Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

20η συνέχεια

(Απόσπασμα του κεφαλαίου για σύνδεση με το θέμα:”… Και η Πολιτική εγκαταστάθηκε για τα καλά στον τόπο μας, ανέβηκε στον σβέρκο μας και μας κυβερνά. Δεν χωράει άλλη εξήγηση σ’ αυτό που γίνεται. Δεν ακούς άλλη κουβέντα. Στου Θανάση το μαγαζί έγινε φασαρία. Αιτία; Η Πολιτική! Ώρα απόγιομα, και οι ομάδες δύο: Εθνικόφρονες και Κομμουνιστές).

Σε λίγο θα παίρνουμε τα σκαμνάκια μας, θα τα βάζουμε στη σειρά και θα κοιτάζουμε πώς δέρνονται οι δύο παρατάξεις. Μπορεί και να κόβει εισιτήρια ο Θανάσης, όπως όταν έρχεται ο Καραγκιόζης “.

Η ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ

– Σας αρέσουν τα κόκκινα κεραμίδια και η σπαρμένη γη;
– Μας αρέσουν πολύ!
– Σας αρέσουν οι εκατόφυλλες τριανταφυλλιές και οι ψηλές λεύκες;
– Μας αρέσουν πάρα πολύ!
– Τότε γιατί δεν μένετε μαζί μας; Εδώ, στον τόπο σας, στο βιό σας;
– Δεν γίνεται. Η Υπηρεσία το κανόνισε κι ο πατέρας θα πάει αλλού.

Κι ύστερα… πού να σταθείς; Στο χωριό έπεσε ακρίδα και οι άνθρωποι αγριοκοιτάζονται. Για ψύλλου πήδημα καυγαδίζουν και αρπάζονται στα χέρια.

«Για τις ακρίδες μαλώνετε, εσείς τα παιδιά; Οι μεγάλοι που αρπάχτηκαν στου Θανάση το μαγαζί είχαν άλλο λόγο: την Πολιτική!» μου εξηγεί ο πατέρας.

Και η Πολιτική εγκαταστάθηκε για τα καλά στον τόπο μας, ανέβηκε στον σβέρκο μας και μας κυβερνά. Δεν χωράει άλλη εξήγηση σ’ αυτό που γίνεται. Δεν ακούς άλλη κουβέντα. Στου Θανάση το μαγαζί έγινε φασαρία. Αιτία; Η Πολιτική! Ώρα απόγιομα, και οι ομάδες δύο: Εθνικόφρονες και Κομμουνιστές.

Σε λίγο θα παίρνουμε τα σκαμνάκια μας, θα τα βάζουμε στη σειρά και θα κοιτάζουμε πώς δέρνονται οι δύο παρατάξεις. Μπορεί και να κόβει εισιτήρια ο Θανάσης, όπως όταν έρχεται ο Καραγκιόζης.

Τις αυγουστιάτικες βραδιές, τρίζουν τα καρπούζια στα μποστάνια. Μεγαλώνουν μέσα στη νύχτα. Γλυκαίνει ο χυμός. Ο ποταμός Ξηριάς κατέβασε πολύ νερό. Πρέπει να χτίσουν φράγμα. Να προστατευτεί ο κάμπος. Φασαρία και πολλές συζητήσεις.

Α, όχι για τον Ξηριά! Αυτός κάπως θα βολευτεί.

Εμείς έχουμε άλλο θέμα, είπαμε. Την Πολιτική! Μεγάλωσε, ομόρφυνε, έβγαλε και ουρά. Κυβερνάει και διατάζει. Αποφασίζει και πορεύεται. Μέχρι και τα συνοικέσια κανονίζει και τις κολιγιές.

Αφού και το Ευαγγέλιο το άλλαξε. Φαντάσου: δεν υπάρχει πια ο «πλούσιος» και ο «πτωχός». Υπάρχει μόνο ο «δεξιός» και ο «αριστερός».

Εγώ δεν πρόφτασα ν’ αποφασίσω με ποιους θα είμαι, γιατί πάλι κουφάθηκα. Δηλαδή, άρχισα σιγά-σιγά κάτι να παθαίνω… κάτι που είχε μάλλον σχέση με τ’ αυτιά μου. Κουβέντιαζαν οι άνθρωποι τα πώς και τα γιατί και κανόνιζαν για την πολιτική και το μέλλον. Μόλις άκουγα τη λέξη «πολιτική», έσβηναν οι φωνές γύρω μου. Δεν άκουγα τίποτε. Με κατάπινε η σιωπή.

Ύστερα άρχιζαν πάλι ν’ ακούγονται κάτι φωνές.

«Αχ, τώρα θ’ ακούσω τι θα κάνουμε και πώς θα οργανώσουμε τη ζωή μας. Θα σκάβουμε ή θα θερίζουμε στη νέα μας ζωή;» σκεφτόμουν με λαχτάρα. Αλλά λέξη δεν καταλάβαινα απ’ όσα έλεγαν.

«Μάλλον θα έχουν πηδήξει θέμα», σιγομουρμούριζα.

– Εσύ δεν ακούς καλά! Ακούς εκεί, πηδήσαμε θέμα! Μόνο θέμα είναι η Πολιτική ή ολόκληρη η ζωή μας;

Ποιος μίλησε πάλι μέσα στ’ αυτιά μου; Φοβάμαι, φοβάμαι, φοβάμαι! Κανένας δεν μ’ ακούει. Μπορεί να έγινα ψάρι και να μη με καταλαβαίνουν, έτσι όπως ανοιγοκλείνω το στόμα μου.

Τέλος πάντων, το πήρα απόφαση ότι κουφάθηκα, μπορεί και να χάζεψα, και σίγουρα θα μ’ έσβηναν από τη ζωή τους – τόσο ζαλισμένοι που ήταν όλοι από την κατάσταση.

Ευτυχώς που ήρθε η αρρώστια μου και με ξανάβαλε ανάμεσά τους!

Και να πώς έγινε: Ήταν γιορτή στο χωριό, του Άη-Δημήτρη. Τα χρυσάνθεμα άνθιζαν και οι βροχές είχαν γίνει καθημερινές. Τα νερά είχαν ανακατευτεί μέσα στα πηγάδια. Κι όταν εμείς, τα μικρά παιδιά — κατά το έθιμο — πήγαμε από σπίτι σε σπίτι να πούμε «χρόνια πολλά, να σας ζήσει το όνομα», μας κέρασαν κουραμπιέδες και μας έβαλαν στο σακουλάκι μας σταφίδες, καρύδια και αμύγδαλα.

Από το πολύ το γύρισμα διψάσαμε. Ήπιαμε νερό από τα πηγάδια, εκείνα που είχε ανακατέψει η βροχή… και τότε μας χτύπησε η επιδημία με το όνομα «τύφος». Κι εγώ… «έπεσα», όπως έλεγε η γιαγιά με απελπισία:
«Το κορίτσι μου έπεσε!»

Τέζα στο κρεβάτι. Ακίνητη και χωρίς κουράγιο. Ούτε να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου δεν μπορούσα. Θυμάμαι πως είχαμε και ρέγκα ψητή για φαγητό εκείνο το βράδυ. Το θυμόμουν έναν μήνα μετά και μ’ έτρωγε το παράπονο που δεν πρόλαβα να φάω ούτε ένα κομματάκι με ξεροψημένη πέτσα.
Ο γιατρός, που καλέσαμε, ήρθε το ίδιο βράδυ από το Ξηροχώρι και έβγαλε τη γνωμάτευση: είχα παράτυφο. Ευτυχώς, όχι τύφο, που σίγουρα θα μ’ έστελνε στον άλλο κόσμο. Πολλοί άνθρωποι πέθαιναν τότε στο χωριό και στα γύρω μέρη, όπως μαθαίναμε.
Και τώρα… τι κάνουμε;

«Μόνο ειδική δίαιτα», πρόσταξε αυστηρά ο γιατρός. Δηλαδή μόνο γάλα, πολύ γάλα, όσο ήθελα γάλα — και τίποτε άλλο εκτός από γάλα! Δεν είχα όρεξη. Κατάφερα να πίνω τρία φλιτζανάκια του καφέ την ημέρα, κι αυτά μόνο για χάρη του πατέρα, που με τάιζε με υπομονή. Σιγά-σιγά κι απ’ την αρχή: να το ζεστάνουμε λίγο, αν εν τω μεταξύ είχε κρυώσει… και μια κουταλίτσα για το χρυσό φλιτζανάκι, και λίγο ακόμα για τον μπαμπά, και λίγο ακόμα για τη μαμά. Κι όσο το γάλα έμπαινε μέσα μου, τόσο το δωμάτιο μίκραινε, δεν έβλεπα μπροστά μου, δεν ανάσαινα. Έχασα κι εκείνες τις λίγες δυνάμεις που μου είχαν απομείνει.

«Θα της δώσω να φάει τραχανά, να στυλωθεί!», δήλωσε αποφασιστικά η θείτσα η Γαρυφαλιά, εξαδέλφη του πατέρα. Ήταν κάθε μέρα στο σπίτι μας, για συμπαράσταση και βοήθεια. Βλέπεις, κοντά στο δικό μου κρεβάτι είχαν βάλει κι άλλο ένα — επειδή αρρώστησε και η μαμά.

«Από τη στενοχώρια», έλεγαν οι συγγενείς.

«Η χολή μου είναι άρρωστη», εξηγούσε η μαμά.

Το επιβεβαίωσε και ο γιατρός.

Τώρα πια, ο πατέρας έστρωνε ένα στρωματάκι στο πάτωμα και τις νύχτες κοιμόταν ανάμεσά μας. Έδεσε μία κορδέλα στο μαξιλάρι μου και την άλλη άκρη της στο δικό του.

«Να την τραβάς μόλις χρειαστείς κάτι τη νύχτα, κι εγώ θα ξυπνώ αμέσως», μου είπε και έγειρε το κεφάλι του να ξεκουραστεί λίγο.

Πού είχαμε μείνει; Α, ναι!

«Θα της δώσω να φάει τραχανά, να στυλωθεί!», αποφάσισε η θεία Γαρυφαλλιά και πρόσθεσε:

«Σβήνει μέρα τη μέρα από την πείνα το κορίτσι, δεν το βλέπετε;»

Πώς δεν τη σκότωσε ο πατέρας! Την εξαδέλφη του, που την είχε καλύτερα κι από αδελφή! Που δεν είχαν μαλώσει ποτέ!

«Δεν καταλαβαίνεις ότι ο τύφος έχει κάνει τα έντερα του παιδιού σαν τσιγαρόχαρτο; Θα τρυπήσουν με το παραμικρό! Μην τολμήσεις και της δώσεις ούτε ψίχουλο!», τη φοβέρισε ο πατέρας.

Οι ώρες περνούσαν και γίνονταν μέρες. Ούτε φωνή δεν ακουγόταν πια στο δωμάτιο. Πού και πού άνοιγα τα μάτια μου. Έβλεπα τη γιαγιά, τον Στάθη… και παραδίπλα, μια μέρα, είδα και τη θειά-Μαριάννα.

Τι κόκκινα μάγουλα που είχε η θειά-Μαριάννα! Σαν μήλα μου φαίνονταν. Τραγανά, μυρωδάτα μήλα, όλο χυμό! Τέτοια μήλα έβγαζε το κτήμα μας. Να είχα ένα κομματάκι! Δεν άντεχα πια να πίνω μόνο γάλα! Δεν άντεχα τίποτα. Ούτε τα παιδιά που έπαιζαν έξω από το σπίτι μας και φώναζαν, ούτε τα ξύλα που έτριζαν στη φωτιά.
Έψαχνα με τα μάτια μου το δωμάτιο. Πάντα έβρισκα εκεί τον πατέρα. Ήταν κοντά μου και μαζί μετρούσαμε τις ώρες.

Στις έξι θα ξαναβάλουμε θερμόμετρο.

Μετά θα νυχτώσει, μετά θα ξυπνήσουμε… κι άντε πάλι απ’ την αρχή, να περιμένουμε. Και μόνο περιμέναμε, γιατί δεν είχε μείνει τίποτε άλλο να κάνουμε. Περιμέναμε… κι ό,τι ήταν να γίνει, ας γίνει!

Τα χάπια που ήξερα ήταν όλα στρογγυλά. Ότι υπήρχαν και μακρουλά χάπια, με δύο χρώματα, ούτε που το είχα φανταστεί! Κοίτα όμως που κάτι πληροφορήθηκε ο γιατρός. Ήρθε, μίλησε με τον πατέρα μουρμουριστά και πολύ βιαστικά. Η μητέρα πέταξε τις κουβέρτες από πάνω της, ξέχασε και τη χολή της.

Ένα μακρουλό χάπι το βράδυ κι άλλο ένα το πρωί ! Αυτή θα ήταν η σωτηρία!

«Είναι καινούργια φάρμακα», μας είπε ο γιατρός και πρόσθεσε:

«Υπάρχουν μόνο στην Αθήνα και είναι πολύ ακριβά. Δεν έχουν βγει ακόμα στα φαρμακεία.»

Τα παραγγείλαμε αμέσως με τηλεγράφημα σ’ εκείνο το μέρος που δεν ήταν φαρμακείο. Δεν καταλάβαινα πώς να ήταν αυτό το μέρος, που εξετάζει τα φάρμακα πριν τα βγάλει στα φαρμακεία, αλλά — αφού το λέει ο γιατρός — αυτός ξέρει καλύτερα.

«Μόλις σου πέσει ο πυρετός, θα σου κάνω ένα δώρο. Τι θέλεις να σου φέρω;», με ρώτησε.

«Μια πάστα αμυγδάλου», του απάντησα με λαχτάρα.

Και τότε… έπεσε ο πυρετός. Τι θαύμα ήταν τούτο! Από τη μια μέρα στην άλλη! Ν’ ανοίγεις τα μάτια σου, να γελάς, να βάζεις θερμόμετρο και να μη δείχνει πάνω από τριάντα επτά!

Ο πατέρας γελούσε ολόκληρος. Η μητέρα δεν είχε κουράγιο ούτε να χαμογελάσει. Η γιαγιά έπλασε κουλουράκια. Κι ο Στάθης ξαναπήρε το ακορντεόν του:

«Πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα! /Σε κάποια μέρη που δεν ξέρει ούτε ο νους!!!»

Γέμισε η αυλή από τραγούδια και χαρούμενες φωνές. Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο γιατρός.

«Μπορεί τώρα να τρώει και γιαούρτι. Πάμε πολύ καλά!»

Μας τα είπε αυτά, αλλά τα χέρια του ήταν άδεια. Πάστα δεν μου έφερε, όπως είχε υποσχεθεί.

Μπορεί να το ξέχασε… μπορεί να μου τη φέρει την άλλη φορά…

Ίσως να θυμηθεί την πάστα αμυγδάλου, που μου υποσχέθηκε.

Πέρασε η εβδομάδα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι έπειτα από… μέρες; Μήνες; Χρόνια μου φάνηκαν. Μια ολόκληρη εποχή είχε περάσει, έμεινε πίσω και με ξαναγέννησε. Ήμουν τόσο αλλιώτικη, που δεν ήξερα ούτε να περπατάω. Σηκώθηκα, όπως είπα, από το κρεβάτι και λογάριαζα να πάω δεξιά, προς το τζάκι —εκεί που έπηζε το γιαούρτι η γιαγιά— κι όμως τα πόδια μου με πήγαιναν προς τ’ αριστερά. Κατατρόμαξα και ξανάπεσα στο κρεβάτι.
Με τάιζαν λίγο-λίγο, με προσοχή, όπως ακριβώς είχε διατάξει ο γιατρός. Και όλα μας τα είπε σωστά, μόνο την πάστα αμυγδάλου δεν την έφερε ποτέ. Μα μόλις έγινα τελείως καλά, μου την έφερε ο μπαμπάς.
Σηκώθηκα. Περπάτησα λίγο και κουράστηκα.

«Δεν πρέπει να κουράζεται το κορίτσι», είπαν όλοι.
***
Αποχαιρέτησα τα ξυλοπόδαρα. Αποχαιρέτησα τις φιλενάδες μου. Αποχαιρέτησα τη ρεματιά. Η γιαγιά μού χτένισε για τελευταία φορά τα μαλλιά, με κοίταξε καλά-καλά από απόσταση και πήγε στο καζάνι για τη γνωστή μας μουντζούρα.

«Η ώρα η καλή», μουρμούρισε, καθώς με έσφιγγε στην αγκαλιά της για ώρα πολλή.

Κι η καρδιά μου… έκλαιγε κρυφά.
*
Το πλοίο που μας έφερε από την Αιδηψό στη Χαλκίδα ήταν ολόλευκο και είχε το όνομα ΚΥΚΝΟΣ.

Το λεωφορείο που μας πήρε από τη Χαλκίδα ήταν πράσινο. Μας πέρασε ανάμεσα από σπίτια, δρόμους και χωράφια πολλά και τέλος μας κατέβασε στο χωριό Πάλιουρας.

«Για να πάτε στο χωριό Άγιο-Θανάση, θα πρέπει να περπατήσετε λίγη ώρα», μας πληροφόρησαν κάποιοι ντόπιοι άνδρες, που εκείνη την ώρα έπιναν τον καφέ τους στο καφενείο του Πάλιουρα.

Και προχωρήσαμε με τα πόδια μέσα από το χωριό. Βγήκαμε στα χωράφια, αφήσαμε πίσω μας τα σύνορα του Πάλιουρα και μπήκαμε σε ένα δάσος. Το περπατήσαμε! Γέμισαν τα πνευμόνια μας με τον φρέσκο αέρα. Γεμίσαμε από τη δροσιά του.

Στην άκρη του, πέρα μακριά, φάνηκαν τα πρώτα σπίτια του χωριού. Άγιος Αθανάσιος —και για όλους εμάς που το αγαπήσαμε, ο Άη-Θανάσης.
Φτάσαμε! Η «Υπηρεσία», που λέγαμε, είχε αποφασίσει να ξαναδώσει σχολείο στον πατέρα. Ήταν σ’ αυτό το χωριό!

19η συνέχεια <———

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Σχετικές αναρτήσεις

Ράμματα καρδιάς

e-enimerosi

Θάλασσα

e-enimerosi

Συντετριμμένος γέφυρες

e-enimerosi