Η μετοχή της Rheinmetall καταγράφει νέα δυναμική, καθώς θετικές εξελίξεις σε ρυθμιστικό και επιχειρησιακό επίπεδο ενισχύουν το επενδυτικό αφήγημα.
Μετά την άδεια που χορήγησε η ευρωπαϊκή ρυθμιστική αρχή, η τιμή σημείωσε άλμα 5,8% την Τετάρτη, ενώ στις πρωινές συναλλαγές της Πέμπτης πρόσθεσε ακόμη 0,47%, προσεγγίζοντας τα 1.700 ευρώ.
Η τεχνική εικόνα βελτιώνεται αισθητά. Η μετοχή πλησιάζει τη γραμμή των 200 ημερών, σε απόσταση μόλις 1% έως 3%, επίπεδο που παραδοσιακά λειτουργεί ως ισχυρό σήμα για τους επενδυτές τάσης. Η διάσπασή του θα μπορούσε να ενεργοποιήσει αλγοριθμικές στρατηγικές και να προσδώσει νέα ώθηση στην ανοδική πορεία.
Στο θεμελιώδες υπόβαθρο, το βιβλίο παραγγελιών ενισχύεται. Οι εξελίξεις που συζητήθηκαν στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου επιβεβαίωσαν το κλίμα, η Ευρώπη επιταχύνει την ενίσχυση της άμυνάς της. Εντός του ΝΑΤΟ, επανέρχεται η συζήτηση για στόχο αμυντικών δαπανών έως και 5% του ΑΕΠ μέχρι το 2035, προοπτική που συνεπάγεται ουσιαστικά διπλασιασμό των σημερινών κονδυλίων.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι μεγάλοι αμυντικοί όμιλοι αναμένεται να είναι οι βασικοί ωφελημένοι. Αν και η πρόσφατη εκτίμηση για έσοδα άνω των 13,6 δισ. ευρώ το 2025 κρίθηκε συντηρητική από την αγορά, οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν ισχυρές, με τις πωλήσεις να εκτιμάται ότι θα αυξάνονται για χρόνια.
Στρατηγικά, η Rheinmetall διευρύνει το βιομηχανικό της αποτύπωμα. Η έγκριση της ΕΕ για την ενσωμάτωση των NVL και Blohm+Voss ενισχύει την παρουσία της στη ναυπηγική βιομηχανία και συμπληρώνει το υπάρχον χαρτοφυλάκιο. Παράλληλα, από την Ιταλία δόθηκε το «πράσινο φως» για την έναρξη παραγωγής στη Σαρδηνία, στο πλαίσιο συνεργασίας με τη Leonardo.
Οι αναλυτές αποτιμούν τη μέση εύλογη αξία της μετοχής κοντά στα 2.170 ευρώ, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τα τρέχοντα. Η απόσταση αυτή αφήνει περιθώρια περαιτέρω ανόδου, αν επιβεβαιωθούν τα τεχνικά και θεμελιώδη σήματα.
Το ερώτημα για τους επενδυτές παραμένει επίκαιρο, κατοχύρωση κερδών ή περαιτέρω τοποθέτηση; Τα τελευταία δεδομένα δείχνουν ότι η Rheinmetall βρίσκεται σε κομβικό σημείο, με την αγορά να σταθμίζει την ισχυρή γεωπολιτική ζήτηση απέναντι στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της τιμής.
