Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

(16η συνέχεια)

(Σύνδεση με το θέμα:Όταν ο κόσμος κάνει τραγούδια τις σφαγές-και από τις δύο πλευρές των αντιφρονούντων-και τα παιδιά τα τραγουδούν στις γειτονιές παίζοντας, τί να ελπίζεις για τη συνέχεια αυτού του τόπου; Ευτυχώς υπάρχουν οι ανάγκες της ζωής που μπαίνουν στη μέση και μας απασχολούν…μας απασχολούν…και πορευόμαστε ελπίζοντας!)

ΟΙ ΝΕΟΙ ΜΠΕΛΑΔΕΣ

Και τώρα, μας βρήκαν νέοι μπελάδες. Η Φαίδρα μας θέλει οπωσδήποτε να παντρευτεί. Μεγάλη ανησυχία μας έπιασε. Η Τούλα παντρεύεται, κι είναι πιο μικρή απ’ τη Φαίδρα.

Είδες τι γίνεται άμα είσαι Κυμαία; Βρίσκεις πιο εύκολα γαμπρό. Έχεις τις ελιές σου για προίκα, τα προικιά τα μαζεύεις νωρίτερα, όλα έρχονται πιο γρήγορα. Η καημένη η Φαίδρα μας, πότε θα τα προλάβει όλα όσα χρειάζονται για να παντρευτεί ένα κορίτσι; Έτσι που τα αποκτάει ένα-ένα, σαν τα μανταλάκια στο σκοινί, πότε θα τα έχει όλα έτοιμα; Και ο χρόνος περνάει!
Η Τούλα όμως… σε λίγο καιρό ανεβαίνει στο πατάρι!

Με έπιασε μεγάλη αγωνία. Άρχισα να μετράω τις δικές μας που είναι για παντρειά: η Φαίδρα, η Αργύρω, η Μένια… κι από κοντά όλες οι άλλες από το χωριό. Δικές μας είναι κι αυτές. Πότε θα τις παντρέψουμε; Η Αγγελίνα μεγάλωσε, το ίδιο και η Λουλού, η Ευγενία, η Αλεξάνδρα! Όλες έτοιμες – κι όπως λέει και η γιαγιά: «Τα χρόνια περνούν!»
Κι όμως, η Τούλα παντρεύεται! Παίρνει τον Λουκά. Είναι χοντρός, άσχημος, ιδρωμένος και βρωμάει – αλλά έχει φορτηγά δικά του, χωράφια και πολλά λεφτά.
Η Τούλα τον σιχαίνεται. Το είπε στην Αργύρω μας. Του γυρνάει την πλάτη όταν τον βλέπει. Κι ο Λουκάς τότε… κλαίει. Πώς να τον πάρει η Τούλα, έτσι που στάζει ολόκληρος από τον ιδρώτα σαν τσουβάλι με φρέσκα σύκα;
Αλλά εκείνος έρχεται φορτωμένος με δώρα. Δηλαδή, στην Τούλα έρχεται – μένει στο διπλανό μας σπίτι – αλλά εμείς το ξέρουμε. Το ξέρει και η γειτονιά ολόκληρη. Περιμένουμε όλοι πότε θα βγει από την πόρτα της Τούλας για να μπούμε εμείς.

—Αχ, τι με βρήκε!, χτυπιέται η Τούλα. Είναι μόλις δεκαοχτώ, όμορφη, χωρίς πατέρα, χωρίς λεφτά. Τι μπελάς με τον Λουκά! Τον διώχνει, κι αυτός εκεί. Επιμένει. Θαυμάζει η γειτονιά, μακαρίζουν την τύχη της.

Και να που περνάει ο καιρός. Πάει και τελείωσε: ο Λουκάς έπιασε πόρτα για τον χειμώνα. Δεν τον ξεκολλάς πια από τη γειτονιά. Τον συνηθίσαμε εμείς, τον συνήθισε κι εκείνος. Τον συνήθισε και η Τούλα να κάθεται στην καλή καρέκλα. Θ’ αδειάσει η γωνιά αν φύγει.
Τι να κάνει λοιπόν η καημένη; Παίρνει χαρτί και μολύβι και κάνει λογαριασμούς:

**Τόσα φορτηγά

τόσα κιλά πάχος

τα χωράφια

τα εκατομμύρια

η μάνα που γκρινιάζει = μας περισσεύει ο Λουκάς.**

Τα προσθέτει, τραβάει γραμμή, μετράει και τα κρατούμενα…

Η Τούλα, λέει, ήταν καλή μαθήτρια και ήξερε από λογαριασμούς. Εγώ, πάλι, δεν βλέπω να τα καταφέρνω στη ζωή μου, άμα γυρίζω όλη μέρα στη γειτονιά και κάθομαι πάνω στη νεραντζιά.
Τέλος και τελεία! Το είπε και η μαμά:
Η Τούλα παντρεύεται την άλλη Κυριακή! Θα φάμε και κουφέτα!
Οι κοπέλες μας αποφάσισαν να στολιστούν και να πάνε στον φωτογράφο. Χτενίστηκαν, φόρεσαν τα καλά τους – ριγέ ταγιέρ, εκτός από τη Μένια που φόρεσε τον δαντελένιο γιακά πάνω στο καφετί της φουστάνι. Θα με πάρουν άραγε κι εμένα; Τα μικρά παιδιά δεν πάνε στον φωτογράφο. Ούτε βγάζουν «εβδομαδιαίες» φωτογραφίες. Αυτά τα κάνεις μόνο άμα είσαι της παντρειάς.
Μετά τον φωτογράφο πας στην πλατεία, κάθεσαι στο ζαχαροπλαστείο και παραγγέλνεις πάστα.
Τι γιορτή ήταν κι αυτή! Όλη μέρα πηγαινοέρχονταν στο σπίτι, στολίζονταν, κι ούτε τόπο δεν έβρισκες να σταθείς. Όταν έφυγαν – και δεν με πήραν μαζί τους – βρήκα επιτέλους τόπο να καθίσω και να γράψω αυτό το γράμμα:

“Αγαπητή μου Αργύρω, να μη στενοχωριέσαι. Δε θα σε ενοχλήσω να με πάρεις κι εμένα στον φωτογράφο. Εγώ μπορεί να έχω ψείρες και να μην κάνει να έρθω μαζί σας. Σας ευχαριστώ πολύ!”

Αφού τελείωσα, το καρφίτσωσα πάνω στο τραπεζομάντηλο. Μετά πήρα το σκαμνάκι μου και κάθισα κοντά στη σόμπα.
Όταν ήρθαν, η Αργύρω με σήκωσε στην αγκαλιά της ψηλά. Νομίζει ότι χάρηκα;
Ντροπιάστηκε όταν διάβασε το γράμμα μου. Αυτό ήταν. Τους είπα ό,τι είχα να πω.
Ησύχασα. Τελείωσε. Το ξέχασα.
Τώρα έχουμε το χιόνι. Άσπρισε η Κύμη, άσπρισε και η αυλή. Μαζεύτηκε όλη η γειτονιά και παίζουν χιονοπόλεμο. Μια χιονιά με πέτυχε στον γοφό και… ξεράθηκα.
«Ξεράθηκε το παιδίιι!» φώναξε η Φαίδρα. Από τότε δεν με αφήνουν να ξαναβγώ στο χιόνι. Ούτε που θα το δοκίμαζα πια, βέβαια! Όταν ξεραίνεσαι, σου κόβεται η ανάσα και πονάς βαθιά μέσα σου.
Γι’ αυτό… να μου λείπει η διασκέδαση. Κάθομαι κοντά στη σόμπα που καίει και διαβάζω Ταρζάν. Κάθε μέρα τον έχει η εφημερίδα: «Ταρζάν και Γκαούρ, Τζέννη και Ταταμπού!» Κι έτσι, σιγά σιγά, λιώνουν τα χιόνια.
Όμως τώρα… δεν ξέρω τι συμβαίνει, αλλά αυτή η Κύμη μού φαίνεται λες κι είναι σκεπασμένη με καταχνιά. Τα σπίτια της μοιάζουν μαυρισμένα, ειδικά όταν κλείνω τα μάτια μου. Τα ανοίγω και ακούω τα παιδιά της γειτονιάς να τραγουδούν ασταμάτητα εκείνο το τραγούδι:

“Του Φάνη το κεφάλι το κάνανε γουδί, να τρίβουν το αλάτι να βάζουν στο φαΐ”

Το τραγούδησα κι εγώ στο σπίτι. Η Αργύρω έκανε εμετό. Ύστερα κι εγώ. Ο Φάνης, λένε, ήταν αντάρτης. Τον έσφαξαν οι «δεξιοί» και το κεφάλι του το κρέμασαν στην πλατεία της Κύμης.
Ούτε τραγούδια πια! Παίζω τόπι με τα άλλα παιδιά. Και λοιπόν; Τι έγινε που παίζω; Δεν έχω μέσα μου χαρά. Απλώς, επειδή είναι όλοι εκεί, παίζω κι εγώ. Το ίδιο και στο σχολείο. Καμία χαρά. Και στο σπίτι… το ίδιο. Ευτυχώς υπάρχουν τα δέντρα μου.
Μόνο τα δέντρα μου, με τα ψηλά τους κλωνάρια, έχουν επάνω τους τόση χαρά που μου τη χαρίζουν μόλις σκαρφαλώσω.
Υπάρχει κι ένα άλλο πράγμα. Το γνώρισα τελευταία. Είναι τόσο μικρό, που χωράει στη χούφτα σου. Το ανοίγεις και σου λέει τα πάντα: μέρες, μήνες, γιορτές, ακόμα και τη χρονολογία.

«Μου το έδωσε ο βιβλιοπώλης», μας είπε το Λουλουδάκι. Έδωσε, λέει, σε πολλά παιδιά, και μάλιστα χωρίς λεφτά. Δεν ήξερα πώς το λένε, αλλά το ήθελα. Το ήθελα τόσο πολύ που λιγωνόταν η καρδιά μου.
Πήγα, λοιπόν, στο βιβλιοπωλείο και είπα δυνατά:

«Σας παρακαλώ, μου δίνετε κι εμένα ένα μικρό βιβλιαράκι… από εκείνα που δεν έχουν λεφτά;»
Το είπα! Δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο νόμιζα στην αρχή. Ο βιβλιοπώλης με κοίταξε. Τι περίμενε; Να του πω κι άλλα; Μια κυρία δίπλα του γέλασε. Γέλασε κι εκείνος.
«Έλα την άλλη εβδομάδα, γιατί μας τελείωσαν», μου είπε.
Εντάξει… Δεν θα σκάσουμε κιόλας! Την άλλη εβδομάδα… και ξανά την άλλη εβδομάδα… και πάλι από την αρχή… Ε, όχι! Αυτός με κοροϊδεύει!
Πάει κι αυτό. Δεν ξαναπέρασα από το βιβλιοπωλείο, αλλά δεν το ξέχασα το βιβλιαράκι. Το έκρυψα μέσα στην καρδιά μου και το σκεφτόμουν κάθε μέρα, όταν καθόμουν μόνη μου κοντά στη σόμπα.
Ένα βιβλιαράκι τόσο μικρό, να το κρατάς στη χούφτα σου κι αυτό, με τα γραμματάκια του, να σου μιλάει! Και να είναι δικό σου, καταδικό σου! Τι άλλο να θέλεις; Τίποτα!
Ούτε να με ντύσουν στις Απόκριες ήθελα. Δηλαδή… ήθελα, επειδή ντύθηκαν όλα τα παιδιά και θα είμαστε μαζί. Κι αφού όλοι ντύνονται, πρέπει κι εγώ να ντυθώ κάτι – αλλιώς, είναι σαν να με ξέχασε η γιορτή.
Ντύθηκα! Ένα λουλουδιαστό τραπεζομάντηλο για φούστα, ένα κλαρωτό μαντήλι στα μαλλιά, ταγάρι στην πλάτη και γαρύφαλλο στ’ αυτί. Επίσης, μια τράπουλα στο χέρι και λίγο κραγιόν. Έτοιμη η τσιγγάνα!
Μέχρι και στην πλατεία πήγαμε με τα παιδιά της γειτονιάς. Όταν γύρισα σπίτι, έλειπε η τράπουλα. Η μητέρα ζέστανε νερό και βούτηξε μέσα τα χέρια μου, που ήταν παγωμένα απ’ το κρύο.
Συνήλθαν από την παγωνιά, αλλά η τράπουλα… πάει! Γλίστρησε απ’ τα παγωμένα δάχτυλά μου και δεν το κατάλαβα. Α, πώς το ξέχασα! Έβγαλα και φωτογραφία! Στον φωτογράφο!
Ένας κύριος μού είπε πως είμαι όμορφη τσιγγάνα και θα με παντρέψει με τον γιο του. Ωραίο ήταν κι αυτό, αλλά πιο πολύ χάρηκα με τη βόλτα στην πλατεία, με τον κόσμο, τις φωνές, τα γέλια, τις καραμούζες!

Όμως… εκείνο το μικρό, με τα πολλά χρώματα, τα μαύρα γράμματα και τον Εσταυρωμένο στο εξώφυλλο, ήταν μια χαρά αλλιώτικη – βαθιά, που άνοιγε την ψυχή μου και έμπαινε μέσα της ολόκληρη.
Ναι, ήταν ένα βιβλιαράκι. Ποιος μου το αγόρασε; Δεν θυμάμαι. Και ούτε έχει σημασία. Κάποιος που ήθελε να με κάνει ευτυχισμένη. Σίγουρα η μητέρα. Έτσι μου λέει η καρδιά μου κι εκείνη ποτέ δεν κάνει λάθος όταν πρόκειται για τις αποφάσεις μου.
Κι εγώ αποφάσισα να μην το αποχωριστώ ποτέ. Να το έχω μαζί μου σε κάθε στιγμή. Να κοιτάζω τον Εσταυρωμένο στο εξώφυλλο. Να το σφίγγω στην τσέπη μου. Να το βάζω κάτω από το μαξιλάρι μου. Να κατεβαίνω στο υπόγειο, να ανοίγω τις σελίδες του και να μελετώ τον Επιτάφιο Θρήνο.
Τι λέξεις κι αυτές! Τι εικόνες! Με λουλούδια και μύρο. Με δάκρυα και ψαλμούς.
Έμαθα να ψέλνω το «Η ζωή εν Τάφω». Ανάστησα μέσα μου τους νεκρούς και τους χαμογέλασα.
Πώς είσθε εκεί κάτω; Εγώ… πολύ καλά, ευχαριστώ! «Άξιον εστί και των Πάντων Κτίστη». Δεν καταλαβαίνω τις λέξεις σας, μα η μελωδία μου αρκεί, για να φρίξω μαζί με τη γη και τον «ήλιο που εκρύβη, Σώτερ…»
Παιδιά της Κύμης, αφήστε με στην ησυχία μου. Δεν θέλω να παίξω. Υμνώ την Ταφή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γοητεία με δάκρυα και «Γενεαί αι πάσαι».
Αφήστε με να σταθώ. Κάπου να ακουμπήσω. Το ξέρω το νόημα, σας λέω. Το λέει κι ο παππούς: «γενεές, γενεών». Που πάει να πει: Η Συνέχεια. Που πάει να πει: Θα υπάρχει…
Χριστούλη μου, δεν ξέρω τι έχει γίνει ξαφνικά και γέμισε ο κόσμος φώτα πολλά. Κι εγώ, μαζί του, γέμισα όλη τη γειτονιά με τα Πάθη του Χριστού. Ψέλνω συνέχεια, όπου κι αν βρεθώ.

” Μην ψέλνεις άλλο, καλό μου παιδί! Πέρασε πια η Μεγάλη Εβδομάδα. Χριστός Ανέστη!”, μου φωνάζει η μαμά.

Εντάξει, Χριστός Ανέστη, αλλά εγώ το βιβλιαράκι μου δεν το αποχωρίζομαι. Το κρατάω σφιχτά στο χέρι μου όπου κι αν πάω, ό,τι κι αν κάνω.
Κι επειδή τώρα πρέπει να πάω πίσω από το τοιχάκι — που όλα τα παιδιά το ‘χουμε για τουαλέτα — δεν πάει να πει ότι θα το βάλω στην τσέπη μου. Θα γονατίσω λίγο και θα το κρατάω ψηλά, με το ένα μου χέρι, να μην το λερώσουν τα τσίσα μου. Μην τολμήσει και λερωθεί…
Το τοιχάκι με κρύβει. Κάθομαι ήσυχα. Ανακούφιση… βήματα πλησιάζουν… ανησυχία… ανασηκώνομαι.
Περνάει ένας σίφουνας και χραπ! μου το αρπάζει. Το βιβλιαράκι μου!
Το παλιόπαιδο χάνεται στη γωνία. Δεν είναι δυνατόν! Δεν γίνεται να μου το πήρε! Κοιτάζω το χέρι μου — άδειο! Κοιτάζω στο χώμα… μήπως μου έπεσε… τίποτα! Το πήρε. Μου το άρπαξε ο μεγάλος αλήτης της γειτονιάς. Κι ας μου λένε να μη βρίζω, να μη χρησιμοποιώ τη λέξη “αλήτης”.
Θα βρίζω όσο θέλω, αλλιώς θα σκάσω! Τι κι αν πάει στο σχολείο; Τι κι αν είναι — όπως λένε — καλός μαθητής; Τι κι αν είναι από τους “μεγάλους” της Έκτης Τάξης; Για μένα είναι ένας αλήτης. Και το λέω εγώ, που πάω ακόμη στη Δευτέρα.
Κι από δω και πέρα, δεν θα ξαναφοβηθώ κανέναν από αυτούς τους μεγαλόσωμους της Έκτης Τάξης που μας σπρώχνουν στα διαλείμματα και στον δρόμο που παίζουμε. Κατάλαβα τι σόι “κωθώνια” είναι, αφού τολμούν να τα βάζουν με τα μικρά παιδιά.

“Μη λες “κωθώνια”! Είναι κακό!”

Όχι, δεν είναι η μαμά που με μαλώνει. Εγώ μιλάω στον εαυτό μου. Μαλώνω το στόμα μου που λέει κακές λέξεις, αλλά θα τις ξαναπώ, ώσπου να τις χορτάσω. Ώσπου να γεμίσει το στόμα μου βρωμιές, για να τις φτύσω όλες μαζί αύριο το πρωί , κατάμουτρα σ’ αυτόν. Γιατί θα τον βρω. Α, ναι! Δεν υπάρχει περίπτωση να του αφήσω το βιβλιαράκι μου. Θα του το πάρω πίσω. Για έναν μόνο λόγο στον κόσμο: ήταν δικό μου. Και μου το άρπαξε.
Στο σπίτι δεν λέω τίποτα. Δεν είναι ανάγκη να τους φορτώνω και τα δικά μου βάσανα. Έχουν αρκετά. Είναι δική μου δουλειά. Και αύριο, με το πρώτο φως, θα πάω στο σχολείο του.
Πού να πάρει η οργή… Σπρώχνοντας περνάει αυτή η νύχτα. Όλο ξυπνάω κι όλο νύχτα είναι.
Το σχολείο μου είναι το Α΄ Δημοτικό Σχολείο Κύμης. Το δικό του είναι το Β΄ Δημοτικό. Δεν είναι κοντά. Τα χωρίζει ένας μεγάλος δρόμος, μετά έχει μια ανηφόρα, και πιο πάνω είναι εκείνο το σχολείο. Θα το βρω, κι ας μην το ξέρω καλά.
Χτυπάει το κουδούνι για διάλειμμα. Τα παιδιά χύνονται έξω και αγοράζουν σταφιδόψωμα από τον κουλουρτζή. Εγώ φεύγω. Δεν με νοιάζει αν προλάβω το μάθημα. Περνάω τον δρόμο. Ανεβαίνω την ανηφόρα. Βρίσκω το σχολείο του. Ανεβαίνω τις σκάλες.
” Θέλω την Έκτη Τάξη”, λέω σε κάτι κορίτσια που με κοιτάζουν περίεργα.
Χτυπάει το κουδούνι. Τέλος διαλείμματος. Ανεβαίνω στο πάνω πάτωμα, εκεί που είναι η Έκτη Τάξη. Μπαίνω στην αίθουσα.
Φασαρία, φωνές. Με ζαλίζουν. Στέκομαι κοντά στην έδρα και περιμένω. Δεν θα ‘ρθει η δασκάλα; Θα έρθει. Και τότε θα το πω, μπροστά σε όλους:
” Αυτός ο κλέφτης, εκεί κάτω στο τελευταίο θρανίο, μου άρπαξε το βιβλιαράκι μου. Και ήρθα να το πάρω πίσω!”

” Πάρ’ το και φύγε… Πάρ’ το και φύγε!”

Η φωνή του, τόσο κοντά μου; Τι γρήγορα που γίνονται μερικά πράγματα… Τι γρήγορα που το ανεμίζει μπροστά στα μάτια μου!

“Πάρ’ το, σου λέω! Δεν ακούς; Πάρ’ το και φύγε γρήγορα!”, μου ψιθυρίζει, τρομαγμένος.

Αχα! Ήρωα… Φοβάσαι, ε; Λοιπόν, φέρ’ το εδώ. Το παίρνω. Δεν θα πω τίποτα στη δασκάλα, Τενεκέ! — όπως θα έλεγε κι ο παππούς. Ο φόβος σου μού αρκεί. Σας χαιρετώ, και αντίο!

Η δασκάλα μπαίνει στην Τάξη και με κοιτάζει περίεργα.

“Τι θέλει το κοριτσάκι;”, ρωτάει.

Δεν απαντώ. Κατεβαίνω τη μεγάλη ξύλινη σκάλα. Πρόφτασα το δικό μου μάθημα ή όχι; Δεν θυμάμαι. Το μόνο που έμεινε μέσα μου είναι πως… ήταν μια πολύ όμορφη μέρα.

15η συνέχεια <———

(Από την προσωπική “Μέθοδο Αυτογνωσίας-Αυτοβελτίωσης”- της Μαίρης Μάκρα)

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Σχετικές αναρτήσεις

Ο μήνας του έρωτα

e-enimerosi

Αυτός ο πατέρας

e-enimerosi

Η θυσία

e-enimerosi