Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
(14η συνέχεια)
(Σύνδεση με το θέμα: “Και η ζωή τραβάει την ανηφόρα”-όπως λέει και το τραγούδι.Κι αν σ΄ αυτή την ανηφόρα όλα αναποδογυρίζουν για τη μικρή μας αφηγήτρια; Όλα, ως και το σχολείο που το ήξερε αλλιώς; Ακόμα και οι φιλίες νοθεύουν αφού απομακρύνεται η χαρά της παιδικής αθωότητας. Και ο φόβος επανέρχεται με άλλο πρόσωπο, αυτό του “κομήτη” που μπορεί να αφανίσει τη γη. Όσο για το “αντίο” του αποχαιρετισμού, συνεχίζει να στάζει την πίκρα του μέσα στην παιδική ψυχή.Τί σώζει ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα σε σκληρές συνθήκες; Μόνο εκείνα που κουβαλάει η ψυχή του. Επειδή κάποιος του τα δίδαξε ως αξίες ζωής;)
****
ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ – Ο ΚΟΜΗΤΗΣ & ΠΑΛΙ ΑΠ΄ΤΗΝ ΑΡΧΗ
Και τώρα μπήκε στη ζωή μας το σχολείο!
Σπουδαία υπόθεση και θα πάω ευχαρίστως. Δεν πίστευα όμως ότι υπάρχουν ακόμα σχολεία. Νόμιζα πως όλοι οι δάσκαλοι είναι μαζί με τον πατέρα στο νησί — Εξορία το έλεγαν, και ξέχασα να σας το πω — και τα σχολεία είχαν κλείσει.
Και τώρα λέει η μητέρα να πάω στο σχολείο, για να γραφτώ στην Πρώτη τάξη.
Πήγαμε μαζί. Με έγραψε, φαίνεται, αφού την άλλη μέρα έπρεπε να ξαναπάω.
Έτσι έχασα την ησυχία μου. Κάθε μέρα αυτό το βιολί θα γίνεται; Πρωί-πρωί να ξεσηκώνομαι άδικα, να νυστάζω, και να πρέπει, ντε και καλά, να πιω το βρωμογάλα μου; Έτσι θα το λέω κι ας με μαλώνει η μαμά! Δεν το θέλω!
Κι ύστερα, να πηγαίνω στο σχολείο! Να στριμώχνομαι σε μια αυλή με τόσα παιδιά. Αφού δεν χωράμε, τι μας μαζεύουν εκεί μέσα;
Πάμε να πιούμε νερό και κινδυνεύουμε. Μας το είπε η δασκάλα μας έτσι ακριβώς:
«Κινδυνεύετε να σας σπρώξουν τα μεγάλα παιδιά, που τρέχουν σαν τα θηρία. Θα καθόσαστε εδώ, σ’ αυτή τη μικρή αυλή, κοντά στο γραφείο των δασκάλων».
Χωριστήκαμε, λοιπόν: εμείς οι μικροί από ’δω, και οι μεγάλοι από ’κει. Σπουδαίο σχολείο κι αυτό!
Καλύτερα να καθόμουν στο σπίτι μου. Το είπα και στη μητέρα.
Την άλλη μέρα κιόλας ήρθε στο σχολείο. Την είδα στο διάλειμμα και μου ορκίστηκε πως όλοι οι δάσκαλοι με αγαπούν πάρα πολύ.
Όλοι οι δάσκαλοι γνωρίζουν τον πατέρα. Πρέπει να μάθω γράμματα. Δεν γίνεται να κάθομαι στο σπίτι, επειδή είμαι μαθήτρια και πρέπει να διαβάζω. Εμένα όμως δεν μου άρεσε! Αυτό το σχολείο δεν ήταν αληθινό. Κι αφού η μητέρα ήταν με το μέρος τους κι όχι με το δικό μου, να μην ξανάρθει στο διάλειμμα για να με δει. Δεν τη θέλω!
Γιατί; Διότι το αληθινό σχολείο το ήξερα πολύ καλά. Είχε λίγα παιδιά και μουριές στην αυλή. Με κράταγε η Αγγελίνα από το χέρι και παίζαμε όλοι μαζί, και οι μικροί και οι μεγάλοι. Στην τάξη, διάβαζαν όλα τα παιδιά με τη σειρά κι έγραφαν αριθμητική. Όποιος δεν ήξερε καλά την αριθμητική του, τον σήκωνε ο πατέρας στον πίνακα και του εξηγούσε το πώς και το γιατί. Έτσι μάθαινε καλά όσα δεν ήξερε, και τα μάθαιναν και τ’ άλλα παιδιά, που άκουγαν με προσοχή.
Εδώ δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Μας βάζουν μέσα στην τάξη και καθόμαστε. Κάνουν μάθημα μερικά παιδιά και τα υπόλοιπα χαζεύουν. Χτυπάει το κουδούνι και βγαίνουμε στην αυλή. Στεκόμαστε όρθιοι και προσέχουμε να μη μας χτυπήσουν. Ύστερα βαριόμαστε και λέμε ψέματα για να περάσει η ώρα.
«Εγώ έχω πάει στη Θεσσαλονίκη και στην Αίγυπτο και στον Βόλο και στην Ασία. Εσύ πού έχεις πάει;» ρωτάει η Αθηνά με τη μακριά κοτσίδα.
«Εγώ έχω πάει στην Αθήνα και στη Λάρισα και στην Αμερική και στην Αφρική και στον Πειραιά», λέει η Πηνελόπη.
Ωραίο όνομα έχει αυτό το κορίτσι. Το λες και σου γεμίζει το στόμα.
«Εσύ;» ρωτάνε εμένα.
«Εγώ έχω πάει στο Μετόχι», τους απαντώ.
«Σε πέρασα, σε πέρασα, σε πέρασα!» φωνάζει η Αθηνά και χοροπηδάει.
Χοροπηδάει και η Πηνελόπη. Με πέρασε κι αυτή. Τι ψευταράδες που είναι! Όλο ψέματα λένε αυτά τα παιδιά. Τόσο μικρά που είναι, πότε πρόφτασαν και πήγαν στην Αμερική; Εδώ ο παππούς μου ο Παντελής έγινε τόσο μεγάλος για να πάει.
«Σε πέρασα, σε πέρασα!» χοροπηδάει η Πηνελόπη γύρω μου και μου βγάζει τη γλώσσα.
«Ψευταράδες!» σκέφτομαι. Τώρα θα σας δείξω εγώ. Κι άμα λέτε ψέματα εσείς, ξέρω κι εγώ να λέω. Όμως δεν θέλω. Τώρα όμως θέλω. Κι αρχίζω:
«Έχω πάει στο Μετόχι, στη Σέτα, στην Κουρκουλιά, στην Αμερική (έχει πάει ο παππούς μου — το ίδιο είναι), στη Θεσσαλονίκη (εκεί έχει μία θεία η κυρία Τασία), στη Θήβα (από ’κει είναι ο Σταύρος… της κυρίας Ερασμίας… που λέγαμε…), στην Ικαρία, στη Μακρόνησο, στον Άη-Στράτη, στην Τήνο…!!!»
Σας πέρασα! Σας πέρασα! Το είδα στα μάτια σας. Και τώρα, αντίο!
Και εξηγώ: στην Ικαρία ήταν ο πατέρας μου, και στη Μακρόνησο είναι τώρα. Μας το έγραψε.
Και για τον Άη-Στράτη μας έγραψε, το ίδιο και για την Τήνο.
Κι όταν μεγαλώσω, θα κάνω ταξίδια. Πολλά ταξίδια, για να γνωρίσω όλο τον κόσμο.
Και μ’ εσάς τα χαζοπούλια, που μόνο να παραβγαίνετε ξέρετε, δεν θέλω πολλά-πολλά. Σας βαριέμαι. Όλο μαλώνετε και όλο πειράζετε τα παιδιά που κάθονται ήσυχα στο θρανίο τους.
Να, όπως η Ντίνα. Φοράει κουκούλα στο κεφάλι και μιλάει ψευδά. Κι εσείς την κοροϊδεύετε. Γιατί δεν παίζετε μαζί της; Γιατί της τραβάτε την κουκούλα και την κάνετε να κλαίει;
Κανένα παιδί στο χωριό δεν θα το έκανε αυτό. Ούτε η Δροσούλα μου, ούτε το Λουλουδάκι μου, ούτε ο Λευτεράκης μου. Εμείς παίζαμε όλοι μαζί και μοιράζαμε τα καρύδια μας.
Δεν θέλω να είμαι σ’ αυτό το σχολείο. Το είπαμε και το ξαναλέμε. Μοιάζει με τη φυλακή που είχαν κλεισμένο τον πατέρα μου.
«Θα πας!», επιμένει η μητέρα και μου φέρνει τη Θεώνη, πρωί-πρωί, για να πάμε μαζί στο σχολείο.
Βρε, μπελά που βρήκαμε! Η Θεώνη είναι ανιψιά της κυρίας Αμαλίας, που μένει στο διπλανό δωμάτιο από εμάς. Πώς βρεθήκαμε τώρα στο ίδιο σχολείο; Δεν πρόλαβα να καταλάβω αν τη θέλω για φιλενάδα μου ή όχι. Κι εκείνη, πρωί-πρωί, να με ρωτάει: «Έγραψες; Διάβασες;»
Ε, αφού το θέλουν όλοι τους, γράφω την αντιγραφή μου στα γρήγορα και φεύγω με τη Θεώνη για το σχολείο.
“Η Θεώνη είναι καλή μαθήτρια. Δεν ξεχνάει τα μαθήματά της. Τα γράφει όλα από βραδύς και το πρωί έχει το κεφάλι της ήσυχο…», λέει η μητέρα και με κοιτάζει με… νόημα.
Ε, λοιπόν, κάτι στραβό γίνεται με μένα! Έχω σίγουρα κάποιο ελάττωμα. Δεν είμαι κανονικό παιδί, ώστε να γράφω και να διαβάζω με πρόγραμμα, όπως κάνουν όλα τα καλά παιδιά.
Και κοίτα να δεις, ο κόσμος γέμισε από καλά παιδιά αυτόν τον χειμώνα! Εγώ τι θ’ απογίνω, δεν ξέρω ακόμα. Γυρίζω από το σχολείο και λέω από μέσα μου: «Τώρα που θα πάω σπίτι, θα γράψω και θα διαβάσω!»
Αυτό είναι! Μια απόφαση. Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού, αφήνω τη σάκα μου πάνω στο τραπέζι, κι εκεί με περιμένει μέχρι το άλλο πρωί. Την παίρνω και φεύγω.
Στον δρόμο προσπαθώ να θυμηθώ: τι έγινε πάλι και ξέχασα να γράψω; Ψάχνω μέσα στο μυαλό μου, αλλά δεν βρίσκω τίποτα! Ούτε το σχολείο. Αυτό ειδικά ξαναμπαίνει στο κεφάλι μου μόνο κάθε πρωί. Το απόγευμα είναι άλλη ώρα. Έχουμε κι άλλες δουλειές. Όλο τα ίδια και τα ίδια θα κάνουμε; Πάει, τα είπε η δασκάλα και τα μάθαμε. Πάμε παρακάτω. Κάτι καινούργιο τώρα!
Διότι… μπορεί να μην είμαι από τα «καλά» παιδιά που έχουν καλογραμμένα τετράδια, αλλά τα ξέρω όλα — όλα όσα μας ρωτάει η δασκάλα. Κι όταν μας γράφει στον πίνακα «άγνωστο κείμενο», όπως το λέει, είμαι η πρώτη που το διαβάζω χωρίς να κομπιάζω. Και την αριθμητική μου την ξέρω. Ένα κι ένα μέχρι το δέκα. Κι από το δέκα έξω ένα, ένα ως το μηδέν.
Δεν ξέρω ποιος τα βάζει στο κεφάλι μου. Μπορεί να μπαίνουν μόνα τους εκεί μέσα. Νιώθω μεγάλη αγάπη γι’ αυτά τα γράμματα, που μπαίνουν από μόνα τους στο μυαλό μου για να μη με κουράζουν.
Αφού είναι έτσι τα πράγματα, γιατί να διαβάζω και στο σπίτι; Δε διαβάζω. Είμαι, φαίνεται, από τα ανάποδα παιδιά. Κι αφού πια ήξερα πού ανήκω, ησύχασα. Μόνο που, όταν άκουγα τη φωνή μου να διαβάζει το «άγνωστο κείμενο» στον πίνακα, απορούσα.
Το συνήθισα όμως κι αυτό… και μας έπιασε η άνοιξη. Μετά θα ερχόταν το καλοκαίρι και μετά το φθινόπωρο. Τελευταίος ήταν ο χειμώνας, επειδή το έτος έχει τέσσερις εποχές και δώδεκα μήνες.
Τόσο σπουδαία πράγματα που μάθαινα, έπρεπε κάπου να τα λέω. Τα έλεγα στη μητέρα, κι εκείνη, αντί να χαρεί μαζί μου, αποφάσισε να κάνω φροντιστήριο διότι, αν δεν έκανα, θα έλεγαν στη γειτονιά πως δεν με προσέχουν στο σπίτι, και θα ντρεπόμασταν.
Έτσι έκαναν όλα τα καλά παιδιά, που είχαν καλούς γονείς και φρόντιζαν τα παιδιά τους να γίνουν καλοί μαθητές.
«Θα πας στο φροντιστήριο!», πρόσταξε τότε η μαμά, και μου μίλησε για την κυρία Νίτσα, τη δασκάλα που έμενε δυο σπίτια παρακάτω από εμάς. Δεν θα μας παίρνει και λεφτά. Γνωρίζει τον πατέρα και θέλει, λέει, να μας βοηθήσει.
Δεν ήξερα πως η δασκάλα μου έμενε στην ίδια γειτονιά με εμάς. Χάρηκα που ήταν κοντά μας, αλλά δεν ήταν και ανάγκη να μας βοηθάει — πρωί-βράδυ — με την αριθμητική!
Κι όμως, πήγα. «Δεν είναι σωστό ν’ αρνηθούμε», είπε η μαμά.
Η δασκάλα μου καθόταν στην καρέκλα της και έπλεκε ένα πουλόβερ με ωραία χρώματα. Δίπλα της ήταν μια κυρία — φιλενάδα της, όπως μας είπε — που της έκανε παρέα τ’ απογεύματα κι έπιναν μαζί το καφεδάκι τους. Γύρω από το τραπέζι καθόμασταν εμείς, τα παιδιά. Ένα-ένα έλεγε την αριθμητική του, την ίδια που είχαμε πει και στο σχολείο το πρωί. Μόλις τελείωνε, έφευγε. Αμέσως άρχιζε το άλλο, κι ύστερα το επόμενο. Σιγά-σιγά λιγοστεύαμε, ώσπου έμεινα τελευταία.
-Τώρα, Φανή, θα δεις τι ωραία που θα μας τα πει η Μαίρη, είπε η δασκάλα μου στη φιλενάδα της.
Αν δεν ήταν δασκάλα, πολύ θα την αγαπούσα αυτή την όμορφη κυρία. Δεν μπορούσα όμως να τα βάλω και τα δύο μαζί -την αγάπη και τον φόβο. Σαν κυρία Νίτσα, πολύ μου άρεσε· όπως μου άρεσε και το δωμάτιο, που καθόμασταν, με τις ωραίες κουρτίνες και τον ξύλινο μπουφέ. Ο ήλιος έμπαινε από την μπαλκονόπορτα, και το δωμάτιο ήταν γεμάτο φως. Η φιλενάδα της δεν μας ενοχλούσε· καθόταν ήσυχη, έπλεκε, άκουγε τι λέγαμε και μας χαμογελούσε. Χαμογέλασε και σε μένα και τότε η κυρία Νίτσα έγινε πάλι… δασκάλα.
Ε, τότε φοβήθηκα. «Θα τα ξεχάσω όλα», σκέφτηκα. Κι όμως, το μυαλό μου δεν τα ξέχασε. Τα είπα καλά.
Κι αυτό το βιολί γινόταν κάθε μέρα: πήγαινα στην κυρία Νίτσα, έλεγα την αριθμητική μου. Τα μάτια μου βούρκωναν. Τα κρατούσα τεντωμένα, δεν τα ανοιγόκλεινα, για να μη μου ξεφύγει κανένας αριθμός. Μεγάλη δυσκολία είχα όταν κατέβαινα: «δέκα μείον δύο ίσον… δέκα, εννιά», σκεφτόμουν από μέσα μου, «οχτώ», έλεγα δυνατά. Έτσι έτρωγα έναν αριθμό και έλεγα τον επόμενο, ώσπου έφτανα στο μηδέν.
– Μπράααβο! Είδες που στο έλεγα, Φανή; Η Μαιρούλα τα ξέρει όλα πολύ καλά!, ενθουσιαζόταν η κυρία μου.
Κοίτα να δεις τώρα! Ας μην κοροϊδευόμαστε και μεταξύ μας! Δεν τα ήξερα όλα καλά, κι ας έλεγε η δασκάλα μου το αντίθετο. Επειδή είχα βρει το κόλπο να κάνω την αφαίρεση, δεν ήταν ανάγκη να μου λέει και «μπράβο». Ήταν σαν να με κορόιδευε ή σαν να την κορόιδευα εγώ. Και δεν μου άρεσε.
Η καρδιά μου ήξερε πότε ξέρω το μάθημα και πότε κοροϊδεύω, και μου το έλεγε από μέσα μου. Μου είπε, λοιπόν, πως την αριθμητική δεν την αγαπάω, και πως δεν τα καταφέρνω ούτε να δίνω ρέστα, όπως ο μπακάλης μας που με ρώτησε:
— Πόσα ρέστα θα σου δώσω, αν έχεις έξι δραχμές και σου κρατήσω δύο;
Άκου τώρα ερώτηση! Τίποτα δεν μου κατέβαινε στο νου για να του απαντήσω.
Επομένως — όπως έλεγε η κυρία Τασία, που μιλούσε ωραία — δεν ήξερα. Αλλά δεν είχα σκοπό να περνάω τις ώρες μου στο φροντιστήριο, λέγοντας κάθε απόγευμα τα ίδια που έλεγα και το πρωί στο σχολείο. Ή μαθαίνουμε στο σχολείο, ή δεν μαθαίνουμε. Όλα τα άλλα είναι κοροϊδίες.
Έτσι ακριβώς θα έλεγε κι ο πατέρας — είμαι σίγουρη. Θυμάμαι πολύ καλά πώς μιλούσε.
Αφού αποφάσισα τι θα έκανα από ‘δω και πέρα, βγήκα στο πεζοδρόμιο. Ήταν απόγευμα. Είδα τα παιδιά να περνούν ένα-ένα και να μπαίνουν στο σπίτι της δασκάλας. Γύρισα την πλάτη μου κι έπαιξα κουτσό πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου. Η μέρα πέρασε ήσυχα. Η μητέρα δε ρώτησε τίποτα.
Την άλλη μέρα, πάλι δεν πήγα στο φροντιστήριο. Έπαιξα τσιγκολελέτα στην αυλή, έκανα παρέα στον Τάκη και βρήκα ένα ωραίο βιβλίο. «Αραβικά παραμύθια» ήταν ο τίτλος του, και το είχε η κυρία Τασία στη βιβλιοθήκη της.
Βάλθηκα να το διαβάζω. Μεγάλος μπελάς ήταν αυτά τα διπλά γράμματα, που έπρεπε να τα διαβάζουμε μαζί και με μπέρδευαν. Μου τα εξηγούσε, όμως, η κυρία Τασία, μόλις τα έβρισκα σε κάποια λέξη — κι έμαθα πως το «α» και το «ι» τα διαβάζουμε μαζί και λέμε: α+ι=ε! Όπως και το «ο+ι», που το διαβάζουμε «ι».
Μου τα μάθαινε όλα σιγά-σιγά, όποτε τα συναντούσα σε κάποια λέξη και τη ρωτούσα. Ήταν όμως πολλά. Βράδιασε. Με πόνεσε το κεφάλι μου. Κατέβηκα στο δωμάτιό μας και κοιμήθηκα. Ήμουν πολύ ευχαριστημένη.
-Δεν πηγαίνει το παιδί στο φροντιστήριο; ρώτησε η κυρία Τασία τη μητέρα ένα απόγευμα.
-Έτσι αποφάσισε από μόνη της, απάντησε η μητέρα. Και δεν ξαναμιλήσαμε γι’ αυτό το θέμα
Στη ζωή μας μπήκαν τώρα καινούργια θέματα, και τα παλιά πήγαν περίπατο. Ποιος θα μιλάει για αριθμητική, όταν θα περάσει ο κομήτης! Όλα τα παιδιά στο σχολείο γι’ αυτό μιλούσαν.
«Θα πεθάνουμε όλοι», μου το τόνισε η Θεώνη, για να το καταλάβω καλά. Ε, τότε γιατί να πηγαίνουμε στο σχολείο; Γιατί δεν καθόμαστε στο σπίτι μας, να πεθάνουμε όλοι μαζί, παρέα; Δεν χώραγε εξήγηση. Όλοι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από κόσμο. Όλοι μιλούσαν για τον κομήτη και ψώνιζαν μπακαλιάρο και κριθαράκι. Τα μπακάλικα ήταν γεμάτα, και ο κύριος Καραμελάς στη γειτονιά μας έφτιαξε καινούργιο σχέδιο για καραμέλες, που έμοιαζαν με μικρούς κομήτες. Τα παιδιά γέμιζαν τις τσέπες τους. Οι μπαμπάδες πλήρωναν. Οι μαμάδες έκλαιγαν.
«Θα πεθάνουμε!» μου φώναζε πάλι η Θεώνη.
Αμάν, με ζάλισε κι αυτή! Ας πεθάνουμε. Θα πάμε κοντά στον Θεούλη. Μόνο που ήθελα να είμαι μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα την ώρα που θα μας τίναζε στον αέρα ο κομήτης, για να είμαστε και οι τρεις μαζί, πάνω στη χώρα του Θεού.
Όχι ότι μου άρεσε όλη αυτή η φασαρία, αλλά αν —όπως έλεγαν— το είχαν γράψει τα βιβλία και δεν τη γλιτώναμε με τίποτα, τι άλλο να κάναμε; Να σκάσουμε πριν έρθει η ώρα μας; Δεν έβρισκα λύση. Για το μόνο πάντως που έσκαζα, ήταν που δεν ήξερα τι θα γινόταν μετά τον θάνατό μας. Θα έμενε κανένα κομμάτι από τη Γη μας ή θα τιναζόταν σε μυριάδες κομμάτια στο άπειρο;
Άπειρο! Τι όμορφη λέξη ήταν κι αυτή! Από την πρώτη στιγμή που την άκουσα, δεν με χώραγε ο τόπος. Ήθελα να φύγω. Να πάω πού; Στο άπειρο; Πώς να ήταν; Σαν το φως της αυγής το έβλεπα μπροστά μου, ν’ απλώνεται ολόγυρα και να μη τελειώνει ποτέ. Ποτέ και στο άπειρο…! Και γέμισε η γη από μια παράξενη ομορφιά και λέξεις άγνωστες, που έγραφαν από μόνες τους χίλια παραμύθια.
Ο κομήτης έφυγε. Πέρασε από κοντά μας και ούτε που μας ακούμπησε. Μας άφησε στην ησυχία μας, στα σχολεία μας, στις δουλειές μας. Οι νοικοκυρές πήγαν πάλι στα μπακάλικα κι αγόρασαν ζάχαρη. Όταν περνάει ο φόβος, φτιάχνεις γλυκά. Έτσι φάγαμε κι εμείς χαλβά. Μας άρεσε πολύ, και ξαναφτιάξαμε όταν ήρθε ο Μήτσος μας.
«Μητσάκη της γιαγιάς, πώς μας βρήκες σ’ αυτή τη μεγάλη πόλη, που τη λένε Χαλκίδα;» ρωτούσε η σκέψη μου, αλλά δεν το έλεγα φωναχτά, γιατί η καρδιά μου χαιρόταν τόσο πολύ, που κρατούσε μέσα της τα λόγια.
Τον τελευταίο καιρό είχα προσέξει ότι όλοι οι δικοί μας άνθρωποι μάς εύρισκαν εδώ! Ακόμα και η Ευγενία, η κόρη της Μαριγούλας που —όπως είπαμε— ήταν η φιλενάδα της γιαγιάς Παντελήνας. Ήρθε, λοιπόν, η Ευγενία στο σπίτι μας και, από τη μεγάλη μου χαρά, της τράβηξα την καρέκλα προτού προλάβει να καθίσει. Σωριάστηκε στο πάτωμα με τα πόδια στον αέρα.
Πόνεσε. Το είδα στα μάτια της και ντράπηκα πολύ όταν με πήρε στην αγκαλιά της και με φίλησε.
«Τι κάνεις, καλό μου;» με ρώτησε και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. «Καλό μου» με φώναζε η Μαριγούλα.
Όλος ο τόπος γύρω μου μύρισε ξαφνικά Μετόχι και ρίγανη. Δεν μίλησα τότε σε κανέναν για να του πω όσα ένιωθα, γιατί δεν έπρεπε να κλάψω. Είχα άλλη δουλειά, όπως το να καθαρίσω το «φανάρι» για να βάλουμε μέσα το τυρί και τις σαρδέλες, που θα μας έφερνε ο Μήτσος μας όταν πληρωνόταν από τη δουλειά του.
«Τώρα που έπιασα δουλειά στο τσιμεντάδικο, θα σου φέρνω κάθε μέρα τυρί και σαρδελίτσες, που σου αρέσουν», μου υποσχέθηκε.
Δηλαδή… αν κατάλαβα καλά… θα έμενε μαζί μας; Μαζί μας; Στο ίδιο δωμάτιο; Κι όταν θα νύχτωνε, θα άνοιγε η πόρτα με ένα κλειδί και θα έμπαινε ο Μήτσος μας; Εγώ, στ’ αλήθεια, στη μεγάλη χαρά δεν ξέρω ποτέ τι να πω. Καρφώνονται τα πόδια μου στη γη, τσούζει ο λαιμός μου και τη νύχτα δεν κλείνουν τα μάτια μου. Ξενυχτάω.
Και το πρωί, λέει η μητέρα: «Κοιμήθηκε καλά το παιδί μου, έτσι; Το βλέπω στα μάτια του, που λάμπουν».
Ο Μήτσος πήγαινε στη δουλειά του κι ερχόταν στο σπίτι μας, πάντα λιγόλογος, πάντα σαν μεγάλος.
«Μαμά, πόσο χρονών είναι ο Μήτσος μας;»
«Δεκαεννιά», μου απάντησε.
“Πολύ μεγάλος! Μπορεί και να παντρευτεί τώρα και να μας αφήσει; Να αποκτήσει δικά του παιδιά; Και τότε θα με αγαπάει ακόμα;»
Σε μεγάλη στεναχώρια με έβαλαν αυτές οι σκέψεις, αλλά δεν κράτησαν για πολύ. Σταμάτησαν απότομα, όταν άκουσα την παρακάτω κουβέντα:
«…αυτά τα λίγα χρήματα, που μας έστειλαν οι μπαρμπάδες από την Αμερική, μας τελείωσαν. Πρέπει να πάμε στην Κύμη. Τουλάχιστον θα είμαι μαζί με τ’ αδέλφια μου, ώσπου ν’ αλλάξει αυτή η κατάσταση», άκουσα να λέει η μαμά, που κουβέντιαζε με την κυρία Τασία.
Φύγαμε και ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι φεύγαμε από κάπου. Η πρώτη φορά που χαιρέτησα, αποχαιρέτησα και έκλαψα. Όχι με δάκρυα, αλλά με πόνο που μου έσφιγγε την ψυχή. Δεν ήταν ανάγκη να ψάξω μέσα στον σφιγμένο μου λαιμό για να τον βρω. Δεν είχε κρυφτεί μέσα σε αναφιλητά. Δεν μου ξέφευγε μέσα στη σιωπή. Ήταν εκεί, μεγαλοπρεπής και παρών. Μου μιλούσε και τον άκουγα.
«Φεύγεις!», μου είπε. Το μαγκάλι, το παράθυρο, το φανάρι για το φαγητό ,όλα μένουν πίσω. Ο μαντρότοιχος ακίνητος, και πίσω του θα κλαίει καμιά φορά η κυρία Ελένη.
«Τάκη, καλέ μου Τάκη, μικρέ μου φίλε, Τάκη… δεν θα σε ξαναδώ;» ρωτούσε η ψυχή μου.
Κι εκείνη μου απαντούσε: «Δεν είναι και τόσο μακριά η Κύμη. Να, ρώτα και τη μαμά σου. Είναι κοντά. Θα μπουν στο μεγάλο λεωφορείο και θα έρθουν να μας βρουν».
Ωραία! Θα είμαι μεγάλη τότε και θα αγοράσω στον Τάκη ένα ωραίο βιβλίο. «Αραβικά παραμύθια» θα γράφει στο εξώφυλλο. Θα του αγοράσω και βώλους, που του αρέσουν πολύ. Θα τηγανίσω και αυγά με τυρί, που αρέσουν στην κυρία Τασία.
— Ε; Κυρία Τασία, που σ’ αγαπάω! Ποτέ δεν στο είπα. Το έγραφα μόνο μέσα στα μάτια μου. Κι εσύ το διάβαζες… όταν με μάθαινες τις διφθόγγους. Θα έρθετε… θα έρθετε… κάποια μέρα, έτσι δεν λέγατε;
Το αυτοκίνητο, που θα μας πήγαινε στην Κύμη, γλίστρησε στην άσφαλτο… Τους χαιρέτησα με το χέρι… Ο δρόμος απλωνόταν… Κι ύστερα τους έχασα… Ο δρόμος απλωνόταν πολύ.
Δεν ήρθαν ποτέ. Δεν πρόλαβαν. Σκοτώθηκαν κι οι δύο μαζί, μια μέρα κάποιου Ιούνη, στην Ιταλία.
Ο Τάκης ήταν πια 25 χρονών. Είχε αγοράσει το πρώτο του αυτοκίνητο. Και πήγε, πρώτη φορά, διακοπές με τη μητέρα του. Στην Ιταλία!
