Ρεπορτάζ: Χρήστος Μουρτζούκος – Γερμανία
Ογδόντα χρόνια μετά τη ναζιστική θηριωδία της 1ης Μαΐου 1944, όταν 200 Έλληνες εκτελέστηκαν από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στο Σκοπευτήριο της Καισαριανή, η δημοσιοποίηση φωτογραφιών από την εκτέλεση επαναφέρει ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ιστορίας στο ευρωπαϊκό προσκήνιο.
Ωστόσο, η αντίδραση του γερμανικού Τύπου χαρακτηρίζεται από περιορισμένη έκταση, προσεκτική γλώσσα και εμφανή αποφυγή εκτενούς ανάλυσης.
Οι φωτογραφίες, που για δεκαετίες θεωρούνταν χαμένες, εμφανίστηκαν προς πώληση στην πλατφόρμα eBay από Βέλγο ιδιώτη συλλέκτη με έδρα τη Γάνδη. Το γεγονός προκάλεσε έντονη οργή και φρίκη στην Ελλάδα, αλλά και μια συγκρατημένη, αν και υπαρκτή, κινητικότητα σε μερίδα των γερμανικών μέσων ενημέρωσης. Παρά ταύτα, τα μεγάλα έντυπα και τηλεοπτικά δίκτυα στη Γερμανία επέλεξαν να καλύψουν την υπόθεση κυρίως ως είδηση και όχι ως αντικείμενο ιστορικής ή πολιτικής εμβάθυνσης.
Το πιο αναλυτικό ρεπορτάζ στη προήλθε από το Euronews στην Γερμανία, το οποίο ανέδειξε τη φρίκη των εικόνων και έθεσε στο επίκεντρο το ζήτημα της «ψηφιακής δημοκρατίας» και των ορίων της, όταν αρχειακό υλικό ακραίας βίας διακινείται ως εμπορεύσιμο αντικείμενο. Το Euronews τόνισε ότι οι φωτογραφίες αποτελούν αδιάσειστα τεκμήρια της ναζιστικής εγκληματικής πολιτικής στην κατεχόμενη τότε Ελλάδα και υπογράμμισε την ανάγκη να περιέλθουν στην κατοχή του ελληνικού κράτους ή σε δημόσιο μουσείο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.
Η εφημερίδα Bild αναφέρθηκε επίσης στην υπόθεση, δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι πρόκειται για άγνωστες έως σήμερα φωτογραφίες μαζικής ναζιστικής εκτέλεσης. Στην ηλεκτρονική της έκδοση σημείωσε ότι η αγγελία στο eBay προκάλεσε σοκ και αγανάκτηση στην Ελλάδα, ενώ έκανε αναφορά στη δήλωση του Βέλγου συλλέκτη ότι διέκοψε τη δημοπρασία έπειτα από τις αντιδράσεις και ότι επιθυμεί τη μεταβίβαση του υλικού στην ελληνική κυβέρνηση.
Πιο θεσμική και αποστασιοποιημένη ήταν η προσέγγιση της Rheinische Post, η οποία ανέφερε ότι, μετά από οκτώ δεκαετίες, επανεμφανίστηκαν φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 Ελλήνων στην Καισαριανή. Η εφημερίδα σημείωσε ότι το υλικό εντοπίστηκε αρχικά μέσω ομάδας στο Facebook που ασχολείται με αρχεία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ότι οι ελληνικές αρχές εξετάζουν την αυθεντικότητά του. Παράλληλα, έγινε αναφορά στις διαδικασίες που έχουν κινηθεί από το ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού και στην επικείμενη μετάβαση κλιμακίου στη Γάνδη για συνομιλίες με τον κάτοχο των φωτογραφιών.
Αντίστοιχες, σύντομες αναφορές εντοπίζονται και σε άλλα μέσα, τα οποία παραπέμπουν σε δημοσιεύματα ελληνικών εφημερίδων, όπως «Τα Νέα» και η «Καθημερινή», χωρίς να προχωρούν σε περαιτέρω σχολιασμό. Κοινός παρονομαστής είναι η επισήμανση ότι πρόκειται για εξαιρετικά ευαίσθητο ιστορικό υλικό, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο ιδιωτικής εκμετάλλευσης.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τον γερμανικό Τύπο είναι αυτή της επιφυλακτικότητας. Η ναζιστική περίοδος παραμένει ένα βαρύ ιστορικό φορτίο για τη γερμανική κοινωνία και τα μέσα ενημέρωσης φαίνεται να αποφεύγουν μια εκτενή συζήτηση που θα άνοιγε εκ νέου ζητήματα ιστορικής ευθύνης, εγκλημάτων πολέμου και κατοχικών αποζημιώσεων. Έτσι, η κάλυψη περιορίζεται κυρίως στην ανάγκη της αυθεντικότητας των φωτογραφιών και το αίτημα να επιστραφούν στην Ελλάδα.
Στον γερμανικό δημόσιο λόγο, τόσο στον Τύπο όσο και στα ραδιόφωνα, κυριαρχεί η άποψη ότι το αρχειακό αυτό υλικό οφείλει να περιέλθει στην κατοχή του ελληνικού κράτους και να αξιοποιηθεί αποκλειστικά για ιστορική μνήμη και τεκμηρίωση.
Η υπόθεση της Καισαριανής, έστω και μέσα από μια συγκρατημένη κάλυψη, υπενθυμίζει ότι τα εγκλήματα της ναζιστικής κατοχής δεν αποτελούν κλειστό κεφάλαιο, αλλά ζωντανό ζήτημα ιστορικής ευθύνης για ολόκληρη την Ευρώπη. Και ίσως να επαναφέρουν το θέμα των αποζημιώσεων στο προσκήνιο.
