω τα σχέδιά μου. Τα παίρνει η Βασιλική και βάζει τα δικά της.
Έχουμε ορίσει και την ώρα που θα πηγαίνουμε στο “ταχυδρομείο” μας , πάντα κρυφά.
Τι καρδιοχτύπι κι αυτό! Σου κόβεται η ανάσα μ’ αυτή τη μυστική ιστορία…

Τρία και δύο πόσο κάνουν; Δεν έχω όρεξη να κάνω λογαριασμούς, αλλά είναι η μητέρα που μετράει τις μέρες και με βάζει να μετράω κι εγώ μαζί της. Ο πατέρας λείπει τρεις μέρες. Σε δυο μέρες θα είναι πάλι κοντά μας. Δηλαδή, πέντε μέρες στην Αθήνα. Ίσως μείνει και λίγο στη Χαλκίδα.

«Κάνει ενέργειες για να επανέλθει στην Υπηρεσία», μου είπαν, για να εξηγήσουν την απουσία του.
Όταν μάθω καλά όλη τη Γραμματική, ίσως να μη με μπερδεύει πια αυτό το «να επανέλθει». Προς το παρόν, έμαθα πως «η Υπηρεσία» είναι το σχολείο. Θα ξαναγίνει δάσκαλος, δηλαδή. Θα έχει δικό του σχολείο. Κι αυτό είναι το σημάδι που περιμένουμε για να γίνουμε… κανονικοί άνθρωποι. Να πηγαίνει ο πατέρας στη δουλειά, όπως όλοι οι πατεράδες, και η μητέρα να μαγειρεύει στην κατσαρόλα μας το φαγητό.

Και σίγουρα, στα χρόνια που έρχονται, δε θα φοβόμαστε να μιλάμε για όσα θέλουμε, ούτε για όλα όσα σκοπεύουμε να κάνουμε. Χωρίς το φόβο ότι κάτι μπορεί να στραβώσει και να μην τα καταφέρουμε. Όπως ο δάσκαλός μου στο σχολείο — δε φοβάται να λέει για τα χωράφια που θα αγοράσει τον άλλο μήνα, για τα μελίσσια που αυξήθηκαν, για την κόρη του που την ετοιμάζει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο.
«Αποφασίσαμε!» λέει, κι είναι σαν να αποφάσισε μαζί με τον Θεό.

Κι εγώ αποφάσισα: θέλω ένα σορτσάκι. Κοντό παντελονάκι με πολλά σχέδια στο ύφασμα, με τιράντες και κουμπάκια στο πλάι. Το είδα στο παζάρι, όταν πήγα με τη γιαγιά. Να τους το ζητήσω;

Άσε καλύτερα. Όταν ξαναπάρει σχολείο ο πατέρας, θα έχουμε και λεφτά. Θα πάρουμε και σορτσάκι, θα μιλάμε πιο πολύ, θα κοιτάμε και τον ήλιο, θα σπουδάζουμε και τη Γραμματική. Μόνο εκείνον τον «Μέλλοντα Διαρκείας» δε θέλω να τον ξαναδώ μπροστά μου! Δεν τον αντέχω. Μας έπρηξε το συκώτι με το ολοστρόγγυλο «Θα».

«Να το γράφεις στρογγυλά!», φωνάζει η μαμά απ’ την αυλή, την ώρα που ανάβει τον φούρνο.
Έχουμε τυρόπιτα σήμερα. Όταν ζυμώνει η γιαγιά, μοσχοβολάει ο τόπος. Κι όταν φουρνίζει, μοσχοβολάει το σπίτι.

«Γέμισε το σπίτι», λέει η γιαγιά. Κι εγώ κάθε φορά πασχίζω να φανταστώ πώς γεμίζει το σπίτι και πώς αδειάζει. Σαν τον κουβά που γεμίζουμε με νερό από το πηγάδι και τον κρεμάμε στη μουριά της αυλής; Κι όταν διψάω, βουτάω το κατσαρολάκι μου και πίνω;

«Να σκεπάζεις καλά τον κουβά με την πετσέτα, για να μένει καθαρό το νερό», λέει πάντα η γιαγιά. Η φωνή της είναι πάντα συμβουλή.
Και το κέντημά της; Σωστό σχολείο.
«Έτσι τη βελόνα, έτσι την κλωστή. Σταυροβελονιά και πισωβελονιά. Αργότερα θα σου δείξω το φιλτιρέ. Μ’ αυτά τα νήματα θα σε μάθω να πλέκεις.»

Όταν γεμίζει το σπίτι από δουλειές, γεμίζουν και τα χωράφια. Εργάτες, καρποί, βλαστάρια, έμποροι. Πέρασαν οι κακοί καιροί, λέει η γιαγιά. Ο τόπος ανασταίνεται, σιγά-σιγά.

Βάλαμε εργάτες στα αμπέλια κι εγώ χώθηκα στο υπόγειο. Δεν έχω σκοπό να ξαναβγώ. Μυρίζω λάδι, ξύδι, ελιές. Μυρίζω τα μουστοκούλουρα, τα ριτσέλια, τα σουτζούκια από μούστο. Γέμισαν τα πιθάρια με λάδι, οι πήλινες βυτίνες με λιχουδιές, τα βαρέλια με κρασί. Ζυμώνει η γιαγιά ραβανί με μούστο.
Πουλήσαμε και τα γουρουνάκια. Και τέλος, στείλαμε τον ντελάλη στο χωριό να διαλαλήσει:
«Ακούουουστε, χωριανοίοιοι! Η θειά-Μαριώ η Μάαακραινα πουλάει κρασίιι! Δυο χιλιάδες την οκάαα!»
Όταν μεγαλώσω, λέω να γίνω γεωργός. Να οργώνω τη γη, να πατάω σταφύλια στο πατητήρι, να στίβω ελιές στο λιοτρίβι, να φτιάχνω σαπούνι από τη μούργα. Όπως η γιαγιά.

Θα έχω μια μεγάλη αυλή, σαν αυτή στα Καμάρια. Θα τη χωρίσω στη μέση. Κάτω θα είναι το κοτέτσι, το χοιροστάσιο και η γίδα. Παραδίπλα το λιοτρίβι, το πατητήρι, ο φούρνος και ο ασβεστωμένος στάβλος. Πάνω η κρεβατίνα με τα σταφύλια, η μουριά, το σκεπαστό χαγιάτι.

«Παιδάκι μου, βγες έξω απ’ το υπόγειο να σε δει κι ο ήλιος!»
Με φωνάζει πάλι η μαμά. Δίκιο έχει , αλλά κι εγώ έχω το δίκιο μου. Εδώ κάτω έχω την κουρελού μου, την κούκλα μου, το μαντολίνο του πατέρα μου και το ακορντεόν του Στάθη. Ανάλογα με την όρεξή μου, καταπιάνομαι πότε με το ένα, πότε με το άλλο.

Και μου αρέσει το υπόγειο. Με τις μυρωδιές του, με όλα τα καλούδια γύρω μου. Τυλίγω σταφίδες σε κομματάκια από τούλι και φτιάχνω μπομπονιέρες. Θα κάνουμε γάμο την άλλη Κυριακή. Παντρεύονται οι κούκλες μας και θα γλεντήσουμε στην αυλή. Έχουμε έτοιμα τα προικιά, τα στέφανα, τις μπομπονιέρες. Κανονικός γάμος, είπαμε.

Ήρθε όμως η ώρα να τελειώνουμε με αυτή την υπόθεση που από μέρες ετοιμάζουμε, γιατί έχω κανονίσει με την Πολυξένη να σκάψουμε στη ρεματιά για να φτιάξουμε περιβόλι. Θα φυτέψουμε λαχανικά και λουλούδια . Αληθινό περιβόλι δηλαδή, με φράχτη και πολλές ντοματιές.

Δεν ξέρω αν θα γίνει. Πολλά από όσα θέλουμε δεν γίνονται. Να, όπως ο Στάθης μας ! Δεν γίνεται να δει από κοντά τη Βασιλική. Είναι γειτονοπούλα μας, όμορφη και γλυκιά. Εγώ τη βλέπω πιο συχνά από τον Στάθη, γιατί πηγαίνω στο σπίτι της και μου βάφει τα νύχια. Παίζω και με την αδερφή της, τη Ζωή, που είναι μικρή σαν κι εμένα.

Θα είναι κι η Ζωή στον γάμο με τις κούκλες που ετοιμάζουμε. Τον άλλο μήνα ο γάμος θα γίνει στη δική της αυλή. Θα παντρέψουμε την κούκλα της και θα φάμε ψωμί, τυρί και σταφίδες. Αυτό θα είναι το «τραπέζι του γάμου», όπως λένε οι μεγάλοι. Θα πούμε και στον αδερφό της Ζωής, αν θέλει, να είναι ο παπάς. Τον λένε Στέργιο και είναι πιο μεγάλος από εμάς.

Τον κακομοίρη τον Στάθη μας! Είδες τι παθαίνει που είναι μεγάλος; Αν ήταν πιο μικρός, θα έκανε αυτός τον παπά. Κι έτσι θα ερχόταν στην αυλή της Ζωής και θα έβλεπε την αδερφή της… τη Βασιλική… που λέγαμε; Όμως δεν γίνεται. Είναι μεγάλος ο Στάθης. Πηγαίνει στο Γυμνάσιο, παίζει ακορντεόν και θέλει να φύγει. Τον ακούω να το τραγουδάει κάθε μέρα, ανεβασμένος στα κεραμίδια του στάβλου για να βλέπει από ‘κει πάνω την αυλή της Βασιλικής:

Θα σε πάρω να φύγουμεεε
σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη,
που κανέναν δεν ξέρουμε
και κανείς δεν μας ξέεεερειειει!

Το έμαθα κι εγώ και το τραγουδάω. Μου αρέσει πολύ, γιατί μοιάζει σαν να μιλάει για ένα μεγάλο ταξίδι. Το ακορντεόν ακούγεται σε όλη τη γειτονιά. Γίνεται να μην το ακούει η Βασιλική; Και να μην ακούει το ακορντεόν, σίγουρα θα βλέπει το κεφάλι του Στάθη από το παράθυρο του σπιτιού της. Τον κοιτάζω και απορώ!

Πώς στέκεται εκεί ψηλά, στα κεραμίδια του στάβλου, μόνο με το ένα του πόδι; Ευτυχώς, το άλλο το ακουμπάει στη σκάλα την ξύλινη, που φτάνει ψηλά. Την έχουμε για να ανεβαίνουμε στο πατητήρι.
” Στάθη, βάλε τη σκάλα στη θέση της!” -του φωνάζει ο πατέρας.

Εγώ λέω πως καλύτερα να μην του πολυμιλάμε, γιατί θα το πάρει απόφαση και θα φύγει πάλι. Και μετά θα τον ψάχνουμε… σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη…

Βέβαια, τότε που έφυγε και τον ψάχναμε, δεν πήγε και πολύ μακριά. Χώθηκε μέσα στα στάχυα, που είχαν γίνει ψηλά και χρυσαφένια, και τον έκρυβαν. Ήταν στο δικό μας χωράφι, εκεί που κρύφτηκε. Επομένως είχε δίκιο που έλεγε πως «δεν έφυγε». Ο πατέρας τον μάλωνε γιατί δεν πήγε στο σχολείο. Ο Στάθης όμως του απαντούσε, φωνάζοντας, πως δεν είχε δίκιο και να τον αφήσει επιτέλους στην ησυχία του ,γιατί τον βαρέθηκε να του κάνει κουμάντο.

” Είμαι μεγάλος και ξέρω τι κάνω!” — έλεγε ξανά και ξανά.

Και τελικά, είχε δίκιο. Ο Στάθης δεν έφυγε από το σχολείο. Δεν πήγε στο σχολείο. Είναι διαφορετικό! Υπάρχει ολόκληρη διαφορά ένα ρήμα δρόμος. Και είχε και τον λόγο του.

Κρύφτηκε στα χωράφια για να συνθέσει μουσική για ένα τραγούδι. Ήθελε να μείνει μόνος του, μακριά από όλους κι από όλα. Μακριά από τον άτιμο τον ντουνιά, που δεν τον άφηνε να χαρεί την ησυχία του, το ακορντεόν του, τα τραγούδια του. Γι’ αυτό αποφάσισε τελικά να γίνει παπάς.

Εγκαταστάθηκε στο δεξιό ψαλτήρι της εκκλησίας και κάθε Κυριακή συναγωνιζόταν τον παπά για το ποιος θα πει καλύτερα το «Κύριε, ελέησον». Αλλά όταν έφτανε η ώρα να διαβάσει τον «Απόστολο»… τότε η γιαγιά δάκρυζε από συγκίνηση κι εγώ μαζί της. Είχε τόσο ωραία φωνή! Οι Καμαριώτες έχασαν που ο Στάθης δεν έγινε παπάς. Θα είχαν έναν ντόπιο παπά που θ’ αγαπούσε την εκκλησία και θα χόρευε τσάμικο στα πανηγύρια.

Τι χαρά να ’χεις παπά που να τραγουδάει και να χορεύει! Έτσι δε θα φοβόντουσαν οι άνθρωποι τον Πατέρα Θεό. Τις καθημερινές θα δούλευαν στα χωράφια και τις Κυριακές θα τραγουδούσαν όλοι μαζί, μέσα κι έξω από την εκκλησία.

Τώρα τι κάνουν; Ανάβουν κανένα κερί από φόβο, για να μην τους πάρει ο διάβολος, και κοιτάνε τον παπά λοξά, που τους φοβερίζει με τα «ου» και τα «φοβηθήτω». Τι γλώσσα κι αυτή! Παράξενη και ακατανόητη. Η γιαγιά δεν καταλαβαίνει λέξη.

Και βγαίνει το συμπέρασμα: ο Στάθης δεν θα γίνει παπάς. Πού να βρει γυναίκα που να θέλει άντρα με ράσα, μακριά γένια και γλώσσα ακαταλαβίστικη; Κι άσε που τώρα τελευταία διαβάζει και την Ωραία του Περάν! Βιβλίο… αμαρτωλό!

Αν δεν ήταν αμαρτωλό, γιατί το έκρυβε στο μπαούλο του και το διάβαζε κρυφά; Όλο για έρωτες μιλούσε. Το διάβασα κι εγώ, ολόκληρο, αλλά δεν με πήρε είδηση κανείς. Όλοι είχαν τις δουλειές τους — κι ευτυχώς!

Τώρα όμως, να το πούμε ξεκάθαρα: γίνεται να γίνεις παπάς όταν έχεις ερωτικά βιβλία στο μπαούλο σου; Δε γίνεται. Το είπε κι η φίλη μου η Πολυξένη. Ρώτησε τη μητέρα της και της το εξήγησε καλά.

Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε… και… «ούς ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μη χωριζέτω!»
Ο Στάθης μας παντρεύτηκε τη Βασιλική. Έγινε δάσκαλος. Απόκτησαν τρία παιδιά και… ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Μόνο… όσο περνούν τα χρόνια, γυρίζω πίσω και ψάχνω μέσα στον χρόνο, μα δεν βλέπω τον Στάθη μας να παίζει πια ακορντεόν. Πρέπει να το πω στη γιαγιά, να μην το ξεχάσει. Να του χαρίσει ένα καινούργιο, το βράδυ κάποιας Πρωτοχρονιάς.

«Παίξε τα τραγούδια σου», να του πει. «Και μην παραμερίζεις την ψυχή σου. Είναι αμαρτία.»
Εγώ, όμως, θα παραμερίζω κάθε χρονιά, μόλις διαβεί το κατώφλι ο καινούργιος χρόνος. Θα στέκομαι στη σκοτεινή γωνιά, για να μη με βλέπουν οι άλλοι. Θα ανάβω ένα κερί… θα λειώνω μέσα στη φλόγα του, θα φτάνω στον ουρανό και θα της λέω:

«Χρόνια πολλά, γιαγιά-Μάκραινα, και καλή χρονιά. Μην ξαφνιαστείς από το τράνταγμα. Είναι το αμάξι με τα ουράνια άλογα που ξεκινάει το ταξίδι μας. Εσύ κι εγώ πάμε μακριά, μέσα στον χρόνο. Μην ξαναντραπείς για τα σεγκούνια σου και ψάχνεις ν’ αλλάξεις φορεσιά. Εμένα μου αρέσουν πολύ. Σου έφερα και την μπόλια σου… τη θυμάσαι; Μου την χάρισες εκείνη την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Μα, κάτσε να σου το πω, γιατί μου φαίνεται ότι το έχεις ξεχάσει, εκεί στον ουρανό που βρίσκεσαι. Στεκόσουν στον διάδρομο, κοντά στο χειμωνιάτικο δωμάτιο. Μόλις είχε μπει ο καινούργιος χρόνος. Έπλυνα το πρόσωπό μου, ήρθα κοντά σου και σου φίλησα το χέρι. Έτρεμε η καρδιά μου. Την περίμενα αυτή την μπόλια. Μου την είχες τάξει. Την μπόλια σου την μεταξωτή, που στόλιζε τα μαλλιά σου όσα χρόνια φορούσες τα σεγκούνια σου. Την είχες υφάνει μόνη σου, με τα χέρια σου, στον ξύλινο αργαλειό σου. Ήταν από μετάξι και με μεταξένια κλωστή την είχες κεντήσει. Την ακούμπησες στα χέρια μου. “Καλή χρονιά! Να με θυμάσαι!”, μου είπες με αγάπη.»

Άσε τώρα, θα σου πω μίαν άλλη ιστορία για να σταματήσουμε να κλαίμε. Θυμάσαι τη γάτα μας που γέννησε και ο Στάθης έφερε όλα τα γατάκια της στο κρεβάτι μου; Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει για να μ’ ευχαριστήσει. Την άλλη μέρα θα φεύγαμε από κοντά σας. Ο πατέρας είχε «επανέλθει στην Υπηρεσία», μου είπαν. Δεν καταλάβαινα ποια ήταν αυτή η «Υπηρεσία», αλλά το χωριό που θα πηγαίναμε ήταν ο Άγιος Αθανάσιος, κοντά στη Χαλκίδα.

Εσύ, γιαγιά, είχες ανάψει το τζάκι και κανένας μας δεν μιλούσε. Καθόσασταν γύρω του όλοι. Εγώ στο κρεβάτι μου, αδύναμη ακόμα από την αρρώστια που είχα περάσει. Περιμέναμε χωρίς να ξέρουμε τι! Ο Στάθης μας σηκώθηκε, βγήκε στην αυλή και γύρισε στη στιγμή. Πάνω στην κουβέρτα μου ακούμπησε πέντε γατάκια. Τα ματάκια τους ήταν ακόμα κλειστά. Νιαούριζαν, στριφογύριζαν, χώνονταν κάτω από την κουβέρτα. Τα τύλιξα με τα χέρια μου και κατάπια πολλές φορές το κλάμα που μου έκλεινε τον λαιμό. Ο Στάθης ξανασηκώθηκε. Βγήκε στην αυλή και γύρισε αμέσως. Ακούμπησε πάνω στην κουβέρτα μου δύο γουρουνάκια. Ήταν τόσο μικρά όσο η χούφτα μου. Γρύλιζαν και χώνονταν κι αυτά μέσα στην κουβέρτα μου…

Και τώρα… γυρίζω την άμαξα με τα ουράνια άλογα. Επιστρέφω στη γη. Θα γράψω μία όμορφη κάρτα, που τη χρωστάω από χρόνια.
Παραλήπτης: Ο θείος μου , Ευστάθιος Μάκρας.
«Ειλικρινά, μην αναρωτιέσαι πια. Δεν χρειαζόμουν τίποτε άλλο. Μόνο τη χαρά που μου έδωσες και γέμισες την καρδιά μου.
Με παντοτινή αγάπη,
η ανιψιά σου.»

18η συνέχεια <———

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Σχετικές αναρτήσεις

Ένα ποιητικό μονόπρακτο

e-enimerosi

Μια φορά ακόμα

e-enimerosi

About A Girl

e-enimerosi