Λογοτεχνία

Ένα ποιητικό μονόπρακτο

Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος

Τον χειμώνα του 1982 κατεβήκαμε από το χωριό στη Σπάρτη για να δούμε σινεμά. Εκείνη τη σιωπηλή προσμονή που έχουν οι έφηβοι όταν πάνε να συναντήσουν κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους, χωρίς να ξέρουν ακόμη το όνομά του.

Ο κινηματογράφος «Φάρος» στεκόταν στην πόλη σαν καταφύγιο. Έκοψα εισιτήριο για την απογευματινή προβολή. Τέσσερις με οκτώ.

Η ταινία ήταν ο Μεγαλέξανδρος του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Καθίσαμε δίπλα δίπλα με τον Γιώργη, παιδικό φίλο, σύντροφο σε όλες τις μικρές αποδράσεις από τη ζωή που μας περίμενε.

Τέσσερις ώρες δεν μιλήσαμε.

Στην αρχή από σεβασμό. Μετά από απορία. Και στο τέλος από κάτι που έμοιαζε με φόβο.
Ο άνθρωπος στην οθόνη περπατούσε μέσα στη λάσπη και στη μοίρα του χωρίς να μιλά. Κι όμως ένιωθες πως κουβαλούσε στις πλάτες του ολόκληρη την ιστορία των ανθρώπων που πίστεψαν πως μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και βρέθηκαν να τον κοιτούν να χάνεται μέσα από τα χέρια τους.

Όταν άναψαν τα φώτα, μείναμε λίγο ακίνητοι. Σαν να έπρεπε να επιστρέψουμε από κάπου μακριά.
Στο φουαγέ ο Γιώργης άναψε τσιγάρο. Με κοίταξε προβληματισμένος.

«Ρε συ… κατάλαβες τίποτα; Τέσσερις ώρες ταινία και ο πρωταγωνιστής άχνα. Μια λέξη μόνο. Τι στο διάολο έπρεπε;»
Χαμογέλασα αμήχανα.
«Πολύ με μπέρδεψε ο Αγγελόπουλος», του είπα.
Σώπασε λίγο. Μετά είπε σχεδόν αποφασιστικά:
«Δεν την ξαναβλέπουμε; Μπας και ξεμπερδευτούμε;»
Δεν θυμάμαι να σκέφτηκα. Θυμάμαι μόνο πως ξαναβγάλαμε εισιτήρια.
Οκτώ με δώδεκα.

Ξανακαθίσαμε στις ίδιες θέσεις. Η ίδια οθόνη. Οι ίδιοι άνθρωποι. Κι όμως, τίποτα δεν ήταν ίδιο.
Τη δεύτερη φορά δεν προσπαθούσα να καταλάβω. Προσπαθούσα να αντέξω.
Ένιωθα πως κάτι τελείωνε. Όχι στην ταινία. Μέσα μου.
Σαν να έβλεπα, χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω, το τέλος μιας μεγάλης υπόσχεσης.
Όταν βγήκαμε, η πόλη ήταν άδεια. Τα φώτα λιγοστά. Η νύχτα μεγάλη.
Δεν μιλήσαμε στον δρόμο της επιστροφής.

Μόνο χρόνια αργότερα κατάλαβα τι είχαμε δει.
Δεν ήταν ένας άνθρωπος.
Ήταν ένας μύθος που πέθαινε.
Και μαζί του πέθαιναν, αθόρυβα, όλες εκείνες οι ελπίδες που γεννήθηκαν με τον εικοστό αιώνα, μεγάλωσαν μέσα σε όνειρα δικαιοσύνης και ελευθερίας, και χάθηκαν πριν προλάβουν να γίνουν ζωή.
Εκείνο το βράδυ, χωρίς να το ξέρουμε, πληρώσαμε ένα μεροκάματο όχι για μια ταινία.
Αλλά για να δούμε το τέλος της αθωότητάς μας.

Παραμύθι χωρίς τέλος, Έπρεπε …

Κουρνιαχτός αξημέρωτα
στην κορυφή του ορίζοντα
σ’ ολόλευκο άλογο καβάλα
στην περιφέρεια της πανσέληνου
τα γκέμια κρατάει σφιχτά
καβαλάρης αντρειωμένος
τον κάμπο βαθιά αγναντεύει
μέχρι που σβήνει η ματιά.
Η μνήμη γίνεται επιθυμία, σύννεφο αδειανό
το χρόνο μαγικά ακουμπά στο στήθος.
Άγριες θύελλες γυρεύει στης θάλασσας
το σκασμένο κι’ άνυδρο δέρμα
Ξεφυλλίζει την Ιστορία
που δεν του κατονόμασαν οι προύχοντες.
Της πύλες του άνοιξε ο Αίολος
την κάπα του χαλί ιπτάμενο ανεμίζει
τ΄ άστρα του πρωϊνού απάνω της
με πολύ σαρκασμό ερωτοτροπούν.
Ασουλούπωτο χάος εμπρός του
ανησυχία τον γεμίζει.
Καβαλάρης αντρειωμένος
τον ίσκιο του στέλνει ανιχνευτή
επισκέπτης ξαφνικός γίνεται
στη σχισμή της κλεψύδρας
τα χρόνια που χάθηκαν αριθμεί ένα ένα.
Το βάρος του αμετάκλητου έχει κρυμμένο
στον πάτο του τσαρουχιού του.
Τόσοι παράλληλοι κύκλοι αναγγέλλουν την επιστροφή
κι’ αυτός στο στυγερό του αλωνιού ακουμπισμένος
τα σημαντικά και τα ασήμαντα θυμάται.
Σκυφτός χαϊδεύοντας
τα φτερά της διάφανης πεταλούδας
ξόρκια αναζητεί
την μανία των τύψεων του να εξευμενίσει.
Μόνο η πέτρα απόμεινε σε τούτο τον τόπο
οι ξερολιθιές τείχη που το δρόμο φράζουν.
Η γη τούτη που πατάς το είδος σου σκάρωσε
του φόβου την σπορά με δεξιοτεχνία άπλωσε.
Ώρα να κινήσεις σε καρτερούν για να τους λευτερώσεις
από του ξένου αφέντη την στριγκλιά φωνή
που σαν εφιάλτης στη πέτσα τους τυπώνεται.
Στου ολόλευκου αλόγου στη σέλα λεβέντης καβαλάρης
τα γκέμια σφιχτά κρατά
μια μια τις ξερολιθιές προσπερνά
η κλεισούρα τόσων αιώνων τον πνίγει
την ανάσα της λευτεριάς στο πρόσωπο του νοιώθει.
Πουλιά ανάξιας ψυχής το ίσο προσπαθούν να κρατήσουν
με ρυθμό παράξενου διαφωτισμού η όψη του στολίζεται.
Η επιστροφή μια προσδοκία γεννά δεν έζησε ήσυχη ζωή
η αρετή με την αμαρτία σφιχτά ήταν αγκαλιασμένες
μαντήλι κόκκινο μέσα στη νύχτα κεντούσαν
για να ξεχωρίζει το έγκλημα από την τιμωρία.
Μελαγχολικής αισιοδοξίας το αίνιγμα
να λύσει χρόνια προσπαθεί.
Πίσω από τις θάλασσας τα σίδερα φυλακισμένος
ψάχνει την απόδραση μια δηλωμένη αυγή,
Βεβηλώνοντας άσεμνα τις σκιές
πάνω στο άγριο τοίχο του κελιού
αναγκάζοντας την κραταιά πανσέληνο
στο φως της ημέρας να βυθιστεί.
Στο σταυροδρόμι το διπλό κοντοστέκεται
βλοσυρά τα δάχτυλα του κοιτά
ψάχνει σημάδια επιλογής.
Τα χέρι αντηλιά στα μάτια φέρνει
τις σκηνές που σε λίγο θα παιχτούν
προσπαθεί να μαντέψει.
Ακανόνιστα πλατάνια εμποδίζουν το βλέμμα
τα πουλιά το χαμένο τους θάρρος ξαναβρίσκουν.
Αντρειωμένος καβαλάρης
τα γκέμια του αλόγου σφιχτά κρατεί
οι οπλές του αθόρυβα στο σοκάκι κυλούν
κι εκεί που οι φωνές ακούγονται τον οδηγεί.
Ο ντελάλης κρεμασμένος από το μεσοδόκαρο
του ουρανού τον ερχομό αναγγέλλει.
«Φέρτε ψωμί, φέρτε νερό, βάλτε κρασί,
στήσετε την τάβλα στου αλωνιού τα μάρμαρα.
Φάτε και πιέτε αφέντες μου και σεις νοικοκυρέοι
κοπιάστε κολλιγάδες μου, μαζί τα δουλικά
και σεις αντρειωμένοι στη σειρά
Καλώς τον μυριοξασκουστό και χιλιοτραγουδισμένο
Τον Άγιο Μεγαλέξαντρο
Τον κυρ Διγενή Ακρίτα
Τον Άρη το Μαυροσκουφομένο
που τους ξένους αναζητά, να τους βαφτίσει θέλει»
Μια λέξη μόνο μακριά πολύ μακριά
στην ψυχή βάζει σημάδι τον καιρό.
Έπρεπε …..
Η ιστορία μούτρωσε από τα καμώματα του μύθου
πέρασαν χρόνια και η μνήμη
δεν μπόρεσε να αυτοκτονήσει
Μπροστά μας περνούν σημαντικά και ασήμαντα
την αναστάτωση μας φέρνουν
αδυνατούμε να χωρίσουμε
τι δεν πρέπει και πρέπει.
Έπρεπε αυτό να γίνει …
Στους αγρούς της άνυδρης γαλήνης μόνο πάχνης φυσαλίδες
χορεύουν στα καλωσορίσματα.
Οι αντρειωμένοι τον προσμένουν χρόνια τώρα
φωτιά του λέοντα έχουνε στο μάτι
ξύπνησαν απότομα ο εφιάλτης του δίκιου
και λιγοστεύει τα χρόνια
μετά από πολλών γενεών ανάπαυλα.
Ήρθε ο καιρός και έδωσε σχήμα άξιο στην προσμονή
στο καλωσόρισμα του φόνου προφήτες
στο νυφικό της πατρίδας ο κόκκινος λεκές η αιτία.
Αγέρωχος αμίλητος τριγυρνά
σχήμα νέο θέλοντας να δώσει στις οπτασίες.
Σκυφτός το μικρό θόλο της κάμαρης περνά
απέραντη θάλασσα ακυμάτιστη
στο προσκυνητάρι της συγγνώμης
τα άρματα ανάλαφρα αποθέτει
το αραιωμένο γένι του χαϊδεύει
θάρρος δίνοντας στη φωνή.
Η νύφη ορθή με το ολόλευκο νυφικό
την καρδία της ματωμένη στην παλάμη κρατεί αμίλητη
προσφορά στην οπτασία του μυαλού του.
Το χρόνο ανάποδα γυρνά
δάκρυ κρυφό στο μαντίλι δεμένο
του μεγάλου έρωτα σπονδή κάνει.
Κι όμως έπρεπε….
Ψάχνει να βρει αυτό που είναι χαμένο.
Το χρέος της σιωπής δεν το ξεχωρίζει
σκοτεινών σημείων διαδρομές περιπατεί
τη μετάνοια και τη συγχώρεση παρακαλεί
ραμμένες τις έχει στη φόδρα του πανωφοριού
από το φως να μην ξεθωριάσουν.
Χρόνια μίζερα ένας λαός ολάκερος
ρίχνει λάδι στους τροχούς του μύλου
η πέτρα του, τις φλέβες του σταριού τσακίζει.
Πριν του ήλιου το πρωινό σάλπισμα
Ο καβαλάρης σφιχτά τα γκέμια κρατώντας
τους ξένους αφέντες γυμνούς
στο ποτάμι του δίκιου βαφτίζει
χωρίς ευχές και ψαλμούς,
ορθό παραμένει το μυστήριο.
Καβαλάρης αγέρωχος
Το δρόμο για το χάρτινο ουρανό τους δείχνει
Και χάθηκαν στον ορίζοντα οι ξορκισμένες φιγούρες
Στα χνάρια τους την αλμύρα του πεύκου αναπνέουν
με βήμα γοργό και την πυρωμένη αχτίδα του ήλιου
του φόβου η ανάσα να δυναμώνει
χάνονται στου κάμπου τα σπαρτά.
Τα μάτια κουρασμένα διαρκώς βλέπουν
τους λεκέδες του αίματος στο λευκό νυφικό.
Η ζωή με τα δράμια πάνω κάτω ζυγίζει
μια στην ευδοκία μια στην καταστροφή
Καβαλάρης ξακουστός χιλιοτραγουδισμένος
με το φλασκί του χρέους στον ώμο κρεμασμένο
τα φυλακισμένα όνειρα λευτερώνει
την πληγωμένη καρδία βαθιά
στου Αχέροντα την γειτονία στοργικά αποθέτει.
Με το σουγιά στην άγρια πέτρα το αχνάρι
της νιότης του σκαλίζει,
αδέσποτο το φεγγάρι τριγυρνά
φωτογραφίζοντας τη γεωμετρία των γραμμών.
Τους λογισμούς του μύρο αφήνει μέσα στα ρείκια
τους ξένους να ξαναβαπτίσει στο ρηχό ποτάμι
αν χρειαστεί θα ξανά κάνει
Η ατίθαση πίκρα στο στόμα την φωνή εμποδίζει
στο παγωμένο δάκρυ της ψυχής μεταμέλεια να δείξει.
Στη γενειάδα του πένθους χάνεται.
σκύβει στην πέτρα την γυαλιστερή
αστραπή στο σύμπαν στέλνει
να κεντήσει μια λέξη κουρασμένη
«Έπρεπε»
…η ομορφιά του ερωτά που χάθηκε στη στιγμή
Γύρω από τον λεκέ του αίματος θεοί και μύθοι
καλούνται την συγχώρεση να δώσουν.
Μετά από τόση σιωπή μόνο μια λέξη
στην ερώτηση που γεννιέται ανομολόγητος πειρασμός.
Ίδια σταθερή απάντηση «Έπρεπε»
Αχρονολόγητες σκέψεις σε νύχτες συνωμοτικές
μάτια μισόκλειστα μπροστά στη φλογίτσα του λυχναριού
Σημάδια πορφυρογέννητης μετάνοιας
την ορμή των γεγονότων αγκαλιάζουν.
Το πλάνο τερματίζεται, η φιγούρα χάνεται
Ο αντρειωμένος καβαλάρης
σαν ίσκιος νεράιδοβαφτισμένος
στο χαμογελαστό συννεφάκι
την πυγολαμπίδα του νου μας συναντά
Όνειρο που ποτέ δεν θα γίνει πραγματικότητα στον μύθο…
έπρεπε… να το φανταστούμε
μοναχικό το παραμύθι χωρίς τέλος σας διηγήθηκα
κι αν ο μύθος πέθανε, η ελπίδα έπρεπε να υπάρχει.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Σχετικές αναρτήσεις

Μια φορά ακόμα

e-enimerosi

Άγνωστες λέξεις της ζωής

e-enimerosi

About A Girl

e-enimerosi