Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
24η συνέχεια
ΟΤΑΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ – ΚΙ ΟΤΑΝ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ!
( …έχετε σκεφτεί τί γίνεται τότε; Θα το δούμε στη συνέχεια…)
Έχετε φάει σαλιγκάρια; Βγαίνουν με τα πρωτοβρόχια και γεμίζουν τα χωράφια από την αφεντιά τους. Μας έφεραν τα παιδιά του σχολείου, τα μαγειρέψαμε γιαχνί, και αμέσως μετά άρχισε η σχολική μας χρονιά.
Φέτος, στα σίγουρα, θ’ αλλάξω τον κόσμο. Δεν με κρατάει τίποτα πίσω! Έντυσα όλα μου τα βιβλία με μπλε κόλλα, το ίδιο και τα τετράδιά μου. Έγραψα το όνομά μου πάνω στις ετικέτες και, αφού τελείωσα, κλείστηκα στην αίθουσα για να μυρίζω χαρτί και φρεσκοτυπωμένο βιβλίο.
Μ’ έπιασε καρδιοχτύπι απ’ την αγωνία. Μα τι κάνουμε και δεν ξεκινάμε αμέσως τα μαθήματα; Φέτος θ’ αλλάξω τον κόσμο!
Άλλαξα θρανίο. Κάθομαι με τη Γεωργία και της μαθαίνω τα Θρησκευτικά στο διάλειμμα. Εγώ τα καταλαβαίνω όταν τα διαβάζω. Εκείνη μόνο όταν τα λέει κάποιος άλλος κι εκείνη τα ακούει. Λοιπόν, ταιριάξαμε!
Δηλαδή, μας «ταίριαξε» ο κύριος, όπως και τ’ άλλα παιδιά, που τα έβαλε να συνεργάζονται. Κι αφού τακτοποίησε εμάς, τους μεγάλους, αγόρασε λουκούμια και καταπιάστηκε με τα μικρά παιδιά, που ήρθαν στην Πρώτη Τάξη.
-Μα γιατί λες «κύριο» τον πατέρα σου; με ρωτάει η Γεωργία.
-Και πώς να τον φωνάξω, όταν σηκώνω το χέρι μου για να πω μάθημα; Μπαμπά, μπαμπά; «Κύριε, κύριε», φωνάζουν τ’ άλλα παιδιά!
Τέλος πάντων, ο δάσκαλος —όπως είπαμε— αγόρασε λουκούμια. Μια μεγάλη χαρτοσακούλα γεμάτη, την ακούμπησε πάνω στην έδρα. Μέχρι να τελειώσουν τα λουκούμια, είχαμε μάθει όλα τα ονόματα των παιδιών που ξεκινούσαν την Α’ Τάξη.
Χωρίς λουκούμι, κοιτούσαν το πάτωμα. Με λουκούμι, ήξεραν πώς τα λένε: όνομα, επώνυμο. Τα έλεγαν καθαρά και δυνατά. Μόνο η Βαγγελιώ δεν χρειάστηκε λουκούμι για ν’ ανοίξει το στόμα της. Της δώσαμε όμως δύο, για να το κλείσει! Μέχρι και καινούργιες λέξεις μας έφερε, όπως:
«Μαααρήη! Ούλα τα πιδιά ιδώ μέσα. Ουουούλα κατρήθκαν!»
Μετάφραση: «Μαρήηη, όλα τα παιδιά εδώ μέσα, όλα κατουρηθήκανε!»
Και γιατί; Διότι όλη η Πρώτη Τάξη είχε βγει έξω από την αίθουσα, μόλις ένα από τα πρωτάκια σήκωσε το χέρι του για να πάει στην τουαλέτα.
«Έξω βγαίνουμε μόνο για να πάμε στην τουαλέτα και όχι όποτε μας καπνίσει!», είχε εξηγήσει ο δάσκαλος.
Ε, λοιπόν, όλη η Πρώτη Τάξη βγήκε παρέα, μια και καλή, στην αυλή. Ο ένας πίσω απ’ τον άλλο… Πήγαν, μάλλον, στην τουαλέτα , όπως φαντάστηκε η Βαγγελιώ. Στην επιστροφή τους —γύρισαν μετά από κανένα τέταρτο— η Βαγγελιώ κρατούσε μπόλικα αχλάδια.
«Βαγγελιώ, δώσε μου κι εμένα ένα αχλάδι!», της χαμογέλασε ο δάσκαλος. Πρόθυμη εκείνη, έσκυψε πάνω απ’ τα αχλάδια της, τα κοίταξε πολύ προσεκτικά, διάλεξε το πιο άγουρο και του το έδωσε.
«Το πιο άγουρο σ’ εμένα, Βαγγελιώ;» παρατήρησε εκείνος, πάντα με χαμόγελο.
«Εμ τί; Το ούρμο θα σ’ δώσω, δάσκαλε;», απόρησε η Βαγγελιώ.
Η Βαγγελιώ εγκαταστάθηκε στο σχολείο. Μας επιτρέπει να ζούμε κι εμείς εκεί. Ξεκουράζεται κάτω απ’ την ακακία. Τρώει το ψωμί της καθισμένη στο πλατύσκαλο. Μας περιμένει να τελειώσουμε τις δουλειές μας κι αποφασίζει πότε διψάμε.
«Πάω να σας φέρω νερό!» μας ανακοινώνει.
«Όχι, Βαγγελιώ, έχουμε.»
«Θα πάω στις βρύσες με τη στάμνα να φέρω κρύο.»
«Όχι, Βαγγελιώ, έχουμε.»
«Θα φέρω κρύο, σας λέω!»
Πάει και τελείωσε. Το αποφάσισε. Κι εμείς… σιωπή.
Και με τα πολλά, η παρέα μας αυξάνεται και πληθύνεται. Έχουμε τώρα και τον Θανάση. Είναι ο μικρός γιος του παπά. Τον έφερε η παπαδιά, τον έβαλε να καθίσει σ’ ένα θρανίο, του ’στριψε το αυτί — λούφαξε ο Θανάσης.
«Κάνε μου τη χάρη, δάσκαλε, και κράτα τον εδώ. Να μαζευτεί από τα ρέματα. Θα τον φάει κανένα φίδι.»
«Όχι σαν μαθητής, παπαδιά. Είναι μικρός ακόμα. Αν θέλει όμως, ας έρχεται στο σχολείο.»
Κι έτσι… έρχεται ο Θανάσης κάθε μέρα — αν μπορεί ας κάνει αλλιώς — και κάθε ώρα τον μαζεύουμε πεσμένο κάτω από το θρανίο. Τον παίρνει ο ύπνος, γκρεμίζεται, σωριάζεται στο πάτωμα… και συνεχίζει τον ύπνο του.
Το άλλο πρωί, έρχεται πάλι. Μπαίνει στη σειρά και απλώνει τα χέρια του στην επιμελήτρια, όπως όλα τα παιδιά: Κομμένα νύχια; Καθαρά χέρια και πόδια; Καθαρά ρούχα;
Περάστε μέσα στην αίθουσα, παρακαλώ. Το σχολείο σας περιμένει.
«Κύριε, η Παναγιώτα ήρθε με λερωμένο φουστάνι και ο Δήμος έχει μαύρα νύχια», αναφέρει η επιμελήτρια.
«Το λέρωσα στο χωράφι, κύριε…» ψιθυρίζει η Παναγιώτα.
«Δεν έχεις άλλο;»
«Είναι μπαλωμένο, κύριε», απαντάει ντροπαλά.
Ο δάσκαλος της χαϊδεύει το κεφάλι.
«Αυτό να φορέσεις, Παναγιώτα, το μπαλωμένο. Ποτέ να μην ντρέπεσαι για το παλιό σου φουστάνι. Να είναι μόνο καθαρό — κι ας είναι μπαλωμένο.»
Ο Δήμος, με τα βρώμικα νύχια, είχε ανακαλύψει τρόπο για να μη… χρειαστεί ποτέ να τα κόβει.
Μας μάζεψε μια μέρα πίσω από το σχολείο και μας εξήγησε συνωμοτικά: «Τα κόβω κάθε μέρα. Έτσι δεν μεγαλώνουν ποτέ!»
Απορήσαμε, αλλά ησυχάσαμε. Λύθηκε κι αυτό το πρόβλημα. Θα τα κόβουμε κάθε μέρα!
***
Όμως, άλλη φασαρία ξέσπασε στο χωριό. Πολλοί γονείς δεν αφήνουν τα μεγάλα παιδιά να έρθουν στο σχολείο — και έχουν, λέει, τη δικαιολογία τους!
«Δεκατριών χρονών παιδί και να ’ρχεται στη Δευτέρα Τάξη; Τι θα βγει απ’ αυτό, δάσκαλε; Άσ’ το να πάει στο βουνό για κανένα ξύλο. Χειμώνας έρχεται!»
«Τα παιδιά θα έρχονται στο σχολείο μέχρι την ηλικία που ορίζει ο νόμος. Δεν μας έφτασε ο εμφύλιος που μας έκλεισε τα σχολεία κι έμειναν τόσα παιδιά αγράμματα, θα έχουμε τώρα κι εσάς;» αγριεύει ο πατέρας.
«Άκου δω, δάσκαλε, μην πας κόντρα, γιατί εδώ δεν είναι Μετόχι για να σε ’χουμε στα όπα-όπα! Κοίτα καλά και πράξε όπως πρέπει! Τα μεγάλα παιδιά δεν θα ξανάρθουν στο σχολείο!» ακούγεται ένας από τους χωριανούς.
«Τα παιδιά θα έρχονται στο σχολείο όσο το ορίζει ο νόμος. Κι όποιος γονιός εναντιωθεί, θα έχει να κάνει με τον νόμο», ξαναλέει ήρεμα αλλά κοφτά ο πατέρας. Και, γυρίζοντας την πλάτη του, μπαίνει στην αίθουσα.
«Ποιος είναι αυτός ο κύριος που μαλώνει τον δάσκαλο;» ρωτάω τη Φώτω.
«Είναι ο Βασίλης της Μήτσαινας, που τσακώνεται με όλους», μου ψιθυρίζει — λες και φοβάται.
Τα παιδιά τρέχουν κοντά στον δάσκαλό τους. «Τι θα κάνουμε τώρα, κύριε;» ρωτούν τα μεγαλύτερα, εκείνα που οι γονείς τους ήθελαν να κρατήσουν στο σπίτι.
«Θα οργανώσουμε τον Συνεταιρισμό μας», απαντά ο πατέρας και συνεχίζει: «Προς το παρόν, όμως, η Τρίτη Τάξη μαζί με την Τετάρτη έχουν Θρησκευτικά. Οι άλλες τάξεις ξέρουν το πρόγραμμά τους».
Η Φώτω κάθεται στο μπροστινό μου θρανίο. Ο ήλιος έχει πλημμυρίσει την αίθουσα.
«Ήταν κάποτε…», αρχίζει ο πατέρας. Μέσα από τον τόνο της φωνής του, που αλλάζει καθώς ξετυλίγεται η αφήγηση, περνούν μπροστά μας εικόνες ζωντανές: ο Ιωσήφ, τ’ αδέλφια του που τον ζήλευαν, οι καμήλες, οι Φαραώ, η παράξενη χώρα του Νείλου… κι ύστερα το πηγάδι. Εκεί μέσα τον ρίχνουν τα αδέλφια του. Μετά, φέρνουν στον πατέρα τους το ματωμένο ρούχο…
Ζωντανεύει το μακρινό παρελθόν. Μα ξαφνικά, χωρίς να το περιμένουμε, ένα κλάμα με αναφιλητά γεμίζει την αίθουσα και μας τραντάζει πίσω στο παρόν.
«Ωχουουου… με πονάει η καρδιά μου, κύριεεε!» Ο Βασίλης σπαράζει. Το κλάμα του πλημμυρίζει τον χώρο. Τα παιδιά ανακάθονται. Ο πατέρας σταματά την αφήγηση.
«Βασίλη… τι έχεις, παιδί μου; Γιατί κλαις;» τον ρωτάει με ανησυχία.
«Δεν μπορώ να κρατηθώ, κύριε! Τον κακομοίρη τον Ιωσήφ… τον λυπάμαι!» Ο Βασίλης διπλώνεται πάνω στο θρανίο του. Σιωπή πέφτει στην τάξη. Κανείς δεν μιλάει. Περιμένουμε να ησυχάσει ο συμμαθητής μας.
Όταν πια καταλαγιάζει το κλάμα, τον ρωτάει ο πατέρας ήρεμα: «Θέλεις, Βασίλη, να μας πεις τι μάθαμε σήμερα; Την ιστορία του Ιωσήφ, με δικά σου λόγια. Μετά από σένα θα την πουν με τη σειρά και τα υπόλοιπα παιδιά».
Μέχρι να τελειώσει η ώρα για το διάλειμμα, όλα τα παιδιά ξέρουν το σημερινό μάθημα απ’ έξω κι ανακατωτά!
