Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
5η συνέχεια
(Σύνδεση με το προηγούμενο:”Ξεθεώθηκα στη δουλειά-είπε ο Ηρακλής- κατάφερα το ακατόρθωτο! Πού είναι η αναγνώριση; Πού το χειροκρότημα; “Ωχ, δεν πάμε καλά…”, μουρμούρισε ο αετός και κρύφτηκε πίσω από την Ήρα. “Ηρακλή, γύρνα γρήγορα στις δουλειές σου”, διέταξε η θεά. “Δεν πάω πουθενά!”, απάντησε εκείνος πεισματικά.
Τότε η Ήρα σήκωσε ψηλά το χέρι, κρατώντας το κοφτερό ξίφος του Ερμή. Μ’ ένα άγγιγμα στο κεφάλι του, ο Ηρακλής λύγισε στα γόνατα. Προσπάθησε να σηκωθεί, μα ξανάπεσε. Το ίδιο και ξανά, ώσπου έμεινε να σέρνεται στο χώμα….”)
Η Ήρα, χαμογελώντας αινιγματικά, σκέπασε τον ήρωα μ’ ένα γαλάζιο πέπλο.
“Τρέξε στους σοφούς και ενημέρωσέ τους για να γράψουν την ιστορία”, είπε στον αετό.
” Κι ο Ηρακλής;”, ρώτησε εκείνος.
“Μην ανησυχείς. Από τώρα, όπως θα λέει ο μύθος, σκότωσε τη Λερναία Ύδρα”.
Ο αετός επέμεινε να μάθει όλη την αλήθεια. Γι΄αυτό και η Ήρα συμπλήρωσε:
“Ο μύθος θα λέει για ένα τέρας με πολλά κεφάλια. Εσύ όμως να ξέρεις: η Λερναία Ύδρα είναι το τέρας της ψυχής — η ματαιοδοξία και η αρρωστημένη φιλοδοξία. Ο άνθρωπος που τις έχει μέσα του, ό,τι κάνει το κάνει για να φαίνεται, να ξεχωρίζει, να είναι πάνω από τους άλλους. Δεν νοιάζεται για το έργο ούτε για το καλό του άλλου”.
“Τώρα κατάλαβα- ψιθύρισε ο αετός και συμπλήρωσε- ο Θεός με φύλαξε κι έγινα αετός!”- Και πέταξε να μεταφέρει τα νέα.
Η Ήρα έσκυψε ξανά στον Ηρακλή, που μόλις άνοιγε τα μάτια.
“Κράτα αυτό- του είπε, βάζοντας το ξίφος στο δισάκι του- Η Λερναία Ύδρα δεν φεύγει εύκολα. Μέχρι να απαλλαγείς από αυτή, πρέπει να ’χεις το κοφτερό μυαλό του Ερμή για να διακρίνεις το σωστό από το λάθος”.
Κι ενώ εκείνος την κοίταζε θολά, εκείνη είχε κιόλας χαθεί.
«Τι έγινε πάλι;» απόρησε ο Ηρακλής κι ανασηκώθηκε, με το ύφος να δείχνει ότι δεν θυμόταν τίποτε από όσα είχαν συμβεί λίγο πριν. Γύρω του όλα ήταν ήσυχα, τόσο που ακόμα και τα πουλιά του δάσους φαινόταν να είχαν σταματήσει να κελαηδούν.
«Πού είσαι, φίλε μου;» φώναξε, ψάχνοντας με το βλέμμα για τον αετό. Εκείνος φάνηκε αμέσως, κατευθυνόμενος γρήγορα προς το μέρος του.
«Είχα μια δουλειά!» του είπε, και πρόσθεσε με απορία, κοιτάζοντάς τον- «…Είσαι καλά, ήρωά μου;»
«Να μη με ξαναπείς ήρωα. Ένας απλός άνθρωπος είμαι, που προσπαθώ να γίνω καλύτερος», αποκρίθηκε ντροπαλά ο Ηρακλής.
«Πωπωώ! Αλλαγή!!!», θαύμασε ο αετός.
«Αλλαγή είπες; Α, ναι! Μια και μιλάμε για αλλαγή… επειδή ξέρω τι κάνεις και τα πάρε-δώσε σου με τους σοφούς… Κάνε τη δουλειά σου, αλλά εγώ δε θέλω πια να φαίνομαι. Θα κάνω ότι έχω να κάνω κι εσύ με την Ήρα να βρείτε άλλο τρόπο για να καταγράψετε τις μελέτες σας. Εγώ… αποσύρομαι…»
«Στάσου, μεγάλε! Πώς μας παρατάς έτσι, σύξυλους; Εμείς είμαστε σκεπτόμενα όντα», φώναξε ο αετός, πετώντας πίσω του καθώς ο Ηρακλής κάλπαζε ήδη μακριά.
«Όπως λέει και η φιλενάδα μου η κουκουβάγια, θέλουμε λίγο χρόνο για να χωνέψουμε κάθε απόφαση…»-συμπλήρωσε ο αετός φωνάζοντας.
«Εγώ δε χτίζω μόνο με το μυαλό, αλλά και με τα χέρια! Γεια και χαρά σας, φίλοι μου, και περιμένω νέα σας!», βροντοφώναξε ο ήρωας και χάθηκε σε μια στροφή.
«Μωρέ, τούτος μας παραέγινε αποφασιστικός! Πρέπει να συσκεφθούμε εμείς οι σκεπτόμενοι, για να οργανώσουμε τη συνέχεια», μονολόγησε δυνατά ο αετός.
«Εδώ είμαι, καλέ μου», είπε γλυκά η κουκουβάγια και βγήκε από τα σκοτεινά φυλλώματα.
«Βρε καλώς τη συντρόφισσα!», αναφώνησε ξαφνιασμένος ο αετός.
«Το ‘συντρόφισσα’ δεν πάει στην περίπτωση, διότι… να σου εξηγήσω…», πήρε ύφος η κουκουβάγια.
«Άσε, φιλάρα, θα κουραστείς και δε θα το συγχωρήσω στον εαυτό μου», προσπάθησε να την αποφύγει ο αετός.
«Μα, γιατί; Αφού θα κάνουμε σύσκεψη, εμείς οι σκεπτόμενοι… έχω να αναλύσω τις απόψεις μου», επέμεινε η κουκουβάγια.
«Να τις αναλύσεις!!!», έφριξε ο αετός.
«Να τις αναλύσω!», επέμεινε εκείνη.
«Και θα μας πάρει χρόνο;», ρώτησε, αναστενάζοντας ο αετός.
«Ε, όσο και να μην πάρει… κάποιος χρόνος θα χρειαστεί. Το μυαλό καταγράφει με τον δικό του τρόπο τις νέες πληροφορίες. Δεν μπορούμε να το πιέζουμε! Γι’ αυτό χρειάζεται και η ανάλυση. Διότι…».
«…ως χωνεμένη τροφή θα χωράει στο κάθε μυαλό. Μου το έχεις εξηγήσει! Δεν είναι ανάγκη να επαναλαμβανόμαστε!», τη διέκοψε, όλο νεύρα.
«Μπράβο! Πολύ ωραία το είπες!», θαύμασε η κουκουβάγια, κοιτάζοντάς τον βαθιά μέσα στα μάτια.
«Ωχ! Αυτό μας έλειπε! Να μας ερωτευθεί το πουλί και να μας γίνει κολιτσίδα!», μουρμούρισε ο αετός, αλλά ξαφνικά το μάτι του άστραψε.
«Δεν μου λες, φιλενάδα, θα σου άρεσε να αναλύσεις τις απόψεις σου στους κατοίκους του δάσους;»,
«Αχ! Τι ήταν αυτό που μου είπες; Καλέ μου! Το ήξερα ότι με εκτιμάς πολύ!»- Η κουκουβάγια κατασυγκινημένη δεν ήξερε πού να σταθεί.
«Σε εκτιμώ! Αυτό να λέγεται! Και πιο πολύ εκτιμώ την αγάπη σου για τα βαθιά νοήματα. Γι’ αυτό λέω να σε διορίσω Διευθύντρια Σπουδών στους κατοίκους του δάσους!», τόνισε ο αετός.
«Ήρα! Αθηνά! Δία!…», άρχισε να φωνάζει η κουκουβάγια.
«Τι κάνεις εκεί; Συνέλευση με τους Ολύμπιους θα κάνουμε;», τη σταμάτησε ο αετός.
«Μα, θέλω να τους πω τα ευχάριστα νέα!», απάντησε χαρούμενη.
«Καλά, κάνε ό,τι σου αρέσει. Εγώ όμως θα φωνάξω μόνο την Ήρα, για να οργανώσουμε τη συνέχεια», είπε ο αετός, τρίβοντας τις φτερούγες του με ικανοποίηση.
«…Τι καλάάά… ξεφορτωθήκαμε τα βαρετά. Θα τα αναλάβει ο εγκέφαλος της παρέας κι εμείς… θα έχουμε, βρε αδερφέ, και την ελευθερία μας… να πεταγόμαστε ως τον Όλυμπο, να μαθαίνουμε τα νέα, να τα φέρνουμε στη γη… δε λέω όχι, αλλά με τις πολλές εξηγήσεις… άσε καλύτερα, να τα βγάλει πέρα η κουκουβάγια…»
Κι ενώ τα σκεφτόταν αυτά, πέταξε κατευθείαν προς την Ήρα.
«Ήρα! Ήρα! Πού κρύβεσαι; Εδώ χαλάει ο κόσμος!», φώναξε.
«Αλλάζει, θέλεις να πεις!», ακούστηκε η φωνή της πίσω από άσπρα σύννεφα.
«Σιγά τις αλλαγές! Με την κουκουβάγια διευθύντρια;», ειρωνεύτηκε ο αετός και φτερούγισε περήφανα προς τα ψηλά.
«Εσύ, πού λες να βρίσκεσαι, όταν η κουκουβάγια θα αναλύει τα βαθιά νοήματα;», τον ρώτησε η Ήρα, εμφανιζόμενη ξαφνικά μπροστά του και εμποδίζοντάς τον στο πέταγμα.
«Θα… περιφέρομαι», μουρμούρισε, προσπαθώντας να την προσπεράσει.
«Θα περιφέρεσαι, αφήνοντας στους άλλους τα έργα σου;», αγρίεψε η θεά.
«Μα, μου είπες ότι θα φέρνω τα νέα από τον Ηρακλή και οι σοφοί θα τα καταγράφουν, ενώ εσύ θα μου εξηγείς. Δεν φτάνουν αυτά;»
«Εγώ αυτά σου είπα… όμως εσύ πήρες και συνεργάτη. Αφού το θέλεις έτσι, να μάθεις να συνεργάζεσαι σωστά».
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή, θα είσαι και στο δάσος την ώρα που η κουκουβάγια θα εξηγεί όσα μπορεί να εξηγήσει!»
«Δεν μπορεί να τα εξηγήσει όλα;» ρώτησε πονηρά ο αετός, καμαρώνοντας.
